Η καταραμένη αμφισημία, η λατρεμένη ευκολία
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
| Joey Guidone |
Μία από τις πιο συνηθισμένες και περιλάλητες μομφές που εκτοξεύονται εναντίον διαφόρων ποιήσεων είναι αυτή της «δύσκολης» γραφής, του ζόρικου περιεχομένου που αντιτάσσεται στις ποικίλες ευκολίες και επιφανειακές προσεγγίσεις στον ποιητικό λόγο, της ρευστότητας, της αμφισημίας που εναντιώνεται στη φυλακή που είναι το συγκεκριμένο, το μονοσήμαντο, το σταθερό, το δομημένο, το πλήρως αποκρυπτογραφημένο, της αοριστίας, της ξενότητας, της πολλαπλότητας που παρουσιάζει και, γενικότερα, του υβριδικού χαρακτήρα.
Έχω ασχοληθεί ξανά με αυτό το ζήτημα[1] έχοντας επισημάνει τον βασικότερο λόγο πίσω από αυτή την μόνιμη ευκολία που όλο ξεστομίζεται από πολλούς, αυτόν τον κυρίαρχο λόγο στην πραγματικότητα περί της ποιητικής τέχνης. Και αυτός ο λόγος δεν είναι άλλος από το γενικότερο διαφαινόμενο (και μη) υπόβαθρο των ανθρώπων που εκφέρουν τα περί αμφισημίας στο περιεχόμενο και δυσκολίας στη γραφή. Θέλω να πω, εκτός από αισθητικό ζήτημα είναι και βαθιά πολιτικό.
Η ποίηση έχει προβλήματα σήμερα πολλά. Η συστηματική επαφή με πρόσωπα, εκδόσεις, περιοδικά, ιστοσελίδες, ιστολόγια και ΜΚΔ, αλλά και αν δει κανείς τι και πώς προωθείται επιβεβαιώνει την ύπαρξή αυτού του δυσάρεστου κανόνα.[2]
Σε γενικές γραμμές, η ποίηση σήμερα μοιάζει με ελεύθερο, άγριο ζώο σε αιχμαλωσία, με φως που δεν ανάβει όσο κι αν παλεύεις με τον διακόπτη. Κάτι έχει χαλάσει, κάτι έχει ξεστρατίσει, παρατηρούμε την ανάπτυξη ενός «λάθος» υβριδίου – κάτι που φυσικά συντελείται και σε άλλους τομείς. Η ποίηση σήμερα έχει βάλει ως σκοπό της την επιτέλεση της άρνησης του εαυτού της: να μην είναι ποίηση αλλά κείμενο άλλου είδους που υποδύεται ότι είναι ποιητικό. Πρόκειται επομένως σε μεγάλο βαθμό για κείμενα μη ποιητικά αλλά ψυχαναλυτικά, ημερολογιακά, αυτοβιογραφικά κ.λπ., για μη ολοκληρωμένες αισθητικές εμπειρίες για τον αναγνώστη – και για τον ποιητή ενδεχομένως – που αρκούνται ως επί το πλείστον στην μηχανική επανάληψη κοινότυπων και απαρχαιωμένων (μέχρι ενός σημείου) τάσεων λυρισμού και σε «αυθόρμητα» (μιμητικά δηλαδή, αυτό υποδηλώνουν τα εισαγωγικά) ψυχογραφήματα (σε αυτό θα επανέλθω στη συνέχεια).
Η κεντρική ιδέα είναι αυτή: ποιήματα «απλά», «λιτά» και «κατανοητά», αυτό είναι το σχήμα/σύστημα που φαίνεται να προωθεί η ποίηση σήμερα. Μονοπώλιο και απολυτοποίηση της κατανόησης, της πρόσληψης, της ανταπόκρισης, του νοήματος, της σημασίας, με άλλα λόγια.
Η ποίηση σήμερα συμβαδίζει με τους κυριάρχους λόγους, τις κατεστημένες νόρμες, τις περίκλειστες δομές και τις επιταγές της εποχής. Είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό καταφατική απέναντι στις αδικίες και τις καταπατήσεις που συμβαίνουν ως αποτελέσματα των (άνισων και μη) σχέσεων εξουσίας. Πλέει εντός της ομοιομορφίας (και νομίζω ότι αισθάνεται όμορφα εκεί) κι εντός μιας άκρατης και αφελούς θετικότητας, ζητά πολύ έντονα την αποδοχή (σχεδόν των πάντων), θέλει να έχει παρουσία και φωνή ανεξάρτητα από το τι θέλει να πει. Η εικόνα της είναι που έχει την ύψιστη σημασία και όχι το περιεχόμενο και ο τρόπος παραγωγής του. Απέχει πολύ από τη σχεσιακή αντίληψη για τη ζωή και τα ιδεώδη της, μοιάζει να αδιαφορεί για το ευρύτερο κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό περικείμενο – ακόμη κι όταν μοιάζει να το αγγίζει – εντός του οποίου διαμορφωνόμαστε και το οποίο όλοι διαμορφώνουμε.
Αναμφίβολα, ο σημερινός ποιητής αγαπά πάρα πολύ τον εαυτό του, δεν δέχεται με τίποτα να πεθάνει για χάρη της δημιουργίας (βλ. Blanchot, 2018) ούτε και για χάρη του αναγνώστη (βλ. Barthes, 2019). Από αυτές τις αρνήσεις προκύπτει η απουσία της ποίησης σήμερα και η εμφάνιση – εν είδει κυριαρχίας – της τελευταίας με όρους τεχνοκρατικούς και εξω-καλλιτεχνικούς.
Τόσο με την ιδιότητα του ποιητή και του αναγνώστη όσο και με αυτή του κριτικού, θα πω ότι στο περιεχόμενο της σημερινής ποίησης στέκομαι πολύ άβολα, αισθάνομαι να με κατακλύζει μια πολιτικο-πολιτισμική αμηχανία, νομίζω ότι μπερδεύομαι σχετικά με τη σημασία και τη λειτουργία του ποιητικού λόγου – και λόγου. Στο περιεχόμενό της διαφαίνεται, αντανακλάται – ποικιλοτρόπως – ένας λόγος πίσω από την απόφαση για γραφή που είναι κάπως αντίθετος με την έννοια της ποίησης (έτσι όπως κάποια τέρατά της τη νοηματοδότησαν), ένα κίνητρο που στρέφεται εναντίον της, που δεν ταιριάζει τόσο σε ποίηση αλλά σε άλλου είδους ανθρώπινες δραστηριότητες και σίγουρα μη καλλιτεχνικές (βλ. Κατσιγιάννης, 2026α).
Δανειζόμενους τη σκέψη του Χαν, σημειώνω ότι η ποίηση σήμερα, κοντά στην αύρα και ποιότητα τηλεοπτικών προγραμμάτων πολλών ειδών, μιλά υπό το πρίσμα μιας «ψυχοπολιτικής» (βλ. Χαν, 2023) νοοτροπίας και από την αφετηρία της συγκατάθεσης και της συγκατάβασης, ακολουθώντας τον αντίστοιχο – επικίνδυνο αλλά και θλιβερό συνάμα – προσανατολισμό, ο οποίος καταστρέφει την ποίηση, κατατρώει ολόκληρο τον πλούτο της, έναν πλούτο που δεν υπάρχει πουθενά αλλού. Η ποίηση σήμερα μοιάζει να επιτελείται με βάση αυτό που ο Χαν ονομάζει ως «storytelling» (βλ. Χαν, 2025̇ Κατσιγιάννης, 2025).
Επομένως, η απαίτηση της σημερινής ποίησης για απλότητα και αμεσότητα στο περιεχόμενο, για εκμετάλλευση του βιώματος και όχι για απροσδιοριστία και αφηρημένα, δύσκολα λόγια,[3] δεν πηγάζει από κάποια διαφορετική ποιητική και κοσμοθεωρητική αντίληψη. Αυτό θα ήταν εντάξει. Άλλωστε, το αίτημα για απλότητα στην ποιητική έκφραση, η εμφανής σύνδεση με το βίωμα και το σώμα, πέρα από θεμιτό είναι και αρκετά παλιό, διαχρονικό. Και πολλοί ποιητές που στρατεύθηκαν εκεί χρύσωσαν την ποιητική τέχνη, γιατί μεταξύ των άλλων δεν αντιτάθηκαν σε αυτήν, δεν θέλησαν να τη μεταλλάξουν, να τη στρέψουν ενάντια στον εαυτό της, αλλά εξέφραζαν και διατράνωναν μία εναλλακτική ποιητική νοοτροπία, η οποία είχε (και έχει) θετικό αποτύπωμα. Η δουλειά τους ήταν ποιητική, το κίνητρό τους η γραφή, δεν προσπάθησαν να εδραιώσουν μέσω της ποίησης κάτι που δεν ανήκει στην ποίηση (ή την καταστρέφει) – να αλώσουν δηλαδή την ποίηση εκ των έσω.
Όμως, τώρα, σήμερα, έχω την άποψη ότι το εν λόγω αίτημα πηγάζει από εκεί: την άλωση της ποίησης εκ των έσω. Το αίτημα αυτό πηγάζει σήμερα από την «εσωτερικευμένη νεοφιλελεύθερη πολιτική παθολογία» (Κατσιγιάννης, 2026β) που μαστίζει (τουλάχιστον) τις φιλελεύθερες δυτικές δημοκρατίες. Οι απαιτήσεις της συνδέονται άρρηκτα με την εικόνα του εαυτού ως υποχείριο, την εγκατάλειψη της δράσης, την κατασίγαση της βούλησης, την ακολουθία προτύπων και ειδώλων, την τραγική έλλειψη γνωστικού (σε πολλά επίπεδα, όχι μόνο ποιητικού) βάθους. Η ποίηση σήμερα εκκινεί από θέσεις σταθερές, εκφράζει το αναμενόμενο και το τετριμμένο με τρόπο αναμενόμενο και τετριμμένο, διακινεί την κουλτούρα της τυποποίησης, της βεβαιότητας, της υποχώρησης, της προσαρμογής και της κατάφασης – της άγνοιας.
Έτσι, η απλότητα, η αμεσότητα, η εμπειρία και όλα τα σχετικά είναι προσχήματα που στην πραγματικότητα σημαίνουν την παραγωγή μιας ποίησης της ασφάλειας και της απλοποίησης αντί της άρνησης, της ρήξης, της αμφισημίας, της πολλαπλότητας και της ρευστότητας, μιας ποίησης μη ικανής να απειλήσει τους κυρίαρχους λόγους, μιας ποίησης μη ικανής να λειτουργήσει ως ρωγμή στις κατεστημένες δομές και να τις διαβρώσει.
Συνεπώς, όταν μια τέτοια ποίηση σαν τη σημερινή έρχεται αντιμέτωπη με μια «πραγματική» ποίηση, μοιάζει να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της και αρχίζει να επιτίθεται δήθεν με ποιητικά επιχειρήματα και προσποιούμενη ότι αντιδικεί για την ποίηση. Προφανώς, αυτή η πολιτικο-αισθητική κατάσταση δεν μπορεί να ανατραπεί από μονάδες ή ομάδες. Αυτό ισχύει εξάλλου για κάθε μάστιγα – ειδικά αν έχει και υποστήριξη από τα πάνω, αν δηλαδή οι διάφοροι κυρίαρχοι λόγοι επωφελούνται από μια τέτοια κατάσταση.[4]
Όμως, όσους μας ενδιαφέρει όχι η συστημική ποίηση αλλά η ποίηση αλλιώς δεν μπορούμε να αφήσουμε την κατάσταση να συνεχίζει την ανεξέλεγκτη πορεία της. Πρέπει τουλάχιστον να δίνονται απαντήσεις συνεχώς σε αυτούς του λόγους, οι οποίοι δεσπόζουν – και δεν πρέπει προφανώς να δεσπόζουν.
Η κατάσταση γύρω από την ποίηση είναι – ευτυχώς για ορισμένους – πολύ διαφορετική από ό,τι επικρατεί σήμερα τόσο σε επίπεδο πρόθεσης και πρακτικής όσο και σε επίπεδο ιδεών. Η ποίηση είναι το περιεχόμενο της και το περιεχόμενό της οφείλει να παρακινεί σε (ανα)στοχασμό και σε περίσκεψη, να ενοχλεί και να ταράζει και όχι να είναι προσαρμοσμένη στις υπάρχουσες ασφυκτικές δομές και αδιάφορη, συμβιβασμένη με τα κακώς κείμενα της εποχής – με πολλούς τρόπους. Οφείλει να εκφράζει τις επιθυμίες του ποιητή έτσι όπως αυτός τις κατασκευάζει (λιγότερο ή περισσότερο εν μέρει) και όχι να δέχεται επιβαλλόμενες προσλήψεις και ανταποκρίσεις για τον κόσμο, τα σημεία του κόσμου, τον ίδιο του τον εαυτό.
Γράφω σε
άλλο μου δοκίμιο:
Η ποίηση
πρέπει να μην αποχωριστεί τον πιο σημαντικό της ρόλο, την πιο βασική της
λειτουργία: την αντίσταση. Η αντίσταση είναι ο φυσικός χώρος θα λέγαμε της
ποίησης, όχι το καταφύγιό της, ο φυσικός, ο αναμενόμενος χώρος της. Ο δρόμος
της πραγματικής ποίησης, δηλαδή της πρωτοποριακής και ριζοσπαστικής ποίησης,
της ποίησης που αποδιοργανώνει τις αισθήσεις κι ενοχλεί τις βεβαιότητες τόσο
του ποιητή όσο και του αναγνώστη, ήταν ανέκαθεν μοναχικός, περιπετειώδης, λίγο
μελαγχολικός και διαρκώς αμφισβητούμενος από τα πάνω – και από τα γύρω βέβαια.
Και οι λόγοι γι' αυτό βρίσκονται στην πραγματική θεώρηση για τον ποιητή. Ο
ποιητής, η ιδιότητα και η λειτουργία του ποιητή, συμβολίζει τις ρωγμές στις
κλειστές και συμπαγείς δομές, τις «γραμμές φυγής» (βλ. Deleuze & Guattari,
2017̇ Ντελέζ & Παρνέ, 2022), που όλο (ανα)δημιουργούν τα συμβάντα και
επινοούν εναλλακτικές μορφές σκέψης, δράσης και ζωής. Ο ποιητής είναι το
απρόοπτο, το δύσκολα (και το μη) εντοπίσιμο, το απροσδιόριστο, η ρήξη με την
άποψη ότι υπάρχει η αλήθεια. Η ποίηση οφείλει, όπως έκανε πάντα, να
φοβίζει τον κόσμο, ιδίως τον κόσμο που στέκεται αμέτοχος, άπραγος, άεργος,
δημοφιλής, προνομιούχος και ταυτόχρονα χαρούμενος και άσχετος. Η ποίηση οφείλει
να δημιουργείται σε αυτό ακριβώς το πρότυπο: την άρνηση, την αμφισβήτηση, την
παρέκκλιση και την υβριδικότητα. Να αντιλαμβάνεται τον ανεξάντλητο πλούτο που
με τον έναν ή τον άλλο τρόπο κρύβει το δυνητικό, να πειραματίζεται και να
επινοεί συνεχώς νέους τόπους, αλλά και τόπους εντός των ήδη επινοημένων τόπων.
Αυτή είναι η πραγματική ποίηση. Η τελευταία, το γνωρίζουν καλά οι μυημένοι
(ποτέ οι τριγύρω, ποτέ οι «μυημένοι»), άλλο δεν κάνει από το να αλλάζει
πρόσωπα, σώματα, φωνές και σχήματα, να αναδιοργανώνεται και να ανασυντάσσεται
ποικιλοτρόπως και συνεχώς. Και αυτό είναι που την καθιστά στους κυρίαρχους
εξουσιαστικούς λόγους (δυνητική) απειλή. Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να
καλλιεργήσει, να συνεχίσει και να διανθίσει (Κατσιγιάννης, 2026γ).
Θέτοντάς το πολύ άμεσα, θα πω ότι σήμερα, βλέπω ελάχιστες ποιήσεις που συνομιλούν με – πολύ ενδεικτικά τα παραδείγματα – τον Γκρέγκορυ Κόρσο, την Ανν Σέξτον, τον Σάμιουελ Μπέκετ, τον Λωτρεαμόν, τον Πολ Όστερ, τον Αντονέν Αρτώ, τον Μίλτο Σαχτούρη, τον Νίκο Εγγονόπουλο, την Μυρτάλη Κανταρτζή, τον Ηλία Πετρόπουλο, αρκετούς μιμητές τους[5] και παρά πολλούς που κινούνται σε άκρως αντίθετη κατεύθυνση.
Κλείνω ως
εξής. Να θυμόμαστε διαρκώς τον ευφυή γραφιά Τζακ Κέρουακ που έγραφε: «μην
αφήσεις την ποίηση να αυτοκτονήσει» (Κέρουακ, 2007: 91).
Βιβλιογραφία
Barthes, R. (2019). Εικόνα, Μουσική, Κείμενο (Γ. Σπανός, Μτφρ., Β. Πατσογιάννης, Επιμ.). Αθήνα: Πλέθρον.
Blanchot, M. (2018). Ο χώρος της λογοτεχνίας (Δ. Δημητριάδης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.
Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.
Κατσιγιάννης, M. (2025). Σημειώσεις για τη νεοφιλελευθεροποίηση της διδασκαλίας της λογοτεχνίας στην προσχολική εκπαίδευση. Βαβυλωνία. Ανακτήθηκε 3 Σεπτεμβρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_95.html
Κατσιγιάννης, M. (2026α). Οι αναρωτήσεις του συγγραφέα. Μιχάλης Κατσιγιάννης. Ανακτήθηκε 3 Σεπτεμβρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/08/blog-post_26.html
Κατσιγιάννης, M. (2026β). Το κρίσιμο «γιατί» της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μιχάλης Κατσιγιάννης. Ανακτήθηκε 3 Σεπτεμβρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/08/blog-post.html
Κατσιγιάννης, M. (2026γ). Η ποίηση μπροστά στις σειρήνες της αφομοίωσης. τοβιβλίο.net. Ανακτήθηκε 3 Σεπτεμβρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/07/blog-post_24.html
Κέρουακ, Τζ. (2007). Ποιήματα (Γ. Λειβαδάς, Μτφρ.). Ηριδανός.
Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.
Χαν, Μ.-Τ. (2023). Ψυχοπολιτική: ο νεοφιλελευθερισμός και οι νέες τεχνικές εξουσίας (Β. Τσαλής, Μτφρ). Αθήνα: Opera.
Χαν, Μ.-Τ. (2025). Η κρίση της αφήγησης (Β. Τσαλής, Μτφρ.). Αθήνα: Opera.
[1] (βλ.
εδώ: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/
).
[2] Να αναφέρω εδώ το προφανές –
δηλαδή θα μπορούσα και να μην το κάνω αλλά θα το κάνω για να αποφύγω όσο
γίνεται τις παρεξηγήσεις αρκετών «καλοπροαίρετων» αναγνωστών που αγνοούν το
εργαλείο της διεξοδικής και κριτικής σκέψης. Οι απόψεις που πρόκειται να
διατυπώσω (και αυτό ισχύει για κάθε κείμενο, για κάθε λόγο, για κάθε άνθρωπο)
αποτελούν την άποψή μου την οποία εγώ θεωρώ ως αλήθεια (μου) και όχι την
αλήθεια, την αναλλοίωτη, καθολική αλήθεια που όλοι οφείλουν άκριτα και αβίαστα
να ασπαστούν.
[3] Η εν λόγω απαίτηση είναι πλήρως
άστοχη γιατί μεταξύ όλων των άλλων αγνοεί το αναπόφευκτο ότι δηλαδή η –
αποκαλούμενη – δύσκολη γραφή, δεν είναι εκτός της βιωματικής και σωματικής
διάστασης – όπως άλλωστε και κάθε αποτέλεσμα που παράγει ο άνθρωπος – απλώς
επιτελείται εναλλακτικά.
[4] Να αναφέρω εδώ ότι για την
ποίηση που υπάρχει ως κυρίαρχη σήμερα μεγάλη ευθύνη φέρουν και όλοι εκείνοι οι
παράγοντες/μεσάζοντες που την αναδεικνύουν ποικιλοτρόπως. Όπως και το γεγονός
ότι σήμερα η ποίηση προτιμά τις μαζώξεις, τα φεστιβάλ και τις ημερίδες, παρά τη
γραφή και την εμβάθυνση σε όλα όσα την προκαλούν.
[5] Η ύπαρξη πολλών μιμητών της
λεγόμενης δύσκολης, μπερδεμένης κι εν πολλοίς μη αρεστής στο ευρύ κοινό γραφής
αποδεικνύουν ότι η κατάπτωση του ποιητικού φαινομένου δεν εντοπίζεται αποκλειστικά
στα αντίθετα αυτής της γραφής, στην ποίηση της μάζας (και για την μάζα) δηλαδή
και δεν εκφράζεται μόνο με αυτόν τον τρόπο, αλλά έχει εισχωρήσει και στο
προφίλ, για να το θέσω έτσι, της ποίησης όπως αυτή υπάρχει πραγματικά, μη
αλλοιωμένη δηλαδή, μη εξω-ποιητική (το έξω με την αρνητική σημασία), μη
νεοφιλελεύθερη.