Ένα μάθημα για τη γραφή: σχόλια «Για τη γραφή», του Τσαρλς Μπουκόβσκι
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι, τόσο ως γραφιάς όσο και ως
κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο, σίγουρα δεν αποτελεί μια απλή και ήρεμη
περίπτωση. Όπως συμβαίνει με όλους και όλα, έχει εχθρούς και φίλους. Ωστόσο,
στην περίπτωσή του τα πράγματα είναι κάπως πιο πολωτικά, πιο οριακά.
Έχω την άποψη ότι οι άνθρωποι που σχετίζονται με τον
Τσαρλς Μπουκόβσκι μοιράζονται ως κοινό χαρακτηριστικό έναν αρνητικό
ναρκισσισμό, αρκετά βαθύ και μπορούν σχετικά εύκολα να χωριστούν σε δύο
κατηγορίες, αν και βέβαια πρέπει να πω ότι πάντοτε υπάρχουν και ρωγμές, σαν τα
έργα του συγγραφέα, μεταξύ (όλων) των κατηγοριών.
Στην πρώτη κατηγορία, βρίσκονται οι άνθρωποι που
αισθάνονται κυριευμένοι από το υψηλό, την βαθιά και ποιοτική κουλτούρα, την
ευρυμάθεια, την αγάπη για τη γνώση και γενικότερα βρίσκονται αυτοί που αισθάνονται
ότι, εξαιτίας του είδους άλλα και του βαθμού της πνευματικότητάς τους, είναι
άξιοι να αποτελούν παραδείγματα προς μίμηση για τους πολλούς. Με άλλα λόγια,
υπολείμματα και νοσταλγοί αυταρχικών στιγμών, ελπιδοφόροι καθοδηγητές της
κοινής γνώμης (μιας έννοιας που δεν υπάρχει δηλαδή) και προπαγανδιστές του
αστικού κύρους με ό,τι αυτό σημαίνει. Γι' αυτούς τους ανθρώπους ο Μπουκόβσκι αποτελεί
κάτι σαν βδέλυγμα, μια απειλή, κάτι σαν ιός της λογοτεχνίας που αποσυντονίζει
τους αναγνώστες και τον γενικότερο χώρο από τη σοβαρή, πραγματική και ποιοτική
λογοτεχνία.
Στη δεύτερη κατηγορία, βρίσκονται οι άνθρωποι που
αγαπούν τη λογοτεχνία (και ενδεχομένως κι άλλες τέχνες) αλλά με έναν τρόπο τόσο
όσο. Χρησιμοποιούν τσιτάτα από βιβλία, ταινίες, στίχους από τραγούδια και
ποιήματα για να προκαλέσουν εντύπωση στον συνομιλητή και στον εαυτό τους και,
αν κάποτε η συζήτηση προχωρήσει λίγο πιο βαθιά, δημιουργείται σοβαρό πρόβλημα.
Γι' αυτούς τους ανθρώπους, τα κείμενα του Μπουκόβσκι αποτελούν έναν ακόμη τρόπο
να φιγουράρουν και να παρουσιαστούν ως «εναλλακτικοί» και «ψαγμένοι».
Με το παρόν κείμενο θα προσπαθήσω να εξηγήσω την υβδριδικότητα και την ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει τον Τσαρλς Μπουκόβσκι – και που μάλλον είναι αυτά τα θεμελιακά του γνωρίσματα που τον καθιστούν μη εύκολα διαχειρίσιμο – μιλώντας για το βιβλίο του με τίτλο Για τη γραφή (Πατάκης, 2019, μτφρ.: Γιώργος Λαμπράκος) το οποίο αντιλαμβάνομαι σαν ένα αναγκαίο και διαχρονικό μάθημα προς όλους μας για τη γραφή (με κάθε έννοια).
Το βιβλίο περιέχει γράμματα και επιστολές που έστελνε
ο Μπουκόβσκι, την χρονική περίοδο από το 1945 ως το 1993, σε εκδότες,
συγγραφείς, φίλους, περιοδικά κ.λπ., αλλά και αρκετά σκίτσα του συγγραφέα. Στις
επιστολές αυτές μαθαίνουμε χρήσιμα πράγματα για τη σκέψη του Μπουκόβσκι σχετικά
με το πώς αντιλαμβάνεται τη λογοτεχνία, την κατάσταση της γραφής και της σχέσης
του μαζί της, τον χώρο της λογοτεχνίας και το λογοτεχνικό κατεστημένο, τις
απορρίψεις που είχε βιώσει, καθώς και τις απόψεις του για διάφορους λογοτέχνες.
Όπως σε κάθε του βιβλίο έτσι κι εδώ ο Μπουκόβσκι
λειτουργεί σαν ένας εθνογράφος που μελετά κι εξερευνά ανθρώπους, μέρη και
σημεία του κόσμου και της κοινωνίας που είτε μένουν αθέατα είτε βανδαλίζονται.
Αυτό έχει κατά την γνώμη μου πολύ μεγάλη σημασία. Ο Μπουκόβσκι τοποθετείται στο
ζήτημα της γραφής πάντα με κοινωνικό πρόσημο, θέλοντας να τη συλλάβει και να
την εξηγήσει ως ρευστή διαδικασία και λειτουργία (και όχι ως οικουμενική και
αναλλοίωτη κατάσταση), η οποία διαμορφώνεται και ενεργεί όχι μόνο ανεξάρτητα
από τις πεποιθήσεις του εκάστοτε υποκειμένου, αλλά και ανεξάρτητα από τις
κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες. Έτσι, για τον Μπουκόβσκι ο
λόγος περί της γραφής δεν εξαντλείται μόνο στην περιγραφή της αντίστοιχης
πράξης και πρακτικής, αλλά συνδέεται και με εξω-λογοτεχνικά χαρακτηριστικά τα
οποία επηρεάζουν (ποικιλοτρόπως) την εργασία ενός συγγραφέα.
Σε συνέχεια αυτού διαβάζουμε και αρκετές σκέψεις του
συγγραφέα σχετικά με τον χώρο της λογοτεχνίας και το λογοτεχνικό κατεστημένο,
δηλαδή τις σχέσεις των ανθρώπων εντός του, τις λογοτεχνικές κλίκες, τα
περιοδικά, τις λέσχες αναγνώσεις, τις βιβλιοπαρουσιάσεις, κ.λπ. Με το
χαρακτηριστικό ωμό, κυνικό και αθυρόστομο ύφος που τον διακρίνει επιτίθεται στον
συντηρητισμό και στηλιτεύει την υποκρισία, την ανοησία, τη ματαιοδοξία και τον
ναρκισσισμό που διακρίνει τόσο διάφορους συγγραφείς, εκδότες και αναγνώστες,
που ασχολούνται με την λογοτεχνία όσο και τις πρακτικές που εφαρμόζουν και τη
νοοτροπία που προβάλλουν και επιβάλλουν:
κάνουν όλο
και περισσότερες αναγνώσεις, γνωρίζουν άλλους του σιναφιού τους. Συζητούν
μεταξύ τους. Αρχίζουν να νιώθουν πανέξυπνοι [...] ξέρουν τα πάντα εκτός από τα
υδραυλικά [...] είναι πραγματικά αποκαρδιωτικό να τους βλέπεις να εξελίσσονται
[...] γίνονται δάσκαλοι, στέκονται μπροστά σε άλλους και τους λένε πώς να το
κάνουν. Όχι απλώς πώς να γράφουν, αλλά πώς να κάνουν τα πάντα. Τους ρουφάει
κάθε διαθέσιμη παγίδα [...] πρέπει να τους δεις να διαβάζουν: το ΛΑΤΡΕΥΟΥΝ, το
κοινό, τους μικροεκδότες [...] όλη αυτήν τη σύναξη ηλιθίων που πηγαίνουν σε
αναγνώσεις ποίησης- κρυόκωλες σειρές ανθρώπων με ελαστικές κωλοτρυπίδες και
μυαλό σαν κινέζικα ντουντλ (μαλακά). Πόσο λατρεύουν να διαβάζουν αυτοί οι
ποιητές. Πόσο λατρεύουν να αφήνουν τη φωνή τους να αναδύεται. «Τώρα» λένε «θα
διαβάσω μονάχα 3 ακόμη ποιήματα!» [...] και, φυσικά, τα 3 ποιήματα είναι
μακροσκελή [...] για μένα, συγγραφέας είναι αυτός που γράφει [...] όχι να
διδάσκεις στους άλλους το πώς, όχι να κάθεσαι σε σεμινάρια, όχι να διαβάζεις σ'
ένα μαινόμενο πλήθος. Γιατί είναι τόσο εξωστρεφείς; Αν ήθελα να γίνω ηθοποιός,
θα είχα δοκιμάσει τις κάμερες του Χόλυγουντ [...] η γραφή τραβάει τους
χειρότερους, όχι τους καλύτερους [...] οι εκδοτικοί οίκοι του κόσμου απλώς
τυπώνουν ασταμάτητα τη σαβούρα ανεπαρκών ψυχών που οι ανεπαρκείς κριτικοί
αποκαλούν λογοτεχνία, ποίηση, πεζογραφία (σελ. 207-209).
Εξαιτίας του ότι σε αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας
στοχάζεται και μιλά εκτός του λογοτεχνικού πλαισίου και εντός ενός δοκιμιακού
λόγου, ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με την κουλτούρα του
Τσαρλς Μπουκόβσκι σε αρκετά μεγαλύτερη πληρότητα. Αν και έχω την άποψη ότι τα
λογοτεχνικά του έργα επαρκούν για την κατανόησή της, θεωρώ ότι με το Για τη
γραφή γίνονται σημαντικές αποσαφηνίσεις πάνω σε αρκετά θέματα, λιγότερο ή
περισσότερο περίπλοκα, οι οποίες δίνουν ένα ξεκάθαρο στίγμα σχετικά με το πώς ο
Μπουκόβσκι συνδέει τη γραφή, τη λογοτεχνία με την ίδια τη ζωή. Και αυτό το
τελευταίο νομίζω είναι το σημαντικότερο πράγμα στην σκέψη του:
όταν γράφω,
το κάνω αγαπώντας τη λέξη, το χρώμα, είναι σαν να πετάω μπογιά στον καμβά, και
χρησιμοποιώντας πολύ το αυτί (σελ. 34).
Ο Μπουκόβσκι, αντισυμβατικός όπως πάντα αλλά όχι
αναίτια, εξαπολύει πυρά εναντίον του καθωσπρεπισμού και της υποτιθέμενης
«σωστής» λογοτεχνίας και γραφής που οργανώνεται με τα εργαλεία του θετικισμού
και της ορθολογικής και αστικής σκέψης. Η γραφή για τον Μπουκόβσκι είναι κάτι
πολύ πιο βαθύ από έναν λόγο που αποτυπώνεται σε μια επιφάνεια: «προσπαθώ να
φτιάξω απόθεμα και θα τινάξω τον κόσμο στον αέρα με τα ποιήματά μου» (σελ.
174):
έχω αυτή την
αίσθηση πως είμαι ένας αρχάριος συγγραφέας. Υπάρχει αυτός ο παλιός ενθουσιασμός
και θαυμασμός... Είναι σκέτη τρέλα. Πιστεύω πως τόσοι και τόσοι συγγραφείς,
αφότου είναι μέσα στο παιχνίδι για ένα διάστημα, γίνονται πολύ μεθοδικοί, πολύ
προσεκτικοί. Φοβούνται να κάνουν λάθη. Ρίχνεις τα ζάρια, θα σου έρθουν άσοι
καμιά φορά. Μου αρέσει να κρατάω το πράγμα χαλαρό και άγριο. Ένα καλό στιβαρό
ποίημα μπορεί να συμβεί, αλλά έρχεται ενώ εσύ δουλεύεις κάτι άλλο (σελ. 253).
Έρχομαι ξανά στον τίτλο μου: «Ένα μάθημα για τη
γραφή». Ο Μπουκόβσκι απεχθάνεται τις θεωρητικολογίες, τις κριτικές αναλύσεις
και τη σκέψη που προσπαθεί συνειδητά να αναδειχθεί. Ωστόσο, μέσα από τη
διεξοδική αναγνώστη και μελέτη των επιστολών αυτών είναι κανείς σε θέση να
εξάγει πολύ χρήσιμα συμπεράσματα και να διακρίνει διαδρομές σκέψης που
φανερώνουν έναν διαυγή, οξυδερκή και πολύτροπο νου, που, όπως αποδεικνύεται
(ανεξάρτητα από το ενδεχόμενο συμφωνίας ή όχι μαζί του), έχει εντρυφήσει στη
λογοτεχνία, στη λογοτεχνία ως γραφή και στο γενικότερο πλαίσιο αυτής της ρευστής
διαδικασίας και λειτουργίας.
Στο Για τη
γραφή, του Τσαρλς Μπουκόβσκι, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια άλλη ποιητική, μια ποιητική
της άρνησης, της μη συμπόρευσης με την κουλτούρα της κανονικότητας που μαστίζει
και τη λογοτεχνία και της αποφυγής κάθε είδους νόρμας: μια ποιητική που
εμπαίζει το κατεστημένο (λογοτεχνικό και μη) και αποφασίζει όχι απλώς να μην το
υιοθετήσει, να το αγνοήσει, αλλά να αναμετρηθεί μαζί του, θέτοντας τον εαυτό του
σε ίση, αν όχι ανώτερη, βάση:
Δεν είμαι
καν αληθινός καλλιτέχνης – ξέρω πως είμαι ψιλπαπατεώνας – γράφω από τα έγκατα
της αηδίας, σχεδόν αποκλειστικά (σελ. 27).
Καταληκτικά,
γράφω το εξής. Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι δεν είναι συγγραφέας με την έννοια που έχει
επικρατήσει για αυτή την ιδιότητα. Είναι ανώφελη η πρόσληψή του με αυτόν τον
τρόπο. Ο Μπουκόβσκι έρχεται από αλλού για να μας πάει αλλού:
η γραφή μου
είναι μάλλον υπερβολικά πολλή. Για μένα δε γίνεται αλλιώς. Είμαι κολλημένος
πάνω της [...] είχα την καλύτερη εκπαίδευση στη Λογοτεχνία που είχε ποτέ
κανείς. Είμαι εδώ για να δυναμιτίσω το ταβάνι των πάντων (σελ. 252).
* Αναζητήστε κι άλλα κείμενά μου για τον συγγραφέα στο παρόν ιστολόγιο.
Πρώτη δημοσίευση: τοβιβλίο.net | Διάβασέ το!, 8 Φεβρουαρίου 2026
