Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Για μια εναλλακτική εκδοτική νοοτροπία

Για μια εναλλακτική εκδοτική νοοτροπία

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


 

Το πεδίο των εκδόσεων, ειδικά σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνία, είναι πολύπαθο και προβληματικό από πολλές απόψεις και οπτικές γωνίες. Ένα όμως είναι σίγουρο για την πλειονότητα τόσο των εκδοτών όσο και  των συγγραφέων και των αναγνωστών: το παραδοσιακό, συμβατικό έντυπο παράδειγμα. Ρωτώ – αμιγώς κοινωνικο-πολιτικό το ερώτημα: Μα γιατί; Τι ελκύει τις μάζες σε αυτό; Απαντώ.

Το έντυπο παράδειγμα είναι ένας φάρος. Αυτό είναι. Μια ορθολογική μηχανή, μια αλύγιστη συνθήκη, μια καθαρότητα, ένα οχυρό, ένα καταφύγιο. Με άλλα λόγια, ο ανθρωπισμός ο ίδιος ενσαρκωμένος. Βλέπουν όλοι σε αυτό, στη σταθερότητα και τη στιβαρότητά του, τη διαχρονική πυγμή, το απόρθητο λευκό, αγνό περιβάλλον ή αλλιώς έναν γερό βράχο να ακουμπήσουν, ένα ασφαλές μέρος στο οποίο βρίσκουν όλοι την απαραίτητη νοσταλγία, γαλήνη, θαλπωρή, λογική και διέξοδο από τον – υποτίθεται – ρευστό και μεταμοντέρνο κόσμο μας (αυτή η διατύπωση φανερώνει απροκάλυπτα την άγνοια πολλών περί του μεταμοντερνισμού, της μεταδομιστικής θεωρίας κ.λπ.).

Το έντυπο παράδειγμα, ένα καθαρά θετικιστικό εργαλείο, πέρα από το αντικείμενο που είναι, εκπροσωπεί – όπως τα πάντα και οι πάντες – μια κουλτούρα.[1] Αυτή η κουλτούρα σήμερα δεν είναι παρά ο λόγος του αυταρχισμού, της επιτήρησης και του ελέγχου της δημιουργίας και της δημιουργικότητας, υπό την έννοια ότι πρόκειται για την απροϋπόθετη εξουσία (της από τα – πολύ πολύ – πάνω αναμονής, απόρριψης, αποδοχής και επιμέλειας) πάνω στο έργο ενός συγγραφέα, καθώς και της επίτευξης οικονομικού και κοινωνικο-πολιτισμικού κέρδους.

Συνήθως, όλα αυτά καλύπτονται πίσω από τη ρομαντική – μεταφυσική μέχρι ενός σημείου – θέση περί υλικότητας του βιβλίου. Γραφική θέση. Ακούγονται ακόμη και διασκεδαστικές απόψεις, όπως για παράδειγμα ότι για να διαβάσει κανείς πρέπει να μπορεί να μυρίσει το βιβλίο. Στην πραγματικότητα όμως, πρόκειται για ασκήσεις ελέγχου και αξιολόγησης: για σχέσεις εξουσίας – χωρίς να υπονοείται φυσικά ότι η όποια αντι-πρόταση βρίσκεται «εκτός» (το φουκωικό εκτός) των σχέσεων εξουσίας (βλ. Φουκό, 1991· Foucault, 1978).

Αν και πολύ συμπλεγματική κατάσταση, η έντυπη έκδοση είναι πλήρως φυσικοποιημένη. Είναι αποδεκτή από τους πάντες. Η ύπαρξή της και η μεθοδολογία της δεν τίθεται υπό καμία αμφισβήτηση σχεδόν – αυτό το σχεδόν είναι που πρέπει να διευρυνθεί, να αναπτύξει τις ρωγμές. Δεν αναλογίζεται κανείς την πολιτική διάσταση που υπάρχει από πίσω – και που στην πραγματικότητα αποτελεί την κινητήρια δύναμη του όποιου τέτοιου εκδοτικού εγχειρήματος – γιατί στο μυαλό του έχει τη σκέψη ότι μόνο με αυτό το μονοπάτι μπορεί να γίνει/θεωρηθεί συγγραφέας. Μια αναμφίβολα τυραννική και απελπιστική πεποίθηση.

Αυτή η λυσσαλέα – ακούσια και εκούσια – υποστήριξη της έντυπης έκδοσης συνίσταται, μεταξύ άλλων, τόσο σε μια τεχνοφοβική διάθεση όσο και σε μια κακώς εννοούμενη παρελθοντολαγνεία, της οποίας οι λόγοι αρθρώνονται κυρίως από τους ανθρώπους που πρόλαβαν σε μεγάλο βαθμό το έντυπο παράδειγμα ως τη μοναδική εκδοτική πρακτική. Στο σημερινό τρικυμιώδες, κατά τη μονοδιάστατη αντίληψή τους, κοινωνικό πλαίσιο βρίσκουν στη σκέψη του έντυπου παραδείγματος μια «νοσταλγία της επιστροφής» που έχει την έμμεση παραδοχή ότι η «κινητοποίηση της μνήμης» και η «επανενεργοποίηση του παρελθόντος» μας φανερώνει την «καλή φύση» (ζωή και πρακτική), η οποία και πρέπει να επανακτηθεί (βλ. Foucault, 2016: 23).

Όμως, όπως μάλλον καταλαβαίνουμε, δεν είναι μία προσωπική υπόθεσή τους. Αντίθετα, πρόκειται για μια πολιτική πρακτική. Αυτό είναι φανερό ακόμη κι αν κρύβεται πίσω από τις γραμμές. Αυτοί οι άνθρωποι επιχειρούν να μυήσουν τους νεότερους σε αυτή την παρελθοντολαγνεία, σε αυτό το «δενδροειδές» (βλ. Deleuze & Guattari, 2017· Ντελέζ & Παρνέ, 2022) σύστημα σκέψης περί εκδόσεων. Το βιβλίο πρέπει να κρατηθεί ως έχει: εμπορικό προϊόν [(ελεύθερη) αγορά)] και σύμβολο (δογματισμός και ουσιοκρατία).

Ωστόσο, σε κάθε λόγο υπάρχει και ο αντίλογος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αντίλογος που θα διατυπώσω στο ανθρωπιστικό παράδειγμα της έντυπης έκδοσης είναι αυτός της αντιανθρωπιστικής/μεταανθρωπιστικής οπτικής/προσέγγισης (βλ. Newman, 2019) της ψηφιακής έκδοσης ελεύθερης διάθεσης. Πρόκειται για ένα πρόσφατο – σχετικά – εφεύρημα και αποτελεί ένα σοβαρό αντι-παράδειγμα στην συντηρητική και άκαμπτη κουλτούρα της έντυπης έκδοσης. Προωθεί μια τελείως διαφορετική, ρευστή φιλοσοφία για τη δημιουργία και τη δημιουργικότητα, τη διάθεση και την επικοινωνία, μακριά κι έξω από την επιχειρηματική λογική και την κερδοφόρα ηθική, που ως επί το πλείστον κυριαρχεί σήμερα τόσο στην κοινωνία ευρύτερα όσο και στον χώρο του βιβλίου.

Τι ακριβώς είναι η ψηφιακή έκδοση ελεύθερης διάθεσης;[2]

Η ψηφιακή έκδοση ελεύθερης διάθεσης είναι βιβλία που εκδίδονται ψηφιακά και κυκλοφορούν ελευθέρα στο διαδίκτυο με άδειες Creative Commons.[3] Βιβλία και γενικότερα κείμενα που κυκλοφορούν υπό το παραπάνω καθεστώς μπορεί κανείς να βρει και να διαβάσει ενδεικτικά, εδώ: https://repository.kallipos.gr/, εδώ: https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/revmata/about και εδώ: https://www.openbook.gr/.

Τα βιβλία που εκδίδονται κατ’ αυτόν τον τρόπο αναρτώνται/καταχωρούνται οπουδήποτε στο διαδίκτυο, όπως για παράδειγμα σε ιστολόγια, ιστοσελίδες κ.λπ. (όπου επιθυμεί δηλαδή ο εκδότης και ο συγγραφέας), αλλά και σε διάφορες βιβλιοθήκες/αποθετήρια. Στην Ελλάδα, η γνωστότερη από αυτές είναι: https://www.openbook.gr/.[4]

Οι λόγοι που με ωθούν στο να σκεφτώ και να προτείνω μια αλλαγή εκδοτικής στάσης και την υιοθέτηση της εκδοτικής νοοτροπίας της ψηφιακής έκδοσης ελεύθερης διάθεσης δεν είναι προφανώς ούτε λίγοι ούτε ασήμαντοι. Πιο συγκεκριμένα, με αυτή την εκδοτική πρακτική καταρρίπτονται διάφοροι σημαντικοί περιορισμοί, όπως για παράδειγμα οι ακόλουθοι:

Ο χρόνος: ο αναγνώστης μπορεί να έχει πλήρη πρόσβαση στο βιβλίο ανά πάσα στιγμή. Ο χώρος: δεν χρειάζεται να μεταβεί ο αναγνώστης σε κάποιο κατάστημα. Το οικονομικό ζήτημα: δεν ζημιώνεται κανένας – εκδότης, συγγραφέας, αναγνώστης. Η απειλή της εξάντλησης: δεν κινδυνεύει ένα βιβλίο να τεθεί εκτός διάθεσης. Η αποθήκευση: τόσο ο συγγραφέας όσο και ο αναγνώστης μπορούν να αποκτήσουν στην κατοχή τους πλήθος βιβλίων χωρίς να υπάρχει πρόβλημα σχετικά με την αποθήκευσή  τους. Η γνώση (το πιο σημαντικό): η – με την ευρύτερη έννοια – γνώση (είτε λογοτεχνική είτε όποια άλλη) διατίθεται ελεύθερα, όπως θα έπρεπε, σε όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως.

Η ψηφιακή έκδοση ελεύθερης διάθεσης αντιτάσσει  λοιπόν μια άλλη λογική ως προς το σύνολο αυτού που θεωρείται ένα βιβλίο. Ο λόγος που προωθεί συνίσταται στην αντίληψη ότι η αξία του βιβλίου, ως αγαθό, δεν σχετίζεται με ζητήματα υλικής κατάστασης και εικόνας αλλά στο τι εν τέλει πρεσβεύει κι εκπροσωπεί ένα βιβλίο – όπως άλλωστε ισχύει και για κάθε πράγμα. Ένα βιβλίο είναι ο κόσμος, οι άνθρωποι, οι ιδέες, τα ερεθίσματα, οι εμπειρίες, οι σκέψεις. Ένα βιβλίο δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από αυτό. Και αυτό είναι βέβαιο. Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν, η ψηφιακή έκδοση ελεύθερης διάθεσης προτείνει μια αλλαγή στην πρόσληψη και τη λειτουργία του βιβλίου: προτείνει την απώλεια του υποτιθέμενου ειδικού του βάρους, την απόρριψη της υποτιθέμενης ιερότητας που το διακρίνει εντόνως μέχρι και σήμερα και μιλά για την υιοθέτηση μιας ρευστής κατανόησης, δημιουργίας και χρήσης του.

Η ψηφιακή έκδοση ελεύθερης διάθεσης καταργεί τον κατεστημένο ρόλο που διαδραματίζουν όσοι εμπλέκονται στη διαδικασία παραγωγής κι επαφής με το βιβλίο – ειδικά σε ό,τι αφορά τους εκδοτικούς οίκους και τους συγγραφείς. Οι εκδοτικοί οίκοι δίνουν πια τη θέση τους σε ανοικτές, ισότιμα συνεργατικές και μη ιεραρχικά δομημένες, «ριζωματικές» (βλ. Deleuze & Guattari, 2017· Ντελέζ & Παρνέ, 2022) θα λέγαμε, κοινότητες που λειτουργούν από κοινού με τον συγγραφέα για την ολοκλήρωση ενός βιβλίου.

Επιπλέον, η έννοια και η πράξη της αυτοέκδοσης/ιδιωτικής έκδοσης αποδαιμονοποιείται και επανανοηματοδοτείται με θετικό τρόπο και, σε ό,τι αφορά αυτόν τον τρόπο έκδοσης, ίσως να είναι και αυτός που εν τέλει θα επικρατήσει, αφού αν πάψουν να απολαμβάνουν όσα απολαμβάνουν μέχρι σήμερα οι μεσάζοντες – δηλαδή οι εκδοτικοί οίκοι – θα αποσυρθούν (σιωπηλά ή ηχηρά) από το προσκήνιο. Έτσι, όσα βιβλία δεν είναι ιδιωτικές εκδόσεις θα είναι αποτελέσματα συνεργασίας των συγγραφέων με εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι θα επιτελούν μονάχα το πολύ σημαντικό έργο της συνεπικούρησης του συγγραφέα, της παροχής συμβούλων, της γραφιστικής βοήθειας κ.λπ.

Η ψηφιακή έκδοση ελεύθερης διάθεσης είναι ένα πολύ σημαντικό κλειδί για την εξάπλωση της δημιουργίας, της γνώσης και της σκέψης. Καταρρίπτει τα απολύτως υπαρκτά νοητά και μη εμπόδια (που συντηρεί το έντυπο παράδειγμα) που περιορίζουν τόσο τη δημιουργική επιτέλεση (από μέρους του συγγραφέα) όσο και την κοινωνικοποίησή της. Αναδεικνύει ένα νέο, ριζοσπαστικό, συγκρουσιακό και ρευστό περιβάλλον δημιουργίας, επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης μεταξύ των υποκειμένων.

Ας το εξετάσει/ελέγξει κανείς και από καθαρά πρακτική – και ωφελιμιστική, εγωιστική – σκοπιά. Σε μια εποχή, κυριολεκτικής τεχνολογικής άνθισης και εξέλιξης, σαν την σημερινή, όπου κανείς από μας δεν μετέρχεται παλαιών και παλαιότερων τεχνολογιών (π.χ. όχι smartphone κινητά τηλέφωνα, όχι υπολογιστές και ακόμη χειρότερα, όχι χρήση αυτοκινήτου και άλλων παρόμοιων μέσων), όπου όλοι διασταυρωνόμαστε σε ψηφιακές πλατφόρμες και εφαρμογές και όπου όλοι θέλουμε να απολαμβάνουμε αγαθά – και χαιρόμαστε πολύ όταν μας δίνεται η δυνατότητα – ελεύθερης πρόσβασης [(π.χ. youtube (ελεύθερη διάθεση της μουσικής κ.λπ.), περιοδικά και ιστοσελίδες με ελεύθερο το περιεχόμενο (είτε λογοτεχνίας και άλλων τεχνών είτε ΜΜΕ), ΜΚΔ δίχως πληρωμή κ.λπ.)], είναι τελείως παράλογο, ακατανόητο και ανόητο να επιμένουμε στο έντυπο παράδειγμα. Είναι συμπεριφορά ενοχλητική, αναχρονιστική, οπισθοδρομική, ελιτίστικη και αλαζονική.

Ωστόσο, η πραγματοποίηση μιας τέτοιας μεγάλης αλλαγής δεν θα ενοχλούσε μόνο σε ιδεολογικο-πολιτικό και επιστημονικο-θεωρητικό επίπεδο, αλλά θα ενοχλούσε και σε απολύτως πρακτικό και υλικό επίπεδο. Τι εννοώ;

Ο χώρος του βιβλίου είναι μια απέραντη βιομηχανική έκταση, μια πολεμική αρένα επιχειρηματικών φιλοδοξιών και επιδιώξεων. Είναι βέβαιο ότι πρόκειται για κρίμα αλλά στην πλειονότητά του έτσι είναι. Επομένως, μια τέτοια στρατηγική αλλαγή, το καταλαβαίνουν οι πάντες, θα προκαλούσε βαθύτατη δυσαρέσκεια – ίσως και θλίψη – σε όλους εκείνους τους επαγγελματίες βιβλιόφιλους, που αντιλαμβάνονται και προωθούν τη λογοτεχνία ειδικά και το βιβλίο γενικά ως εμπορικό προϊόν. Θα δυσαρεστούσε πάρα πολύ ορισμένους δημοσιογραφίσκους και τα «μαγαζιά» τους, τα οποία λειτουργούν στη βάση εξυπηρέτησης συμφερόντων που φτιάχνουν συνεχώς ευφάνταστες λίστες βιβλίων (δημιουργώντας έτσι και έναν – λιγότερο ή περισσότερο – κανόνα, παρακινώντας έμμεσα τους αναγνώστες-καταναλωτές να προβούν σε αγορές). Θα δυσαρεστούσε επίσης και όλους εκείνους τους συγγραφίσκους που θέλουν να δουν το βιβλίο τους στις λίστες των ευπώλητων, να κάνουν σχετικές αναρτήσεις στα ΜΚΔ και να υπερηφανευτούν ως άξιοι επιχειρηματίες στην πραγματικότητα. Είναι βέβαιο ότι πρόκειται για κρίμα αλλά στην πλειονότητά του έτσι είναι.

Το θέμα αυτό δεν εξαντλείται φυσικά στο παρόν κείμενο. Είναι ακόμη πολλά εκείνα που μπορούν να ειπωθούν – και είμαι βέβαιος ότι αυτό θα συμβεί. Όμως, η σημαντικότητα του παρόντος κείμενου δεν είναι μικρή. Εγκαινιάζει την έναρξη ενός απαραίτητου και αργοπορημένου διαλόγου – ή τουλάχιστον συμβάλλει σε αυτόν, σε περίπτωση που ο διάλογος έχει ήδη εγκαινιαστεί και ο γράφων δεν το έχει πάρει είδηση.

Κάποιοι θέλουμε την αποκαταναλωτικοποίηση και την αποπεριχαράκωση του βιβλίου – και παλεύουμε γι' αυτόν τον (πάντοτε μη τελικό) σκοπό μέσω πολλών τρόπων. Άλλοι που διατείνονται ότι «συμπάσχουν» φέρονται, αν μη τι άλλο, με περίσσεια υποκρισία υιοθετώντας μια σκέψη και μια πρακτική που συνίσταται μόνο στη δημιουργία ριζοσπαστικών μορφών και περιεχομένων. Κάτι δηλαδή που καθόλου δεν ξεβολεύει τόσο την εμπορευματική ηθική όσο και την υπέρμετρη εντυπολαγνεία που μαστίζει τη λογοτεχνία και το βιβλίο σήμερα. Αντίθετα, τις αφήνει αναίμακτες, γιατί για να σημειωθεί κάποια σημαντική αλλαγή σε αυτό το ζήτημα πρέπει απαραίτητα να πειραχθεί και το βιβλίο ως προς την υπάρχουσα οντολογική του θέση και διάσταση.

Καταληκτικά, σημειώνω τούτο. Σήμερα, το έντυπο παράδειγμα λειτουργεί περισσότερο σαν εχθρός της πραγματικής και ανιδιοτελούς λατρείας για το βιβλίο και μας εμποδίζει – ποικιλοτρόπως – να συναντηθούμε μαζί του.

 

Βιβλιογραφία

 

Bolier, D. (2016). Κοινά: Μια σύντομη εισαγωγή (Γ. Θεοχάρης, Μτφρ., Γ. Παπανικολάλου, Επιμ.). Αθήνα: Angelus Novus.

 

Bolier, D. & Helfrich, S. (2022). Ελεύθερα, Δίκαια και Ζωντανά: Η Ανατρεπτική Δύναμη των Κοινών (Ομάδα μεταφραστών, Μτφρ., Δ. Αλεξάκης, Επιμ.). Αθήνα: Νεφέλη.

 

De Angelis, M. (2013). Κοινά, περιφράξεις και κρίσεις (Σ. Παπάζογλου, Χ. Τσαβδάρογλου, Μτφρ.). Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Των Ξένων.

 

Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

 

Foucault, Μ. (1978). Ιστορία της σεξουαλικότητας 1: Η δίψα της γνώσης (Γ. Ροζάκη μτφρ., Γ. Κρητικός, επιμ.). Αθήνα: Ράππα.

 

Foucault, M. (2016). Για την Εξουσία και την Ταξική Πάλη, Συζήτηση με Τέσσερα Μέλη της LCR (Χ. Βαλλιάνος, Μτφρ., Ι. Μπαρτσίδη, Επιμ.). Αθήνα: Εκτός Γραμμής.

 

Κιουπκιολής, Α. (2014). Για τα κοινά της ελευθερίας. Αθήνα: Εξάρχεια.

 

Newman, S. (2019). Από τον Μπακούνιν στον Λακάν: Ο αντιεξουσιασμός και η εξάρθρωση της εξουσίας (Α. Αγγελής, Μτφρ., Τ. Γκόνης & Δ. Παπαγιαννοπούλου, Επιμ.). Αθήνα: Κέλευθος.

 

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

 

Ostrom, E. (1990). Governing the Commons: The evolution of institutions for collective action. Cambridge: Cambridge University Press.

 

Πεχτελίδης, Γ. (2020). Για μια εκπαίδευση των κοινών εντός και πέραν των «τειχών». Αθήνα: Gutenberg.

 

Τριαρίδης, Θ. (χ.η.). “Αυτοεκδιδόμενος…”: μια ομιλία του Θανάση Τριαρίδη. Ανακτήθηκε 10 Ιουνίου 2026, από: https://www.openbook.gr/aytoekdidomenos/

 

Φουκό, Μ. (1991). Η Μικρο-φυσική της εξουσίας (Λ. Τρουλινού, Μτφρ.). Αθήνα: Ύψιλον.

 



[1] Οι αναφορές στο έντυπο παράδειγμα να μην ερμηνευθούν ως διαχρονικές αλλά ότι έχουν ισχύ για το – ευρύ – σήμερα.

[2] Για το ζήτημα αυτό, βλ. εκτός της παρούσας πραγμάτευσης και το ακόλουθο: Τριαρίδης, χ.η.

[3] Η σκέψη γύρω από την ψηφιακή έκδοση ελεύθερης διάθεσης και των αδειών Creative Commons πηγάζει ευθέως από τη θεωρία και την πρακτική της έννοιας των «κοινών» (βλ.: Ostrom 1990· De Angelis, 2013· Κιουπκιολής, 2014· Bolier, 2016· Πεχτελίδης, 2020· Bollier & Helfrich, 2022).

[4] Πρέπει να ειπωθεί επίσης ότι η ψηφιακή έκδοση ελεύθερης διάθεσης (και η ψηφιακή έκδοση εν γένει) δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά και ψηφιακή ανάγνωση. Ένας αναγνώστης για τον όποιο δικό του προσωπικό λόγο μπορεί να φωτοτυπήσει μέρος του βιβλίου ή ολόκληρο το βιβλίο με σκοπό την απρόσκοπτη ανάγνωση.