Σημειώσεις για τη σχέση τέχνης και τεχνητής νοημοσύνης ΙΙ
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
Παρατηρώντας, αναλύοντας και κρίνοντας την εποχή, τις συμπεριφορές και τα αποτελέσματα που προκύπτουν στον ευρύτερο χώρο των τεχνών θα πω ότι η τεχνητή νοημοσύνη, αναμφίβολα, «σώζει» πολύ κόσμο. Η ηχηρή της άφιξη μετέτρεψε διάφορες προθέσεις και ενέργειες ανθρώπων σε κάτι άλλο από αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Δεν πρόκειται για αναβάθμιση, ούτε καν αρνητική, αλλά για υποκρισία, κοροϊδία.
Η τεχνητή νοημοσύνη στην τέχνη έχει γλιτώσει πολύ πολύ κόσμο, αφού τον έβγαλε πια από τη ζώνη της οκνηρίας, της απάθειας, της (αρνητικής, δηλαδή επιβαλλόμενης) αδράνειας, της τεμπελιάς, της άγνοιας και της αισθητικής καθυστέρησης στην οποία έπλεε και που εξαιτίας αυτών ήταν αδύνατον να δημιουργήσει οποιαδήποτε αληθινή, πραγματική, ανθρώπινη τέχνη. Τώρα όμως, με ένα, δύο, άντε τρία κυριολεκτικά άψυχα κλικ, όλος αυτός ο κόσμος μπορεί να έχει έτοιμο ένα «ολοκληρωμένο έργο τέχνης» και να διαμοιράζει μια «αισθητική εμπειρία». Είμαι σίγουρος ότι πολλοί «καλλιτέχνες» αισθάνονται ικανοποίηση με τα «έργα» και τις «ικανότητές» τους. Επικίνδυνη φαντασίωση, στα σίγουρα.
Η αυτοκρατορική παρουσία της τεχνητής νοημοσύνης και η εξόχως προβληματική σχέση που συνάπτουν μαζί της μία σειρά καλλιτεχνών, έχω την άποψη ότι αποδεικνύει περίτρανα αυτό το οποίο υποστηρίζω, ότι δηλαδή η σημερινή κατάσταση, η εποχή που διανύουμε, δεν χαρακτηρίζεται τόσο από απουσία δημιουργίας αλλά από αντι-δημιουργία.
Η τεχνητή νοημοσύνη κατάφερε να αλώσει την τέχνη, να αλλοιώσει τον τρόπο της, ο οποίος φυσικά δεν είναι άλλος από τα ακόλουθα (τα οποία να επισημάνω ότι δεν είναι μοναδικά ούτε ως προς τη σημασία και την ερμηνεία τους ούτε ως προς την επιτέλεσή τους): την περιπλάνηση, την εξερεύνηση, την έρευνα, τον διάλογο, την αμφισβήτηση. Και αυτό αποτελεί κοινή, σημαντική και θεμελιακή γνώση για κάθε πραγματικό και αξιοπρεπή καλλιτέχνη.
Ο καλλιτέχνης αντιπροσωπεύει την ανοικτότητα, την πολυσημία, τη δυνητικότητα, προσεγγίσει τον κόσμο ως διάτρητο, πολλαπλό, ρευστό και μεταβαλλόμενο. Αυτό ακριβώς είναι που σταματά η τεχνητή νοημοσύνη. Τι δηλαδή; Η τεχνητή νοημοσύνη σταθεροποιεί τον κόσμο σε στάσεις (συχνά αφόρητα συγκεκριμένων προδιαγραφών), μουσειοποιεί τις ροές του καθώς, απλοποιεί τα άπειρα περιεχόμενα αυτών.
Η τέχνη υπάρχει, μπορεί να παραχθεί καθαρά και μόνο λόγω των ατομικών και συλλογικών εμπειριών. Αυτό δεν χρειάζεται καν να επισημαίνεται νομίζω. Αυτό είναι ας πούμε το ορμητήριο της τέχνης. Με την τεχνητή νοημοσύνη δεν απαιτείται η ύπαρξη αυτού του ορμητηρίου, αφού δεν βρίσκεται ένας άνθρωπος στη θέση αυτού που «δημιουργεί». Βέβαια, αναγκαστικά αντλείται περιεχόμενο από τις ποικίλες εμπειρίες. Απλώς, επειδή αυτό συμβαίνει μηχανικά και από μία μηχανή, πρόκειται για κάτι τελείως πλασματικό, όπως εξάλλου είναι και το «έργο τέχνης» που εν τέλει «δημιουργείται». Η τεχνητή νοημοσύνη φαντασιώνεται ότι παίρνει από κάπου τη σκυτάλη, ότι αξιοποιεί δημιουργικά τις ήδη υπάρχουσες εγγραφές που ανιχνεύονται στο κοινωνικό και τις μεταχειρίζεται υπό όρους καλλιτεχνικούς. Στην πραγματικότητα, εκείνο το οποίο κάνει είναι να ταχτοποιεί μία σειρά από προπαραγωγές και παραγωγές σε ένα πλαίσιο σκληρά τεχνοκρατικής και ορθολογικής αντίληψης, δηλαδή καθαρή συγκρότηση εξουσιαστικών δομών, καθώς και συντήρηση και επέκταση αυτών.
Στον χώρο των τεχνών υπήρχαν και υπάρχουν πάντοτε ποικίλα αρνητικά κρούσματα, υπάρχουν διάφορα άτομα τα οποία παράγουν τέχνη σε ένα πλαίσιο ντε και καλά, επί τούτου, μιμητικά, μηχανικά, συχνά ακόμη και απολύτως συνειδητά. Τέτοιου είδους στάσεις είναι που χαρακτηρίζουμε ως παρα-δημιουργία ή ακόμη και απουσία δημιουργίας.
Με τα άτομα όμως που «κάνουν τέχνη» μέσω τεχνητής νοημοσύνης τα πράγματα δεν είναι έτσι, δεν είναι δηλαδή ανθρώπινα. Εξηγώ τι εννοώ.
Οι πρώτοι αποτελούν πάνω κάτω δύο περιπτώσεις. Η πρώτη περίπτωση είναι ο ανωριμότητα και δεύτερη περίπτωση ο τσαρλατανισμός. Είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση, τα άτομα αυτά, έστω και τυπικά, έστω και επιφανειακά, εμπλέκονται μέχρι ενός σημείου στο ανεξάντλητο και επικίνδυνο παιχνίδι της δημιουργίας. Αυτό δεν μπορεί να το αρνηθεί κάποιος.
Οι άλλοι όμως, αυτοί που «δημιουργούν» με την τεχνητή νοημοσύνη, αφήνουν ανέγγιχτο το πεδίο της δημιουργίας, δεν προσχωρούν στη γλυκιά βία που περιμένει να τους κατασπαράξει. Είναι πάρα πολύ σημαντικό αυτό να γίνει κατανοητό: με την έλευση της τεχνητής νοημοσύνης ανακαλύφθηκε ο τρόπος που μπορεί κανείς να γίνει καλλιτέχνης, όχι αγνοώντας, αλλά απαξιώνοντας τη δημιουργία ως έννοια και πρακτική.
Ο καλλιτέχνης όμως είναι ακριβώς αυτό, η δημιουργία. Δεν είναι και δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο πέρα από αυτό. Εκείνο το οποίο χαρακτηρίζει το καλλιτεχνικό υποκείμενο είναι αυτό που ονομάζω ως βλέμμα της αγωνίας. Τι είναι το βλέμμα της αγωνίας; Το βλέμμα της αγωνίας περιγράφει τη φυσικο-κοινωνική συνολική συμπεριφορά (σκέψη, δράση, πρόθεση, πρόσληψη, ανταπόκριση) που παρουσιάζει το καλλιτεχνικό υποκείμενο, το οποίο δρα υπό το καθεστώς της (λιγότερο ή περισσότερο ασύμμετρης) ροπής προς τη δημιουργία και τη δημιουργικότητα. Πρόκειται για την ασταθή εκείνη νοητική περιπλάνηση σε όλα τα σημεία του κόσμου, υπό το πρίσμα του πειραματισμού και της αισθητικής διαλεκτικής μεταξύ του εαυτού και του κόσμου. Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί μία στιγμιαία φάση, μία περίοδο με ημερομηνία λήξης. Ο καλλιτέχνης δεν βρίσκεται απλώς σε διαλεκτική με τη δημιουργία, δεν χρειάζεται απλώς τη δημιουργία ώστε να υπάρξει κάποιο έργο. Η δημιουργία για τον καλλιτέχνη δεν αποτελεί μέσο ούτε και σκοπό, δεν κάνει δηλαδή χρήση της δημιουργικότητας, για να το θέσω έτσι χυδαία. Αντίθετα, για τον καλλιτέχνη η δημιουργία αποτελεί τρόπο και στάση ζωής, όχι απλώς μία (λιγότερο ή περισσότερο) εφήμερη αισθητική εμπειρία. Βρίσκεται συνεχώς εντός μια ρευστής ατμόσφαιρας, εντός της δημιουργίας δηλαδή, στην οποία όλα και όλοι υφίστανται διαρκώς μετασχηματισμούς. Συνεχίζω σε αυτό.
Δημιουργώντας έρχομαι αντιμέτωπος με την πιο επικίνδυνη ίσως σαγήνη του κόσμου μας: έρχομαι αντιμέτωπος με ένα κράμα απόλαυσης, χαράς και βασανισμού, βίας. Αν δίνομαι πραγματικά στη δημιουργία, εάν χάνομαι πραγματικά στις ερήμους της, βιώνω αλλεπάλληλες ταραχές από τις οποίες προκύπτει η συνεχής επανασυναρμολόγηση τόσο των ποικίλων σημείων που συναντώ όσο και των ήδη γνώριμων και από αυτή τη ρευστή διαδικασία παράγεται στην ουσία το έργο τέχνης. Η δημιουργία με ολοκληρώνει στον βαθμό που δέχομαι να με κατακερματίσει ως πυρήνα, με αναγεννά στον βαθμό που δέχομαι να θανατώσει τη δήθεν αδιαίρετη ουσία μου, το χρυσό μου είναι, δηλαδή με αναγεννά στον βαθμό που δέχομαι να με αποκεντρώσει ως συμπαγή και ενιαία ταυτότητα. Με άλλα λόγια, η δημιουργία μού παρέχει το καταφύγιο εκείνο που λαχταρώ ως καλλιτέχνης όσο κι εγώ με τη σειρά μου της επιτρέπω να με βανδαλίσει ποικιλοτρόπως.
Με την τεχνητή νοημοσύνη νομίζω ότι όλο αυτό δεν ελαχιστοποιείται αλλά χάνεται, καταργείται. Έτσι, ο καλλιτέχνης μεταλλάσσεται και αποτελεί πια έναν εσωτερικό εχθρό για την τέχνη και όχι απλώς έναν διαστρεβλωτή της, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τις περιπτώσεις των ατόμων που περιέγραψα παραπάνω ως ανωριμότητα και τσαρλατανισμό.
Καλώ τον αναγνώστη να σκεφτεί, να αναστοχαστεί και να προσπαθήσει να εισχωρήσει στα παθιασμένα σύμπαντα ποικίλων καλλιτεχνών που τρέλαναν το αισθητικό, εξαΰλωσαν τη σημασία, γκρέμισαν κάθε επιχείρηση συγκρότησης συμπαγών και μονοσήμαντων νοημάτων. Τον καλώ να προσπαθήσει να κατανοήσει τη βαθύτερη λειτουργία που έθεσαν στην τέχνη τους. Με άλλα λόγια, επανανοηματοδότησαν τους λόγους και τις λειτουργίες της τέχνης, θέτοντας στο επίκεντρο των αναζητήσεών τους το πάντρεμα της άρνησης με τη δυνητικότητα, δηλαδή την αγωνιώδη αναζήτηση σημείων και την ποικιλότροπη εκμετάλλευση κάθε ενός. Έτσι, ίσως καταλάβει κανείς σχετικά πιο εύκολα τον λόγο για τον οποίο η τεχνητή νοημοσύνη απειλεί πιο πολύ από κάθε άλλη δύναμη την τέχνη. Συνεχίζω λοιπόν σε αυτό αναφέροντας μερικά παραδείγματα.
Τι έγινε με τον Frantz Kafka; Αυτός, αν προσπάθησε κάτι, αυτό ήταν να καταφέρει να αντικρύσει έστω τις διαστρεβλώσεις που μεταμφιέζουν τη μορφή του κόσμου και εγκλωβίζουν το περιεχόμενό του στην οργανωμένη άσκηση του θλιβερού και μη υγιούς τσίρκου. Αναζήτησε τις γλώσσες των νορμών, τις συμπεριφορές του νόμου και επιχείρησε να διασπάσει τον λυρισμό της ερωτικής τους σχέσης.
Ο Mark Rothko; Ήθελε να εντάξει στην αμιγώς πολυφωνική διαδρομή του τη μάζα διαιρεμένη, να επαναπροσδιορίσει τη μονοτονία, να φέρει την πυκνότητα στην επιφάνεια διατηρώντας το βάθος και ταυτόχρονα αφαιρώντας την αίσθηση της ατμόσφαιρας του εγκλεισμού. Απελευθέρωση της όρασης, επαναφορά της κριτικής της διαύγειας.
Ο Mika Vainio; Απορρύθμισε τον ρυθμό, απεγκατέστησε σε μεγάλο βαθμό τη μελωδία από τις αισθήσεις και την κρατά περιπλανώμενη σε απέραντες, αχανείς εκτάσεις γαλήνιου θορύβου και αμήχανης ωριμότητας. Οι ήχοι του αποτελούν ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα μετασωματικής τέχνης.
Η Μυρτάλη Κανταρτζή; Εδώ είναι μια μοναδική περίπτωση. Η ποιήτρια αυτή έδωσε άλλη ώθηση και προσανατολισμό στη μοναξιά, στην ευαλωτότητα, στη συλλογικότητα και την ενσυναίσθηση αναδεικνύοντας τη γραφή ως την καταλυτική εμπειρία και μέσο για την αποφυγή – έως και αποδόμηση – της σαθρότητας των κυρίαρχων λόγων που δεσπόζουν, οργανώνουν το κοινωνικό, μονοπωλούν τα επικοινωνιακά εργαλεία τους, οργανώνουν και ταχτοποιούν τους πληθυσμούς με βάση τον εξουσιαστικό ορθολογισμό και τη βραδύτητα της σκέψης.
Ο Robert Frank; Μέγας εθνογράφος με αξιέπαινη διεισδυτικότητα. Το πολυδιάστατο έργο του αγγίζει ποικίλες σημασίες και συνεπώς, δυνατότητες, κατασκεύασε έναν ολόκληρο κόσμο που πολλοί λανθασμένα τον καταλογοποιούν ως «κανονικό», υπαρκτό.
Ο Antonin Artaud; Η λήξη του χωροχρόνου εδώ. Μια καταστροφή που σπέρνει τη χαρά. Είδε το υποκείμενο αλλιώς, όχι στις πικρές σκιές του κόσμου, όχι στα βρωμερά μέρη των κοινότυπων και φευγαλέων συναισθημάτων, όχι στις μονότονες αντιλήψεις που παράγουν υποκειμενικότητες, τα σώματα των οποίων λειτουργούν με μαξιμαλισμό μεν αλλά τραγικά μονοφωνικά, χωρίς διορατικότητα και άνεση κριτικών παρεμβάσεων, περιθωριοποιημένα από τα πάνω και έγκλειστα – ακόμη και κυριολεκτικά. Ή μάλλον, επειδή τα είδε κι όλα αυτά, μας είδε μετά όλους στο πολύχρωμο φως του ήλιου (το οποίο κατασκεύασε έχοντας σοβαρές απώλειες), στους χωροχρόνους της ρήξης, της σύγκρουσης, στις σπηλιές φροντίδας, της άρνησης ενός τυποποιημένου και σκληρά δογματικού πολιτισμού, σε χώρους ανοικτότητας, που εμπεδώνεται συνεχώς η θέση ότι η αλλαγή στις σκέψεις και τις αισθήσεις μπορεί επιτέλους να βρει δημιουργικές διεξόδους και να αποδράσει από τα περίκλειστα και μοναχικά δωμάτιά μας.
Κλείνοντας, θα προσθέσω το εξής. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν θα έλεγα είναι εχθρός για τον καλλιτέχνη μόνο, όσο και για τον κόσμο. Και νομίζω ότι αυτό δεν θα αναστραφεί γιατί, μεταξύ πολλών άλλων, η πραγματική τέχνη ενοχλεί και μάλιστα πολύ. Συνεπώς, η αποικιοκρατική αυτή συνθήκη που συντελείται αυτή την εποχή πάνω και εντός της τέχνης, δεν μπορεί να εκληφθεί ως τίποτα πέρα από καθαρή πολιτική.
