Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άλλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άλλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

Μύθοι για τους ανθρώπους

Μύθοι για τους ανθρώπους

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Yuanyuan Liu, The exit (2024)

 

Είναι ένα θέμα αυτό με το οποίο θα ασχοληθώ εδώ που συχνά ενοχλεί, προκαλεί έριδες και καταλήγει σε διαστρεβλώσεις. Και ο λόγος είναι ότι όταν γίνεται μία προσπάθεια να αναδειχθούν τα παιχνίδια των αφηγήσεων, οι πολιτικές των λόγων και τα αποτελέσματά που διαμορφώνουν και στεγανοποιούν στο κοινωνικό, οι κουρτίνες πέφτουν και φαίνονται τα πράγματα λιγάκι πιο καθαρά, φωτίζονται τυχόν αντιφάσεις, καταρρίπτονται μύθοι, αποδομούνται κακοποιητικές και τοξικές αντιλήψεις, στάσεις και συμπεριφορές. Ερωτήματα όπως «ποιος και γιατί αποκτά φωνή, ορατότητα, αξία;», «ποιος και γιατί θεωρείται και αναπαρίσταται ως σημαντικός, σωστός, λογικός, συγκροτημένος;» είναι που θα προσπαθήσω να απαντήσω εδώ.

Όπως πολλοί από εμάς έτσι κι εγώ έχω – δυστυχώς – εμπλακεί ποικιλοτρόπως ουκ ολίγες φορές με ανθρώπους που θεωρούνται από τους κυρίαρχους λόγους ως διανοούμενοι,  πολιτισμένοι, ηθικοί κ.λπ. Αυτό που συχνά λέμε ως άνθρωποι του πολιτισμού. Ο κατάλογος – πολύ – μακρύς: ποιητές, πεζογράφοι, συστηματικοί αναγνώστες, εκστασιασμένοι θεατές, βιβλιοπώληδες, εικαστικοί, γκαλερίστες, μεταφραστές, εκδότες, διοργανωτές φεστιβάλ, ιδιοκτήτες/διευθυντές περιοδικών, ιδρυτές λογοτεχνικών και πνευματικών στεκιών και λεσχών, μελετητές, κριτικοί, καθηγητές. Με κάποιους απ’ αυτούς (πάλι δυστυχώς) μοιράζομαι, έστω και τυπικά, κοινούς χωροχρόνους. Και προφανώς έχουν αντληθεί ποικίλα συμπεράσματα από αυτές τις εμπειρίες. Αυτή είναι η πρώτη κατηγορία.

Έχω ζωντανά στο μυαλό μου κάποιες σημαντικές εξαιρέσεις (είτε άμεσων είτε έμμεσων συναναστροφών) με κάποιες από τις οποίες διατηρώ ακόμη επαφή, αλλά σε γενικές γραμμές θα πω ότι τα άτομα αυτής της πρώτης κατηγορίας ήταν με μεγάλη διαφορά τα πιο ημιμαθή, άβουλα, δυσλειτουργικά, συμβιβασμένα, κομπλεξικά, με εμφανή συμπλέγματα, αρκετή έπαρση, εγωκεντρικά, αποστειρωμένα – ακόμη κι αν ήθελαν να το κρύψουν επιμελώς δεν τα κατάφερναν – και σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό άσχετα στην πραγματικότητα με το αντικείμενο με το οποίο διατείνονται ότι καταπιάνονται – κάτι που ο ελεύθερος και ειλικρινής διάλογος μπορεί να αποδείξει.[1]

Υπάρχει όμως και μία δεύτερη κατηγορία – στην οποία συγκαταλέγονται άτομα διαφόρων ιδιοτήτων, τόσο σχετικών με την τέχνη όσο και με άλλα πεδία.

Με ανθρώπους που βρίσκονται σε αυτήν την κατηγορία μου συνέβησαν οι πιο ενδιαφέρουσες, σημαντικές και πολύτιμες – άμεσες και έμμεσες – επαφές που είχα ποτέ. Οι άνθρωποι αυτοί δεν θεωρούνται από την κοινή, δηλαδή την κατεστημένη, γνώμη ως σοβαροί, συγκροτημένοι, μορφωμένοι (ή με «λάθος» τρόπο μορφωμένοι), δεν τους πιστώνονται τέτοιου είδους γνωρίσματα. Μάλλον συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ήταν άτομα που στερούνταν ορατότητας, «αλληλεξάρτησης» και «αναγνώρισης» (βλ. Butler, 2017) ή είχαν περιορισμένη, είτε στην ολότητα της προσωπικότητάς τους είτε σε επί μέρους δραστηριότητές τους, άτομα περιθωριακά (ηθελημένα και μη), ποικιλοτρόπως ευάλωτα, απόκληροι, τραυματισμένα, παραβατικά, διωκόμενα, ατίθασα, ποικιλοτρόπως παρεκκλίνοντα, εναλλακτικά, συγκρουσιακά.[2] Μακάρι να μπορούσα να αναφέρω αναλυτικά όλα όσα θέλω επ' αυτών.

Τα άτομα αυτής της δεύτερης κατηγορίας είχαν ως επί το πλείστον έναν πηγαίο αυθορμητισμό, μία «αυθεντική» απλότητα, έναν γαλήνιο και γειωμένο μινιμαλισμό, μία υποβόσκουσα αγνότητα, μία τρυφερότητα, μία οξεία κριτική σκέψη και διάθεση, άπλετη (παθητική και μη) δημιουργικότητα, όχι πάντοτε δήθεν ριζοσπαστική και συγκρουσιακή νοοτροπία και κουλτούρα που ακόμη κι αν δεν το συνειδητοποιούσαν έρχονταν άμεσα σε μεγάλη ρήξη με τους κυρίαρχους λόγους και επιτελούσαν με τη δράση τους πολύ ικανοποιητικά τη λειτουργία της «γραμμής φυγής» που επιχειρεί εναγωνίως να «λειάνει» τους «ραβδωτούς» χώρους, τα συμπαγή και εξουσιαστικά περιβάλλοντα της νεοφιλελεύθερης δυτικής μας κοινωνίας, ήταν «νομαδικά» υποκείμενα που συνεχώς διέφυγαν του ελέγχου και της επιτήρησης, για να μιλήσω με ντελεζιανά λόγια (βλ. Deleuze & Guattari, 2017· Ντελέζ & Παρνέ, 2022). Στέκονταν με παρρησία απέναντι στην αλλοτρίωση, την ομοιογένεια και την τυποποίηση, ποιότητες πλήρως φυσικοποιημένες που δεν αμφισβητούνται – σχεδόν – από κανέναν.

Χωρίς να είναι ποτέ τίποτα απόλυτο (όπως ήδη έχω διευκρινίσει), αφού τα πάντα είναι ρευστά, σχετικά και ευμετάβλητα, και φυσικά χωρίς ωραιοποιήσεις, αφού ο ρεαλισμός δεν αντέχει τέτοια παραπλανητικά παιχνιδάκια, μπορεί κανείς να συνεχίσει αυτή την τυπολογία. Προχωρώ λοιπόν. 

Τα άτομα της πρώτης κατηγορίας εκφράζουν έντονα την πειθαρχική οργάνωση του εαυτού, την αυταρχική και συντηρητική στάση και συμπεριφορά, την υπεροψία, την ελιτίστικη διάθεση, τον στείρο και άκαμπτο ορθολογισμό, τη νοοτροπία της ξεροκεφαλιάς (παρότι αρκετοί είχαν – επιβεβαιωμένες – γνώσεις, δεν αμφισβητείται αυτό). Είχαν πάντα την ανάγκη να κερδίσουν κάτι με την παρουσία τους, κάτι να πάρουν πίσω με το έργο τους, με τη σκέψη τους, με τον λόγο τους, είχαν πάντα το δόγμα έτοιμο για κήρυγμα  Δεν είχαν ιδέα ότι είναι ικανοί να σφάλουν, να κάνουν λάθος, πως το λένε. Και φυσικά όταν έρχονταν σκούρα τα πράγματα άρχιζαν τις υποτιμητικές και απαξιωτικές συμπεριφορές, τραμπούκισμα με αστική ευγένεια και πάει λέγοντας. Άτομα που έχουν τυφλή πίστη και εμπιστοσύνη στις δομές, στις σταθερές θέσεις, στα αποδιδόμενα αποκτήματα, στις περιορισμένες, ελεγχόμενες από τα ίδια και από τα πάνω αλληλεπιδράσεις. Άτομα, πολλά από αυτά, με υπερβάλλουσα λατρεία στην τρέχουσα γνώμη (με την οποία υποτίθεται ότι διαφωνούν προγραμματικά), άτομα ως επί το πλείστον αναξιοπρεπή και με ελαττωματική ηθική (και με ηθική που αρέσκεται κυρίως να βρίσκει ελαττώματα στους άλλους).

Τα άτομα της δεύτερης κατηγορίας ήταν πάντα κάτι άλλο. Τα όποια – σοβαρά – ελαττώματά τους εντοπίζονταν όχι αποκλειστικά αλλά κυρίως σε επίπεδο μικρών ζητημάτων. Η γενικότερη στάση τους αντανακλούσε μια πολιτική της άρνησης, της παρέκκλισης, της ανυπακοής, της υβριδικότητας, της αντίστασης. Ακόμη κι αν δεν μπορούσαν να εξηγήσουν λεπτομερειακά το τι και το γιατί, ακόμη κι αν όλο αυτό συντελούνταν κυρίως διαισθητικά και με εμπειρικά εργαλεία, είχαν κατανοήσει πώς κινείται ο κόσμος, πώς λειτουργεί.

Αυτά τα άτομα, άτομα που η λογική της κατεστημένης πραγματικότητας θεωρεί άχρηστα, περιττά, λάθος ή κομπάρσους στην καλύτερη περίπτωση, μου έχουν χαρίσει τις πιο σημαντικές – σε γνωστικό και αισθητικό επίπεδο – στιγμές. Με έχουν εμπνεύσει, με έχουν κινητοποιήσει, μου έχουν δείξει, με τον ωμό, ακατέργαστο, μη θεωρητικό τους τρόπο, δρόμους που η θεωρία μπορεί επίσης να δείξει. Αυτό αποδεικνύει περίτρανα την υπέροχη της έντασης της ζωής τους και του τρόπου σκέψης τους έναντι αυτών της πρώτης κατηγορίας, οι οποίοι αισθάνονται μία ιδιαίτερα θετική έκπληξη με τον εαυτό τους επειδή διαβάζουν και γράφουν, ενώ στην πραγματικότητα οι περισσότεροι «διαβάζουν» και «γράφουν». Και φυσικά κάνουν το μέγα λάθος να πιστεύουν με θέρμη ότι είναι οι μόνοι των οποίων τα διαβάσματα και τα γραπτά έχουν αξία.

Το παράδειγμα αυτών των ανθρώπων σπάει το καλούπι αυτών της πρώτης κατηγορίας οι οποίοι εγκλωβίζονται σε σχήματα που τους κάνουν να μην μπορούν να δουν δίπλα τους και μέσα τους, που αρκούνται στο επιφαινόμενο, που ικανοποιούνται μόνο με το χειροκρότημα και μόνο αν αυτό προέρχεται από ομοίους τους, που ζητούν συνεχώς το φως – αρκεί να είναι ψεύτικο.

Πλέον, μιλώ για εμένα. Σχετικά με τα άτομα της πρώτης κατηγορίας, ως ποιητής, δυσκολεύομαι πολύ να θεωρήσω τον εαυτό μου ομότεχνο με αυτούς. Δεν γράφουμε από την ίδια αφετηρία, δεν γράφουμε για τους ίδιους λόγους, δεν γράφουμε για να αγγίξουμε τους ίδιους προορισμούς, δεν γράφουμε για τους ίδιους αναγνώστες, δεν κυνηγάμε τις ίδιες αφηγήσεις. Και πολύ συχνά ντρέπομαι που, έστω και τυπικά, θεωρούμαστε ομότεχνοι. Αλλά και ως άνθρωπος που μελετά ενεργά και εντατικά τα γράμματα, που σκαλίζει το πνευματικό, που αναζητά, δεν θεωρώ ότι εισχωρούμε μέσα στο πρόβλημα για τους ίδιους λόγους, δεν θεωρώ ότι επιχειρούμε να φωτίσουμε τα ίδια σημεία, ότι έχουμε την ανάγκη της – όποιας – αλλαγής.

Και αυτό είναι προφανώς απολύτως εντάξει. Αυτό έλειπε! Ωστόσο, ορισμένα μονοπώλια καλό και απαραίτητο είναι να επισημαίνονται και να αποδομούνται, καλό και απαραίτητο είναι ορισμένοι μύθοι για τους ανθρώπους να αποδομούνται.

Εμένα, μου αρέσουν οι άνθρωποι που σκέφτονται τον εαυτό, τη δράση και τη ζωή τους σχεσιακά με τους άλλους κι όχι αυτοί που αρέσκονται στην κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική ευγονική. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που αναπτύσσονται (συνειδητά ή μη) με σκοπό να συμπαρασύρουν κι άλλους κι όχι μόνο για το προσωπικό τους όφελος. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που τους αρέσουν ανιδιοτελώς οι άνθρωποι. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που επιδιώκουν τη διαφυγή από τον κόσμο που έχουμε κι όχι αυτοί που αισθάνονται καλά σε αυτόν και θέλουν να διευρύνουν τα όριά του. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που με τη δράση τους λειτουργούν ως ρωγμές, ως αντιστάσεις κι όχι οι άνθρωποι που αποτελούν την αιτία γι' αυτήν τη δράση. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που προσπαθούν να δημιουργήσουν κρυψώνες μέσα στα χαλάσματα αυτού του κόσμου. Δίπλα σε τέτοιους ανθρώπους εμπνέομαι, νιώθω ήρεμος και δημιουργικός – δηλαδή ζωντανός.

 

 

ΥΓ. Όπως συμβαίνει με πολλά κοντράστ, έτσι κι εδώ, αυτό είναι μάλλον απ’ την ανάποδη. Οι λεγόμενοι πνευματικοί άνθρωποι παρουσιάζουν συχνά έλλειψη ενδιαφέροντος ακόμη και για όσα διατείνονται ότι τους ενδιαφέρουν. Απλώς, επειδή αποφεύγουν τον ανεμπόδιστο και εξαντλητικό διάλογο, επειδή αυτοεκτίθενται στεκόμενοι στο όριο της έκθεσης και επειδή επιλέγουν ελεγχόμενες και πολύ συγκεκριμένες συναναστροφές, αυτό είναι δύσκολο να διαφανεί. Είναι αυτοί κυρίως που χρειάζονται «φροντιστήριο» πάνω σε ποικίλα θέματα και όχι αυτοί της δεύτερης κατηγορίας – χωρίς ατό να σημαίνει ότι και σε αυτούς δεν εντοπίζονται ελλείψεις, ανεπάρκειες και αδυναμίες. Επιπλέον, η συνολική παρουσία αυτών των ατόμων κάνουν μεγάλο κακό στο πεδίο των τεχνών, των γραμμάτων και του πνεύματος. Δημιουργούν γι' αυτό το πεδίο αναπαραστάσεις που μόνο εν μέρει ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, το δηλητηριάζουν και το απομονώνουν από το κοινωνικό και το πολιτικό – ενίοτε και από το αισθητικό. Αυτό το πεδίο είναι στην πραγματικότητα πολύ διαφορετικό και τα ιστορικά αλλά και τωρινά παραδείγματα που το πιστοποιούν αυτό αμέτρητα. Λέω λοιπόν και προτρέπω: ας σκύψουμε – όσοι ενοχλούμαστε με αυτή την κατάσταση – πάνω σε όλα αυτά τα παραδείγματα, ας έρθουμε αντιμέτωποι με τον αγνό πλούτο τους χωρίς να οφείλουμε να δεχθούμε άκριτα μεμονωμένα χαρακτηριστικά, αλλά να επιδιώξουμε την ανοικτή, ποιοτική και παραγωγική σύνθεση.

 

Βιβλιογραφία

 

Butler, J. (2017). Σημειώσεις για μια επιτελεστική θεωρία της συνάθροισης (Μ. Λαλιώτης, Μτφρ., Ρ. Σινοπούλου, Επιμ.). Αθήνα: Angelus Novus.

Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.



[1] Εδώ υπάρχει μία μεγάλη παρεξήγηση αναφορικά με τους λεγόμενους ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων, των διανοούμενων, των ανθρώπων του πολιτισμού και του πνεύματος. Εξηγούμαι. Αυτά τα άτομα θεωρείται – και ισχύει βέβαια μέχρι ενός σημείου – ότι έχουν μεγάλη και βαθιά σχέση με τη θεωρία και γενικότερα ότι έχουν έντονη σχέση με τα γράμματα, ότι ασχολούνται με την πνευματική καλλιέργεια. Η θεωρία, η – με βάση αυτήν – μικρότερη ή περισσότερη αποχή από την πράξη είναι πολύ κρίσιμη και σημαντική για τη διαμόρφωση ενός συγκροτημένου υποκειμένου και τη διακίνηση ιδεών ικανών να μετασχηματίσουν τα κακώς κείμενα του κόσμου. Όμως, προσοχή εδώ. Η γνώση της θεωρίας (και η θεωρητική επάρκεια κατ’ επέκταση) δεν πρέπει να συμβαίνει για επιβεβαίωση και διαιώνιση του εαυτού, για αστυνόμευση και εξουσιαστική συμπεριφορά έναντι άλλων, αλλά για τον μετασχηματισμό του εαυτού και του κόσμου. Η θεωρία και γενικότερα η ενασχόληση με τα γράμματα και το πνεύμα επ’ ουδενί δεν πρέπει να μετατρέπει το άτομο σε ένα περίκλειστο υποκείμενο, να εγκλωβίζει το τελευταίο σε ένα ναρκισσιστικό παραλήρημα, αλλά αντίθετα να το μετατρέπει σε ανοικτό και πλουραλιστικό, ανεκτικό και κριτικό, συμπαραστατικό και διορατικό. Σε αντίθετη περίπτωση, η ενασχόληση με τη θεωρία και το πνεύμα, όσο εντατική κι αν είναι, απενεργοποιείται, καταντά μουσειακή περιήγηση, κλινική ενασχόληση με μούμιες, δηλαδή ένα μεγάλο μηδενικό. Προσωπικά, έχοντας μία ροπή προς την θεωρία (όχι μόνο της λογοτεχνίας αλλά και ευρύτερα της θεωρίας) και δίνοντας ένα ποιοτικό προβάδισμα σε αυτήν – και δεν είναι λίγες οι φορές που έχω επικριθεί γι' αυτό (τόσο μη παραγωγικά δηλαδή από στενόμυαλες αντιλήψεις όσο και παραγωγικά δηλαδή μέσα από στοιχειοθετημένες και ενδιαφέρουσες διαλεκτικές) – θεωρώ αποτελεσματικότερη μία υβριδική, συνδυαστική δράση, δηλαδή όταν η θεωρία συνομιλεί με τις ατομικές και συλλογικές επιτελέσεις, εξηγεί τα σημεία της καθημερινής ζωής, σκύβει πάνω από μικρότερα και μεγαλύτερα προβλήματα, διευρύνει την κατανόηση των αισθήσεων και λειτουργεί ως μικροσκόπιο και οδοστρωτήρας για το ακατέργαστο υλικό που μας προσφέρει η ζωή.

[2] Συχνά, τέτοιοι άνθρωποι ήταν οι σημαντικότεροι, οι διαυγέστεροι καλλιτέχνες και διανοούμενοι.

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Για μια εναλλακτική εκδοτική νοοτροπία

Για μια εναλλακτική εκδοτική νοοτροπία

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


 

Το πεδίο των εκδόσεων, ειδικά σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνία, είναι πολύπαθο και προβληματικό από πολλές απόψεις και οπτικές γωνίες. Ένα όμως είναι σίγουρο για την πλειονότητα τόσο των εκδοτών όσο και  των συγγραφέων και των αναγνωστών: το παραδοσιακό, συμβατικό έντυπο παράδειγμα. Ρωτώ – αμιγώς κοινωνικο-πολιτικό το ερώτημα: Μα γιατί; Τι ελκύει τις μάζες σε αυτό; Απαντώ.

Το έντυπο παράδειγμα είναι ένας φάρος. Αυτό είναι. Μια ορθολογική μηχανή, μια αλύγιστη συνθήκη, μια καθαρότητα, ένα οχυρό, ένα καταφύγιο. Με άλλα λόγια, ο ανθρωπισμός ο ίδιος ενσαρκωμένος. Βλέπουν όλοι σε αυτό, στη σταθερότητα και τη στιβαρότητά του, τη διαχρονική πυγμή, το απόρθητο λευκό, αγνό περιβάλλον ή αλλιώς έναν γερό βράχο να ακουμπήσουν, ένα ασφαλές μέρος στο οποίο βρίσκουν όλοι την απαραίτητη νοσταλγία, γαλήνη, θαλπωρή, λογική και διέξοδο από τον – υποτίθεται – ρευστό και μεταμοντέρνο κόσμο μας (αυτή η διατύπωση φανερώνει απροκάλυπτα την άγνοια πολλών περί του μεταμοντερνισμού, της μεταδομιστικής θεωρίας κ.λπ.).

Το έντυπο παράδειγμα, ένα καθαρά θετικιστικό εργαλείο, πέρα από το αντικείμενο που είναι, εκπροσωπεί – όπως τα πάντα και οι πάντες – μια κουλτούρα.[1] Αυτή η κουλτούρα σήμερα δεν είναι παρά ο λόγος του αυταρχισμού, της επιτήρησης και του ελέγχου της δημιουργίας και της δημιουργικότητας, υπό την έννοια ότι πρόκειται για την απροϋπόθετη εξουσία (της από τα – πολύ πολύ – πάνω αναμονής, απόρριψης, αποδοχής και επιμέλειας) πάνω στο έργο ενός συγγραφέα, καθώς και της επίτευξης οικονομικού και κοινωνικο-πολιτισμικού κέρδους.

Συνήθως, όλα αυτά καλύπτονται πίσω από τη ρομαντική – μεταφυσική μέχρι ενός σημείου – θέση περί υλικότητας του βιβλίου. Γραφική θέση. Ακούγονται ακόμη και διασκεδαστικές απόψεις, όπως για παράδειγμα ότι για να διαβάσει κανείς πρέπει να μπορεί να μυρίσει το βιβλίο. Στην πραγματικότητα όμως, πρόκειται για ασκήσεις ελέγχου και αξιολόγησης: για σχέσεις εξουσίας – χωρίς να υπονοείται φυσικά ότι η όποια αντι-πρόταση βρίσκεται «εκτός» (το φουκωικό εκτός) των σχέσεων εξουσίας (βλ. Φουκό, 1991· Foucault, 1978).

Αν και πολύ συμπλεγματική κατάσταση, η έντυπη έκδοση είναι πλήρως φυσικοποιημένη. Είναι αποδεκτή από τους πάντες. Η ύπαρξή της και η μεθοδολογία της δεν τίθεται υπό καμία αμφισβήτηση σχεδόν – αυτό το σχεδόν είναι που πρέπει να διευρυνθεί, να αναπτύξει τις ρωγμές. Δεν αναλογίζεται κανείς την πολιτική διάσταση που υπάρχει από πίσω – και που στην πραγματικότητα αποτελεί την κινητήρια δύναμη του όποιου τέτοιου εκδοτικού εγχειρήματος – γιατί στο μυαλό του έχει τη σκέψη ότι μόνο με αυτό το μονοπάτι μπορεί να γίνει/θεωρηθεί συγγραφέας. Μια αναμφίβολα τυραννική και απελπιστική πεποίθηση.

Αυτή η λυσσαλέα – ακούσια και εκούσια – υποστήριξη της έντυπης έκδοσης συνίσταται, μεταξύ άλλων, τόσο σε μια τεχνοφοβική διάθεση όσο και σε μια κακώς εννοούμενη παρελθοντολαγνεία, της οποίας οι λόγοι αρθρώνονται κυρίως από τους ανθρώπους που πρόλαβαν σε μεγάλο βαθμό το έντυπο παράδειγμα ως τη μοναδική εκδοτική πρακτική. Στο σημερινό τρικυμιώδες, κατά τη μονοδιάστατη αντίληψή τους, κοινωνικό πλαίσιο βρίσκουν στη σκέψη του έντυπου παραδείγματος μια «νοσταλγία της επιστροφής» που έχει την έμμεση παραδοχή ότι η «κινητοποίηση της μνήμης» και η «επανενεργοποίηση του παρελθόντος» μας φανερώνει την «καλή φύση» (ζωή και πρακτική), η οποία και πρέπει να επανακτηθεί (βλ. Foucault, 2016: 23).

Όμως, όπως μάλλον καταλαβαίνουμε, δεν είναι μία προσωπική υπόθεσή τους. Αντίθετα, πρόκειται για μια πολιτική πρακτική. Αυτό είναι φανερό ακόμη κι αν κρύβεται πίσω από τις γραμμές. Αυτοί οι άνθρωποι επιχειρούν να μυήσουν τους νεότερους σε αυτή την παρελθοντολαγνεία, σε αυτό το «δενδροειδές» (βλ. Deleuze & Guattari, 2017· Ντελέζ & Παρνέ, 2022) σύστημα σκέψης περί εκδόσεων. Το βιβλίο πρέπει να κρατηθεί ως έχει: εμπορικό προϊόν [(ελεύθερη) αγορά)] και σύμβολο (δογματισμός και ουσιοκρατία).

Ωστόσο, σε κάθε λόγο υπάρχει και ο αντίλογος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αντίλογος που θα διατυπώσω στο ανθρωπιστικό παράδειγμα της έντυπης έκδοσης είναι αυτός της αντιανθρωπιστικής/μεταανθρωπιστικής οπτικής/προσέγγισης (βλ. Newman, 2019) της ψηφιακής έκδοσης ελεύθερης διάθεσης. Πρόκειται για ένα πρόσφατο – σχετικά – εφεύρημα και αποτελεί ένα σοβαρό αντι-παράδειγμα στην συντηρητική και άκαμπτη κουλτούρα της έντυπης έκδοσης. Προωθεί μια τελείως διαφορετική, ρευστή φιλοσοφία για τη δημιουργία και τη δημιουργικότητα, τη διάθεση και την επικοινωνία, μακριά κι έξω από την επιχειρηματική λογική και την κερδοφόρα ηθική, που ως επί το πλείστον κυριαρχεί σήμερα τόσο στην κοινωνία ευρύτερα όσο και στον χώρο του βιβλίου.

Τι ακριβώς είναι η ψηφιακή έκδοση ελεύθερης διάθεσης;[2]

Η ψηφιακή έκδοση ελεύθερης διάθεσης είναι βιβλία που εκδίδονται ψηφιακά και κυκλοφορούν ελευθέρα στο διαδίκτυο με άδειες Creative Commons.[3] Βιβλία και γενικότερα κείμενα που κυκλοφορούν υπό το παραπάνω καθεστώς μπορεί κανείς να βρει και να διαβάσει ενδεικτικά, εδώ: https://repository.kallipos.gr/, εδώ: https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/revmata/about και εδώ: https://www.openbook.gr/.

Τα βιβλία που εκδίδονται κατ’ αυτόν τον τρόπο αναρτώνται/καταχωρούνται οπουδήποτε στο διαδίκτυο, όπως για παράδειγμα σε ιστολόγια, ιστοσελίδες κ.λπ. (όπου επιθυμεί δηλαδή ο εκδότης και ο συγγραφέας), αλλά και σε διάφορες βιβλιοθήκες/αποθετήρια. Στην Ελλάδα, η γνωστότερη από αυτές είναι: https://www.openbook.gr/.[4]

Οι λόγοι που με ωθούν στο να σκεφτώ και να προτείνω μια αλλαγή εκδοτικής στάσης και την υιοθέτηση της εκδοτικής νοοτροπίας της ψηφιακής έκδοσης ελεύθερης διάθεσης δεν είναι προφανώς ούτε λίγοι ούτε ασήμαντοι. Πιο συγκεκριμένα, με αυτή την εκδοτική πρακτική καταρρίπτονται διάφοροι σημαντικοί περιορισμοί, όπως για παράδειγμα οι ακόλουθοι:

Ο χρόνος: ο αναγνώστης μπορεί να έχει πλήρη πρόσβαση στο βιβλίο ανά πάσα στιγμή. Ο χώρος: δεν χρειάζεται να μεταβεί ο αναγνώστης σε κάποιο κατάστημα. Το οικονομικό ζήτημα: δεν ζημιώνεται κανένας – εκδότης, συγγραφέας, αναγνώστης. Η απειλή της εξάντλησης: δεν κινδυνεύει ένα βιβλίο να τεθεί εκτός διάθεσης. Η αποθήκευση: τόσο ο συγγραφέας όσο και ο αναγνώστης μπορούν να αποκτήσουν στην κατοχή τους πλήθος βιβλίων χωρίς να υπάρχει πρόβλημα σχετικά με την αποθήκευσή  τους. Η γνώση (το πιο σημαντικό): η – με την ευρύτερη έννοια – γνώση (είτε λογοτεχνική είτε όποια άλλη) διατίθεται ελεύθερα, όπως θα έπρεπε, σε όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως.

Η ψηφιακή έκδοση ελεύθερης διάθεσης αντιτάσσει  λοιπόν μια άλλη λογική ως προς το σύνολο αυτού που θεωρείται ένα βιβλίο. Ο λόγος που προωθεί συνίσταται στην αντίληψη ότι η αξία του βιβλίου, ως αγαθό, δεν σχετίζεται με ζητήματα υλικής κατάστασης και εικόνας αλλά στο τι εν τέλει πρεσβεύει κι εκπροσωπεί ένα βιβλίο – όπως άλλωστε ισχύει και για κάθε πράγμα. Ένα βιβλίο είναι ο κόσμος, οι άνθρωποι, οι ιδέες, τα ερεθίσματα, οι εμπειρίες, οι σκέψεις. Ένα βιβλίο δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από αυτό. Και αυτό είναι βέβαιο. Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν, η ψηφιακή έκδοση ελεύθερης διάθεσης προτείνει μια αλλαγή στην πρόσληψη και τη λειτουργία του βιβλίου: προτείνει την απώλεια του υποτιθέμενου ειδικού του βάρους, την απόρριψη της υποτιθέμενης ιερότητας που το διακρίνει εντόνως μέχρι και σήμερα και μιλά για την υιοθέτηση μιας ρευστής κατανόησης, δημιουργίας και χρήσης του.

Η ψηφιακή έκδοση ελεύθερης διάθεσης καταργεί τον κατεστημένο ρόλο που διαδραματίζουν όσοι εμπλέκονται στη διαδικασία παραγωγής κι επαφής με το βιβλίο – ειδικά σε ό,τι αφορά τους εκδοτικούς οίκους και τους συγγραφείς. Οι εκδοτικοί οίκοι δίνουν πια τη θέση τους σε ανοικτές, ισότιμα συνεργατικές και μη ιεραρχικά δομημένες, «ριζωματικές» (βλ. Deleuze & Guattari, 2017· Ντελέζ & Παρνέ, 2022) θα λέγαμε, κοινότητες που λειτουργούν από κοινού με τον συγγραφέα για την ολοκλήρωση ενός βιβλίου.

Επιπλέον, η έννοια και η πράξη της αυτοέκδοσης/ιδιωτικής έκδοσης αποδαιμονοποιείται και επανανοηματοδοτείται με θετικό τρόπο και, σε ό,τι αφορά αυτόν τον τρόπο έκδοσης, ίσως να είναι και αυτός που εν τέλει θα επικρατήσει, αφού αν πάψουν να απολαμβάνουν όσα απολαμβάνουν μέχρι σήμερα οι μεσάζοντες – δηλαδή οι εκδοτικοί οίκοι – θα αποσυρθούν (σιωπηλά ή ηχηρά) από το προσκήνιο. Έτσι, όσα βιβλία δεν είναι ιδιωτικές εκδόσεις θα είναι αποτελέσματα συνεργασίας των συγγραφέων με εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι θα επιτελούν μονάχα το πολύ σημαντικό έργο της συνεπικούρησης του συγγραφέα, της παροχής συμβούλων, της γραφιστικής βοήθειας κ.λπ.

Η ψηφιακή έκδοση ελεύθερης διάθεσης είναι ένα πολύ σημαντικό κλειδί για την εξάπλωση της δημιουργίας, της γνώσης και της σκέψης. Καταρρίπτει τα απολύτως υπαρκτά νοητά και μη εμπόδια (που συντηρεί το έντυπο παράδειγμα) που περιορίζουν τόσο τη δημιουργική επιτέλεση (από μέρους του συγγραφέα) όσο και την κοινωνικοποίησή της. Αναδεικνύει ένα νέο, ριζοσπαστικό, συγκρουσιακό και ρευστό περιβάλλον δημιουργίας, επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης μεταξύ των υποκειμένων.

Ας το εξετάσει/ελέγξει κανείς και από καθαρά πρακτική – και ωφελιμιστική, εγωιστική – σκοπιά. Σε μια εποχή, κυριολεκτικής τεχνολογικής άνθισης και εξέλιξης, σαν την σημερινή, όπου κανείς από μας δεν μετέρχεται παλαιών και παλαιότερων τεχνολογιών (π.χ. όχι smartphone κινητά τηλέφωνα, όχι υπολογιστές και ακόμη χειρότερα, όχι χρήση αυτοκινήτου και άλλων παρόμοιων μέσων), όπου όλοι διασταυρωνόμαστε σε ψηφιακές πλατφόρμες και εφαρμογές και όπου όλοι θέλουμε να απολαμβάνουμε αγαθά – και χαιρόμαστε πολύ όταν μας δίνεται η δυνατότητα – ελεύθερης πρόσβασης [(π.χ. youtube (ελεύθερη διάθεση της μουσικής κ.λπ.), περιοδικά και ιστοσελίδες με ελεύθερο το περιεχόμενο (είτε λογοτεχνίας και άλλων τεχνών είτε ΜΜΕ), ΜΚΔ δίχως πληρωμή κ.λπ.)], είναι τελείως παράλογο, ακατανόητο και ανόητο να επιμένουμε στο έντυπο παράδειγμα. Είναι συμπεριφορά ενοχλητική, αναχρονιστική, οπισθοδρομική, ελιτίστικη και αλαζονική.

Ωστόσο, η πραγματοποίηση μιας τέτοιας μεγάλης αλλαγής δεν θα ενοχλούσε μόνο σε ιδεολογικο-πολιτικό και επιστημονικο-θεωρητικό επίπεδο, αλλά θα ενοχλούσε και σε απολύτως πρακτικό και υλικό επίπεδο. Τι εννοώ;

Ο χώρος του βιβλίου είναι μια απέραντη βιομηχανική έκταση, μια πολεμική αρένα επιχειρηματικών φιλοδοξιών και επιδιώξεων. Είναι βέβαιο ότι πρόκειται για κρίμα αλλά στην πλειονότητά του έτσι είναι. Επομένως, μια τέτοια στρατηγική αλλαγή, το καταλαβαίνουν οι πάντες, θα προκαλούσε βαθύτατη δυσαρέσκεια – ίσως και θλίψη – σε όλους εκείνους τους επαγγελματίες βιβλιόφιλους, που αντιλαμβάνονται και προωθούν τη λογοτεχνία ειδικά και το βιβλίο γενικά ως εμπορικό προϊόν. Θα δυσαρεστούσε πάρα πολύ ορισμένους δημοσιογραφίσκους και τα «μαγαζιά» τους, τα οποία λειτουργούν στη βάση εξυπηρέτησης συμφερόντων που φτιάχνουν συνεχώς ευφάνταστες λίστες βιβλίων (δημιουργώντας έτσι και έναν – λιγότερο ή περισσότερο – κανόνα, παρακινώντας έμμεσα τους αναγνώστες-καταναλωτές να προβούν σε αγορές). Θα δυσαρεστούσε επίσης και όλους εκείνους τους συγγραφίσκους που θέλουν να δουν το βιβλίο τους στις λίστες των ευπώλητων, να κάνουν σχετικές αναρτήσεις στα ΜΚΔ και να υπερηφανευτούν ως άξιοι επιχειρηματίες στην πραγματικότητα. Είναι βέβαιο ότι πρόκειται για κρίμα αλλά στην πλειονότητά του έτσι είναι.

Το θέμα αυτό δεν εξαντλείται φυσικά στο παρόν κείμενο. Είναι ακόμη πολλά εκείνα που μπορούν να ειπωθούν – και είμαι βέβαιος ότι αυτό θα συμβεί. Όμως, η σημαντικότητα του παρόντος κείμενου δεν είναι μικρή. Εγκαινιάζει την έναρξη ενός απαραίτητου και αργοπορημένου διαλόγου – ή τουλάχιστον συμβάλλει σε αυτόν, σε περίπτωση που ο διάλογος έχει ήδη εγκαινιαστεί και ο γράφων δεν το έχει πάρει είδηση.

Κάποιοι θέλουμε την αποκαταναλωτικοποίηση και την αποπεριχαράκωση του βιβλίου – και παλεύουμε γι' αυτόν τον (πάντοτε μη τελικό) σκοπό μέσω πολλών τρόπων. Άλλοι που διατείνονται ότι «συμπάσχουν» φέρονται, αν μη τι άλλο, με περίσσεια υποκρισία υιοθετώντας μια σκέψη και μια πρακτική που συνίσταται μόνο στη δημιουργία ριζοσπαστικών μορφών και περιεχομένων. Κάτι δηλαδή που καθόλου δεν ξεβολεύει τόσο την εμπορευματική ηθική όσο και την υπέρμετρη εντυπολαγνεία που μαστίζει τη λογοτεχνία και το βιβλίο σήμερα. Αντίθετα, τις αφήνει αναίμακτες, γιατί για να σημειωθεί κάποια σημαντική αλλαγή σε αυτό το ζήτημα πρέπει απαραίτητα να πειραχθεί και το βιβλίο ως προς την υπάρχουσα οντολογική του θέση και διάσταση.

Καταληκτικά, σημειώνω τούτο. Σήμερα, το έντυπο παράδειγμα λειτουργεί περισσότερο σαν εχθρός της πραγματικής και ανιδιοτελούς λατρείας για το βιβλίο και μας εμποδίζει – ποικιλοτρόπως – να συναντηθούμε μαζί του.

 

Βιβλιογραφία

 

Bolier, D. (2016). Κοινά: Μια σύντομη εισαγωγή (Γ. Θεοχάρης, Μτφρ., Γ. Παπανικολάλου, Επιμ.). Αθήνα: Angelus Novus.

 

Bolier, D. & Helfrich, S. (2022). Ελεύθερα, Δίκαια και Ζωντανά: Η Ανατρεπτική Δύναμη των Κοινών (Ομάδα μεταφραστών, Μτφρ., Δ. Αλεξάκης, Επιμ.). Αθήνα: Νεφέλη.

 

De Angelis, M. (2013). Κοινά, περιφράξεις και κρίσεις (Σ. Παπάζογλου, Χ. Τσαβδάρογλου, Μτφρ.). Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Των Ξένων.

 

Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

 

Foucault, Μ. (1978). Ιστορία της σεξουαλικότητας 1: Η δίψα της γνώσης (Γ. Ροζάκη μτφρ., Γ. Κρητικός, επιμ.). Αθήνα: Ράππα.

 

Foucault, M. (2016). Για την Εξουσία και την Ταξική Πάλη, Συζήτηση με Τέσσερα Μέλη της LCR (Χ. Βαλλιάνος, Μτφρ., Ι. Μπαρτσίδη, Επιμ.). Αθήνα: Εκτός Γραμμής.

 

Κιουπκιολής, Α. (2014). Για τα κοινά της ελευθερίας. Αθήνα: Εξάρχεια.

 

Newman, S. (2019). Από τον Μπακούνιν στον Λακάν: Ο αντιεξουσιασμός και η εξάρθρωση της εξουσίας (Α. Αγγελής, Μτφρ., Τ. Γκόνης & Δ. Παπαγιαννοπούλου, Επιμ.). Αθήνα: Κέλευθος.

 

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

 

Ostrom, E. (1990). Governing the Commons: The evolution of institutions for collective action. Cambridge: Cambridge University Press.

 

Πεχτελίδης, Γ. (2020). Για μια εκπαίδευση των κοινών εντός και πέραν των «τειχών». Αθήνα: Gutenberg.

 

Τριαρίδης, Θ. (χ.η.). “Αυτοεκδιδόμενος…”: μια ομιλία του Θανάση Τριαρίδη. Ανακτήθηκε 10 Ιουνίου 2026, από: https://www.openbook.gr/aytoekdidomenos/

 

Φουκό, Μ. (1991). Η Μικρο-φυσική της εξουσίας (Λ. Τρουλινού, Μτφρ.). Αθήνα: Ύψιλον.

 



[1] Οι αναφορές στο έντυπο παράδειγμα να μην ερμηνευθούν ως διαχρονικές αλλά ότι έχουν ισχύ για το – ευρύ – σήμερα.

[2] Για το ζήτημα αυτό, βλ. εκτός της παρούσας πραγμάτευσης και το ακόλουθο: Τριαρίδης, χ.η.

[3] Η σκέψη γύρω από την ψηφιακή έκδοση ελεύθερης διάθεσης και των αδειών Creative Commons πηγάζει ευθέως από τη θεωρία και την πρακτική της έννοιας των «κοινών» (βλ.: Ostrom 1990· De Angelis, 2013· Κιουπκιολής, 2014· Bolier, 2016· Πεχτελίδης, 2020· Bollier & Helfrich, 2022).

[4] Πρέπει να ειπωθεί επίσης ότι η ψηφιακή έκδοση ελεύθερης διάθεσης (και η ψηφιακή έκδοση εν γένει) δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά και ψηφιακή ανάγνωση. Ένας αναγνώστης για τον όποιο δικό του προσωπικό λόγο μπορεί να φωτοτυπήσει μέρος του βιβλίου ή ολόκληρο το βιβλίο με σκοπό την απρόσκοπτη ανάγνωση.

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Έχει η λογοτεχνία το δικαίωμα να σιωπά;

Έχει η λογοτεχνία το δικαίωμα να σιωπά; 


του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Pierre Bonnard, Young Woman Writing (1908)
 

Ζούμε, ως ανθρωπότητα, σε ταραγμένους καιρούς. Υπάρχουν παντού φυτίλια που όσα δεν έχουν ήδη εκραγεί είναι έτοιμα να το πάθουν. Ζούμε καταστάσεις τις όποιες θα ονομάσω πολύ εύκολα ως κακό σουρεαλισμό (και με ενοχές προς τον σουρεαλισμό). Τα πάντα αναποδογυρνούν και καταστρέφονται, βιώνουμε μια αποσύνθεση του κοινωνικού, μια βαθιά διάβρωση του πολιτικού, μια εξαφάνιση του αισθητικού. Ζούμε, ως ανθρωπότητα, σε πολύ ταραγμένους καιρούς.

Η ιδέα της (ατομικής) ευθύνης (και της ευθυνοποίησης) και ο διαστρεβλωτικός λόγος περί αυτής από τον νεοφιλελευθερισμό έχει κατακλείσει τον κοινωνικό χώρο, έχει επιβάλει τη νοοτροπία και την ατζέντα του και έχει δημιουργήσει, σε μεγάλο βαθμό, το αίσθημα της παραίτησης, της ματαίωσης  και της μοιρολατρίας. Και το πιο σημαντικό: ο ατομικισμός που προβάλλει και επιβάλλει ο νεοφιλελεύθερος λόγος λειτουργεί σε ένα (τελείως καταχρηστικά, βλ. Butler, 2017: 242-245) προ-πολιτικό, προ-πραξιακό επίπεδο, φράζει τις δυνατότητες, διακόπτει την παραγωγή της επιθυμίας, αποκρούει τις ελπίδες (και, σε κάποιο σημείο, τις μετατρέπει σε ευχές) και κατ' αυτόν τον τρόπο καταφέρνει την απουσία εμφάνισης της όποιας αντίστασης πριν καν αυτή χρειαστεί να υπάρξει και μετά από σύγκρουση να ηττηθεί και να διωχθεί. Η νεοφιλελεύθερη κοινωνία παράγει, με άλλα λόγια, πειθήνιες, συγκαταβατικές και καταφατικές υποκειμενικότητες που σκέφτονται και δρουν εξαρχής σύμφωνα με τα δόγματα και τις κυρίαρχες νόρμες και αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, αποκλειστικά, σε κάθε τους εμφάνιση και εμπειρία. 

Θέτω τα βασικά μου ερωτήματα. Σε αυτούς τους προβληματικούς και επικίνδυνους καιρούς έχει το αισθητικό τη δυνατότητα της φυγής από τα προβλήματα; Έχει την δυνατότητα να κλείνει τα μάτια μπροστά σε μια όλο και εντεινόμενη γενικευμένη αδικία και κατάπτωση της ανθρώπινης ζωής σε πάμπολλους τομείς και με σειρά τρόπων και μεθόδων; Έχει η λογοτεχνία το δικαίωμα να σιωπά;

Το ερώτημα αυτό για να απαντηθεί υπάρχουν πρώτα ορισμένες προϋποθέσεις που πρέπει να εκπληρωθούν. Αν θέλει κανείς να προβεί σε μια σοβαρή ανάλυση – πόσο μάλλον να προχωρήσει και σε κριτική – θα πρέπει να διευκρινίσει τι ακριβώς εννοεί όταν αναφέρεται στο δικαίωμα της λογοτεχνίας, του συγγραφέα δηλαδή να σιωπά. Απαντώ.

Όπως κάθε κοινωνική ομάδα, είτε είναι άτυπα συγκροτημένη είτε όχι, έτσι και αυτή των λογοτεχνών δεν αποτελεί μια συμπαγή μάζα. Δεν είναι όλοι οι λογοτέχνες το ίδιο ως προς την ιδεολογικο-πολιτική τους συγκρότηση. Δεν είναι οι λογοτέχνες ένα ομοιόμορφο και ομοιογενοποιημένο πληθυσμιακό σύνολο – και ευτυχώς προσθέτω. Συνεπώς, το ερώτημα ‘έχει η λογοτεχνία το δικαίωμα να σιωπά’ απευθύνεται προφανώς στο σύνολο του λογοτεχνικού κόσμου αλλά στους λογοτέχνες εκείνους που δεν έχουν ριζοσπαστικές ευαισθησίες, άγχη και αναζητήσεις σχετικά με τη σημερινή (και όχι μόνο) κατάσταση πραγμάτων, καταλαβαίνει κανείς ότι δεν λέει κάτι θετικά σημαντικό.

Άποψή μου είναι ότι για όσους λέει κάτι θετικά σημαντικό το ερώτημα αυτό οφείλουν να διευρύνουν τον κύκλο του ενδιαφέροντος, της κριτικής και της αποδοχής και να επιχειρήσουν να εμπλέξουν στη συζήτηση όσο το δυνατόν περισσότερες γνώμες. Με άλλα λόγια, να αντιπαλέψουν αυτή τη δηλητηριώδη τάση της αντιπολιτικής που, όπως θα δείξω στη συνέχεια, δεν αποτελεί παρά μια δυνατή και αποτελεσματική ψευδαίσθηση. Προχωρώ λοιπόν.

Η αποστασιοποίηση του συγγραφέα (ποιητή και πεζογράφου) από τα γεγονότα που διαδραματίζονται αποτελεί μια ξεκάθαρα φοβική αλλά και ελιτίστικη προσέγγιση και στάση, μια βαθιά αντιδραστική και αντικοινωνική νοοτροπία που αναλώνεται και εγκλωβίζεται στην άχαρη και εσφαλμένη αντίληψη του φορμαλισμού, του επικίνδυνου δόγματος ‘η τέχνη για την τέχνη’. Αυτό άλλωστε είναι προφανές. Αυτή η ιδέα και πρακτική για την τέχνη στην πραγματικότητα αποδυναμώνει την ίδια την τέχνη, τη νεκρώνει, την αποαπειλητικοποιεί.

Όπως κι αν εξεταστεί η λογοτεχνία (αλλά και η τέχνη συνολικά) ως διαδικασία και λειτουργία αλλά και το σύνολο της ανθρώπινης δραστηριότητας, η αρχή και το συμπέρασμα είναι ότι τα πάντα είναι πολιτικά. Τα πάντα είναι ήδη πολιτικά:[1]

Τα πάντα είναι πολιτική. Όχι απαραίτητα με την καθιερωμένη έννοια, αλλά με την έννοια ότι το κάθε υποκείμενο επιτελεί ποικίλες πρακτικές οι οποίες δεν είναι ούτε ανεξάρτητες ούτε περιφερειακές στην ιδεολογική του βάση. Αντίθετα, πηγάζουν ευθέως απ’ αυτή και συνομιλούν, αναγκαστικά, μαζί της. Επομένως, δεν υφίσταται η κατάσταση και θέση ενός απολίτικου, μη ιδεολογικού, ουδέτερου λόγου: κάθε λόγος κατασκευάζεται και κατασκευάζει σκόπιμα ιδεολογικά φορτισμένες «αλήθειες», οι οποίες, ανεξάρτητα από το τι λένε, βρίσκονται εντός του δυναμικού πεδίου των σχέσεων εξουσίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο (και λόγο), οι ανθρώπινες σχέσεις […] οφείλουν να ιδωθούν και να αναλυθούν στη βάση μιας μάχης συμφερόντων, όπου κάθε υποκείμενο και κάθε πλευρά, εκπροσωπεί κι επιτελεί όχι μια καθολική, αναλλοίωτη «αλήθεια», αλλά μια άποψη για το πώς επιλέγει να εννοήσει και να αναπαραστήσει το κάθε τι (Κατσιγιάννης, 2025).

Κάθε λογοτεχνικό κείμενο δηλώνει λιγότερο ή περισσότερο μια συμπαγή, πολιτική στάση και κατεύθυνση, ακόμη κι αν αυτή δεν είναι εύκολα εντοπίσιμη και ακόμη κι αν ο ίδιος ο συγγραφέας δεν έχει συνείδηση αυτού του γεγονότος. Δεν πρόκειται για ζήτημα κρίσης, αποτίμησης και συζήτησης, αλλά για μια αναπόφευκτη, αναπόδραστη κατάσταση. Και ο λόγος είναι εξαιρετικά απλός. Οτιδήποτε συντελείται στην κοινωνία (με την ευρύτερη έννοια) συντελείται από τα υποκείμενα τα οποία την αποτελούν, δηλαδή από ιδεολογικο-πολιτικούς δρώντες. Ο κόσμος υπάρχει και λειτουργεί στη βάση της φυσικοποίησης και της αποφυσικοποίησης: είναι κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά κατασκευασμένος από τους ποικίλους λόγους και τις ποικίλες πρακτικές που εμφανίζονται και ενεργούν, οικοδομώντας έτσι ένα παλίμψηστο πολλαπλότητας, πολυσημίας και πολυχρωμίας.[2]

Συνεπώς, κάθε κατάσταση, οπότε και κάθε περιγραφή της, αποτελεί προϊόν μιας ιδεολογικο-πολιτικής σύγκρουσης, ζύμωσης και τοποθέτησης. Όταν λοιπόν δημιουργεί ο συγγραφέας, δημιουργεί αναπόφευκτα με βάση την κοσμοθεωρητική του θέση, δηλαδή όπως ακριβώς, όταν ζει, ζει με βάση την κοσμοθεωρητική του θέση.

Υπό αυτό το πρίσμα, οι αναπαραστάσεις ενός οποιουδήποτε λογοτεχνικού κειμένου δεν είναι ανεξάρτητες από την κοινωνία και την ιδεολογικο-πολιτική θέση του συγγραφέα, δεν μπορούν να διαχωριστούν ούτε από την ατμόσφαιρα στην οποία σκέφτεται και υπάρχει ούτε από την ατμόσφαιρα στην οποία θα ήθελε να σκέφτεται και να υπάρχει. Ο συγγραφέας, με το έργο του, εκφράζει, είτε άμεσα είτε έμμεσα, το πώς βιώνει ό,τι βιώνει στην κοινωνία του και το πώς κρίνει αυτή την κατάσταση (άλλοτε σε επίπεδο ψυχογραφήματος και εσωτερικότητας, άλλοτε σε επίπεδο συγκρουσιακής εξωστρέφειας).

Όταν λοιπόν λέω ότι η αποστασιοποίηση του συγγραφέα από την (τρέχουσα και μη) κοινωνικο-πολιτική κατάσταση είναι απολύτως προβληματική και κατακριτέα, αυτό δεν σημαίνει ότι εννοώ πως ο συγγραφέας οφείλει απαραίτητα να επιδοθεί στην άσκηση μιας στερεοτυπικής και με την κλασική έννοια πολιτικής, στρατευμένης τέχνης. Όχι βέβαια, δεν είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, χωρίς φυσικά να θεωρείται μια κακή επιλογή.[3]  Και φυσικά ούτε εννοώ τη διαστρέβλωση ότι, αφού η τέχνη ενέχει εγγενώς το πολιτικό, τότε δεν χρειάζεται από μέρους του συγγραφέα κάποια επιπρόσθετη, εμπρόθετη ενέργεια. Τι εννοώ λοιπόν;

Ο συγγραφέας εκείνο το οποίο οφείλει να κάνει ώστε να μην αυτοαποκλείεται από τον κύκλο της εντιμότητας και της αξιοπρέπειας, αλλά και να μην συμβάλει και συντηρεί στη νέκρωση και απενεργοποίηση της τέχνης (του), είναι να φροντίζει να μην αποσυνδέεται, με συνειδητό τρόπο, από την κριτική σκέψη και παρατήρηση, να μην αποσπάται από την ποικιλότροπη πάλη για έναν αντιδογματικό και ανοικτό κόσμο, να μην αφίσταται του εναλλακτικού οράματος. Να φροντίζει, με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, να μέριμνα γι' αυτό.

Η ανατρεπτική, καταγγελτική (ακόμα και προτασιακή) και προοδευτική γραφή μπορεί να επιτελεστεί ποικιλοτρόπως. Αυτό είναι κάτι που το ξέρουμε καλά. Αλλιώς παρουσιάζεται και δρα η πολιτικότητα σε ορισμένους συγγραφείς και τελείως αλλιώς σε άλλους – εδώ φέρνουμε ποικίλα παραδείγματα στο νου. Ωστόσο, και οι μεν και οι δε μεταφέρουν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, εμπλέκονται στην ίδια ακριβώς ατμόσφαιρα. Ο συγγραφέας χρειάζεται να βρίσκεται μέσα στον κόσμο, να ψάχνει αφηγήσεις ανθρώπων, πραγμάτων, σχέσεων και συνδετικών κρίκων, να μελετά τα σημεία, να αφουγκράζεται τις αλλαγές και τις μεταστροφές, να εμβαθύνει σε απόψεις και αναλύσεις: να προσπαθεί την ισορροπία μεταξύ του αισθητικού και του πολιτικού, να έχει επίγνωση του μηχανισμού του βλέμματός του και να λειτουργεί τόσο ως ερμηνευτής όσο και ως μετασχηματιστής. Αυτό είναι ο συγγραφέας στην ουσία: ένας εθνογράφος.

Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας να επιδίδεται σε μια τέχνη που βρίθει από κοινωνικότητα, περίσκεψη, περιέργεια και σωματικότητα και όχι σε μια τέχνη αποστειρωμένη και μουσειακή (που, όπως ειπώθηκε παραπάνω, είναι και αυτή εξίσου πολιτική απλώς όχι – με κάποιον τρόπο – ανατρεπτική και εναλλακτική, δηλαδή είναι συμβιβασμένη και προσαρμοσμένη με τα κακώς κείμενα).

Άλλωστε, το ξέρουμε και αυτό καλά: η λογοτεχνία, η πραγματική λογοτεχνία δεν είναι τίποτα πέρα από μια επιτελεστική δράση αντίστασης και άρνησης, μια «επιτελεστική υλοποίηση» (βλ. Butler, 2017: 212-213) της «αλήθειας» της αποκλεισμένης οπτικής, της παρεκκλίνουσας κοσμοθεώρησης. Με την γραφή του, ο συγγραφέας πραγματοποιεί μια πολιτική της εμφάνισης, εισέρχεται στη σφαίρα του κοινού λόγου και επιχειρεί να δώσει ορατότητα στη σκέψη του. Η γραφή απονομιμοποιεί τις ισχύουσες «νόρμες» περί του «ανθρώπινου» που συγκροτούν οι κυρίαρχοι λόγοι και η ως έχει δυναμική συνθήκη των σχέσεων εξουσίας (βλ. Butler, 2017). Με άλλα, ντελεζιανά, λόγια, η γραφή είναι μια «γραμμή φυγής» (Ντελέζ, 2024· Ντελέζ, & Παρνέ, 2022), μια γραμμή αντίστασης δηλαδή (Ντελέζ, 2025: 105).

Σήμερα, η λογοτεχνία, ο λόγος της και τα υποκείμενα της μοιάζουν να αγνοούν την αλλοτριωμένη και αλλοτριωτική κατάσταση στην οποία ζούμε, μοιάζουν να μην θέλουν να εμπλακούν σε «πολιτικές διαδικασίες», αφού δεν είναι «πολιτικοί» και, τέλος, αγνοούν πλήρως, στην πλειονότητά τους, όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας και δυσκολεύουν την ζωή. Αυτή η κατάσταση ως θλιβερή πρέπει να αναγνωρίζεται.

Η αποστασιοποίηση του συγγραφέα από την καθημερινή ζωή (τόσο τη δική του όσο και τη γενική), έχω την άποψη ότι δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως μια επιλογή θεματολογίας, ως μια σκέψη και πράξη που περιορίζεται στο πεδίο του αισθητικού.  Αυτή η επιλογή της αποστασιοποίησης μετατρέπει την καλλιτεχνική δημιουργία σε μια (με την αρνητική έννοια) χειρουργική διαδικασία, σε μια κάκιστη ανατομία. Της αφαιρεί όλα εκείνα τα ζωτικά για την ίδια στοιχεία που χωρίς αυτά αποτελεί απλώς μια μη δημιουργία – και ορισμένες φορές μια κραυγαλέα αντι-δημιουργία. 

Το  ερώτημα ‘έχει η λογοτεχνία το δικαίωμα να σιωπά’ ομολογώ ότι είναι ένα αρκετά αντιδημοφιλές ερώτημα. Και ίσως πάντα να ήταν. Έχει αισθητά λίγους αποδέκτες παρά το γεγονός ότι κατά καιρούς απευθύνεται – και κατά καιρούς προσπαθεί να απευθύνεται – με μαζικό και αρκετά συμπεριληπτικό τρόπο. Χρειάζεται, πιστεύω, να ενδυναμωθεί η φωνή αυτού του ερωτήματος, αλλά δεν φτάνει φυσικά μόνο αυτό. Η τυποποιημένη αναπαραγωγή ενός αιτήματος, ακόμα και μιας απαίτησης, είναι απλώς αντίδραση (και αντίδραση για την αντίδραση). Η διατύπωση αυτού του ερωτήματος και οι προσπάθειες απάντησής του χρειάζεται να είναι κάτι πέρα από αυτό: χρειάζεται να είναι μορφή αντίστασης, άρνησης και ρήξης, όπως ακριβώς δηλαδή είναι και η πραγματική λογοτεχνία. Χρειάζεται, επίσης, να αναλυθεί – και να αναλύεται διαρκώς και με συνεχή εμπλουτισμό της εργαλειοθήκης – το ανομοιογενές περιεχόμενο και η ανομοιογενής στόχευσή του.

Αυτό σημαίνει ότι το ερώτημα ως τέτοιο είναι ένα ανοικτό πεδίο σύγκρουσης και ζύμωσης αντιλήψεων, προθέσεων, στρατηγικών, πρακτικών, σχεδιασμών και οπτικών. Οι απαντήσεις που δίνονται πρέπει να ιδωθούν ως σπόροι και άνθη που διαμορφώνουν μια πολύχρωμη εικόνα, το μείγμα της οποίας συνίσταται στην πολλαπλότητα, στην υβριδικότητα και στην ενδεχομενικότητα. Επομένως, η συζήτηση γύρω από το ερώτημα αυτό οφείλει να διεξάγεται με πλήρη απουσία θέσεων (αλλά και θέσεων) από τα πάνω, με την καθολική απόρριψη της αορατότητας και της μη αναγνώρισης, με την καθολική υιοθέτηση της νοοτροπίας της μη βίας, να αναζητήσει τη σύνθεση της ετερότητας – χωρίς ωστόσο η τελευταία να μετατραπεί (από κάποιο σημείο κι έπειτα) σε ένα ομοιογενές σύνολο αλλά να παραμείνει ως τέτοια – και όχι τον αποκλεισμό και την αφομοίωση.

Κλείνοντας, σημειώνω τούτο. Το ερώτημα ‘έχει η λογοτεχνία το δικαίωμα να σιωπά’ αποσκοπεί, κατά την κρίση μου, σε μια αλλαγή προσανατολισμού και κατεύθυνσης της λογοτεχνίας σε συνολικό βαθμό. Επιχειρεί να στρέψει το βλέμμα, το σώμα και τη ροή της ίδιας της ζωής της γραφής, όχι προς έναν άλλο κόσμο ή προς τον υπάρχοντα κόσμο, αλλά εντός του κόσμου, να λειτουργήσει σαν μικροσκόπιο στο μικρο-επίπεδο των ζώων μας και να παραμείνει εκεί, δημιουργική και (διανοητικά πρωτίστως και κυρίως) εξεγερμένη. 

 

Βιβλιογραφία

Butler, J. (2017). Σημειώσεις για μια επιτελεστική θεωρία της συνάθροισης (Μ. Λαλιώτης, Μτφρ., Ρ. Σινοπούλου, Επιμ.). Αθήνα: Angelus Novus.

Κατσιγιάννης, M. (2025). Λογοτεχνικό τοπίο και ανθρώπινες σχέσεις. Art in Vivo. Ανακτήθηκε 20 Μαΐου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_76.html

Ντελέζ, Ζ (2024). Κριτικά και κλινικά (Χ. Κολύρη, Μτφρ., Γ. Ρήγας, Επιμ.). Αθήνα:Κέδρος.

Ντελέζ, Ζ. (2025). Δύο καθεστώτα τρελών: Κείμενα και συνεντεύξεις 1975-1995 (Κ. Μπούντας, Μτφρ., Ντ. Λαπουζάντ, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

Orwell. G. (2011). Δοκίμια (Γ. Λυκιαρδόπουλος & Στ. Ροζάνης, Μτφρ.). Έρασμος.

Όργουελ, Τζ. (2021).  Βιβλία εναντίον τσιγάρου (Γ. Ί. Μπαμπασάκης, Μτφρ.). Μεταίχμιο.

Όργουελ, Τζ. (2022). Ό,τι μου κάνει κέφι (Ο. Πάππος, Μτφρ.). Μεταίχμιο.



[1] Ειδικότερα για τη σχέση λογοτεχνίας και τέχνης ευρύτερα και πολιτικής βλ.: Όργουελ, 2021, Όργουελ, 2022, Orwell, 2011

[2] Περισσότερα γι’ αυτό, βλ.: τη σχετική βιβλιογραφία (Peter L. Berger & Thomas Luckmann, Michel Foucault, Judith Butler κ.λπ.).

[3] Η συζήτηση γύρω από τα θετικά και τα αρνητικά (τα οποία, κατά τη γνώμη μου, υπερισχύουν) της στερεοτυπικά στρατευμένης τέχνης είναι αναμφίβολα μία μεγάλη συζήτηση, που δεν θα πραγματοποιηθεί εδώ.


Πρώτη δημοσίευση: τοβιβλίο.net | Διάβασέ το!, 22 Μαΐου 2026

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Τέσσερα ποιήματα από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή "Κοινωνιόλεκτος" (Ιδιωτική έκδοση, 2026), του Μιχάλη Κατσιγιάννη

Τέσσερα ποιήματα από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή "Κοινωνιόλεκτος" (Ιδιωτική έκδοση, 2026), του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Η στοργή του Μινώταυρου

Τα σώματά μου
Σε μπόλιασαν πυγμή
Και άλλα πολλά 
Το ίδιο συνέβη και σε μένα 
Με τα δικά σου
Προχωρώντας
Καθόλου προσωρινά 
Δεν τίθεται ζήτημα διαχωρισμού 
Πλέον 
Το πλέον
Εδώ 
Έχει μια αιωνιότητα 
Κάποτε
Ζωγράφισες κάτι που μου άρεσε 
Και από τότε 
Συνεχίζεις να το κάνεις 
Αδιάκοπα.

*

Τοπίο από αλλού

Να χαλάσουμε το σώμα
Έτσι συμφωνήσαμε
Να καυτηριάσουμε
Τη ζωντάνια του
Όπως αυτή υπάρχει σήμερα
Να τη χλευάσουμε
Και να τη στηλιτεύσουμε
Να κάνουμε την πόλη πλαζ
Έτσι συμφωνήσαμε
Γιατί εμείς
Έχουμε σκεφτεί πώς αναπνέουν
Οι άνθρωποι στις πόλεις
Έτσι συμφωνήσαμε. 

*

Παγκάκι στο φως

Οφείλω να περιμένω 
Εκεί που οι σκιές 
Στοιβάζουν τις φιγούρες
Προφανώς 
Και οφείλω να περιμένω 
Εκεί που οι φιγούρες 
Δεν λατρεύονται
Σιωπηλός είμαι και κάθομαι
Τα πόδια μου τρέμουν 
Αν κάνω να σηκωθώ
Οφείλω
Να μένω έτσι
Πυκνός και διαλυμένος 
Να μην έχω στασίδι πουθενά
Να αλλάζω συνεχώς ευκρίνειες
Το οφείλω 
Πάντοτε 
Να γελώ και
Να είμαι χαρούμενος
Όταν τρέχουν σκυλιά 
Το οφείλω
Ακόμα κι όταν μπαίνω 
Στην ημέρα 
Στην πραγματικότητα 
Δεν μπαίνω ποτέ
Το οφείλω 
Πολύ αυτό
Δεν πενθώ, υπάρχω.

*

Αποσπάσματα

Τρεμοπαίζουν τα φώτα
Απέναντι
Δηλαδή;
Οι ανέλεγκτοι σπαραγμοί
Τι είναι αυτοί;
Οι ρυθμοί είναι αυτοί
Τους κοιτώ και τους βλέπω
Κι απεμπολώ την ταραχή
Που δημιουργούν
Εκείνοι που όλο ανεβαίνουν
Μόνο για να μιλήσουν
Προχωρούν και γδέρνουν
Τα σημεία που δεν ορίζουν
Όλο ανεβαίνουν
Μόνο και μόνο
Για να μιλήσουν
Βγήκες με προφίλ
Ιδιόρρυθμο
Όπως πρέπει
Ώριμο
Έτρεχαν γύρω μας οι ζωές
Να βγούμε στον ήλιο
Σου είπα.

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Αυταρχισμός, περιχαράκωση και κόμπλεξ

Αυταρχισμός, περιχαράκωση και κόμπλεξ

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Ruth Chaney, The Writer (1935-1943)



Ακούω και διαβάζω διαρκώς διάφορους να επιτίθενται στην σημερινή μαζική λογοτεχνική παραγωγή, να την νοηματοδοτούν αρνητικά και να τη θεωρούν ως την κύρια υπαίτια για την κατάπτωση της σημερινής λογοτεχνικής κατάστασης. Συνήθως, αυτή η άποψη εκφέρεται από άτομα που ανεξάρτητα από την ηλικία τους χαρακτηρίζονται από οπισθοδρόμηση, αυταρχισμό, κόμπλεξ, συντηρητισμό και ελιτισμό. Η ουσία της άποψής τους συμπυκνώνεται στο αίτημα για σκληρή περιχαράκωση του λογοτεχνικού χώρου και στην προώθηση μιας ηθικής της ουσιοκρατικής αξιολόγησης και του απόλυτου κανόνα

Εννοείται πως είναι απαραίτητη η κριτική, υπό την προϋπόθεση βέβαια της γνώσης και της ικανότητας, αλλά η κριτική δεν προηγείται της δημιουργίας. Η κριτική υπάρχει μετά το βιβλίο, το κείμενο και ασκείται σε αυτό και όχι πριν από αυτό, δηλαδή στο να προσπαθούμε να πείσουμε και να επιβάλλουμε σε έναν συγγραφέα να μην εκδοθεί. Αυτό είναι μια κακοποιητική και τοξική στάση και συμπεριφορά την οποία δεν δέχομαι προφανώς καθόλου να συζητήσω. Και νομίζω ότι κάθε αξιοπρεπής (τουλάχιστον) άνθρωπος οφείλει να πράξει το ίδιο.

Σήμερα κυκλοφορεί μη ποιοτική λογοτεχνία. Έχω κι εγώ αυτή την άποψη. Ωστόσο, τόσο αυτή η άποψη όσο και το αν η συντριπτική πλειονότητα των βιβλίων που κυκλοφορούν εντάσσονται στη μη ποιοτική λογοτεχνία αυτό είναι κάτι άκρως υποκειμενικό και σχετικό. Όταν λέω τη φράση: «Δεν υπάρχει καλή λογοτεχνία σήμερα» ή «Αυτό το βιβλίο δεν είναι καθόλου καλό και ποιοτικό», αυτή υπάρχει μόνο εντός του κόσμου μου, μόνο εντός του λόγου μου και συνομιλεί με άλλους λόγους με τους οποίους είτε συμφωνεί είτε συγκρούεται και διαφωνεί. Με άλλα λόγια, η οποία κρίση του καθενός είναι η προσωπική, υποκειμενική του άποψη έτσι όπως αυτή έχει διαμορφωθεί και συγκροτηθεί εντός ενός (λιγότερο ή περισσότερο) συγκεκριμένου κοινωνικού, πολιτικού και πολιτισμικού πλαισίου και δεν αποτελεί την εξόρυξη μιας αλήθειας.[1]

Αυτοί που διατυμπανίζουν όμως τον αρνητικό λόγο για τη μαζική εκδοτική παραγωγή θεωρούν τις απόψεις τους αντικειμενικές, καθολικές και οικουμενικά πολύτιμες. Είναι οι αυτόκλητοι κριτές, οι τιμωροί-δικαστές, οι άγιοι ήρωες που θα μας σώσουν από τον βούρκο στον οποίο είμαστε ανήμποροι. Έτσι, εύλογα πιστεύουν ότι η αληθινή και καλή λογοτεχνία δυσκολεύεται να αναδειχθεί λόγω της υπερπληθώρας κακών τίτλων που κυκλοφορούν. Όμως, αυτή η άποψη, όπως καταλαβαίνει κανείς, είναι πέρα για πέρα εσφαλμένη.

Το έχω πει και αλλού, αρκετές φορές, η κατάσταση της μαζικής εκδοτικής παραγωγής, όπως και κάθε είδους κατάσταση, δεν μπορεί να είναι από μόνη της ούτε αρνητική ούτε θετική. Δεν μπορεί κανείς να διαμορφώσει και να εκφέρει άποψη από την «εικόνα» μιας οποιασδήποτε κατάστασης. Ωστόσο, αφετηριακά μιλώντας, δεν μπορώ να μην παραδεχτώ ότι η μαζική παραγωγή καθώς και οι καινούργιοι, εναλλακτικοί τρόποι έκδοσης και δημοσίευσης της λογοτεχνίας αναμφίβολα δίνουν το στίγμα της ανοικτότητας, της ροπής προς τη δημιουργία και τη δημιουργικότητα, ανεξάρτητα από το τι εν τέλει συμβαίνει εντός ενός βιβλίου. Αυτή μου η παρατήρηση και θέση σκιαγραφεί το πλαίσιο της κατάστασης της μαζικής εκδοτικής παραγωγής.

Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές απόψεις περί ποιοτικής και μη ποιοτικής λογοτεχνίας, προϋπόθεση για αυτόν τον υποκειμενικό διαχωρισμό είναι η ύπαρξη της ίδιας της λογοτεχνίας. Το πώς και γιατί εκδίδει κάποιος ένα βιβλίο είναι σίγουρα άξιο διερεύνησης. Και είναι πολλά τα αρνητικά κρούσματα. Πολλά. Δεν θα το κρύψω. Άλλωστε, έχω ασχοληθεί και ασχολούμαι με αυτό το ζήτημα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι όποιος εκδίδει σήμερα βιβλία ή εκδίδει σε συστηματική βάση πρέπει να κατηγοριοποιηθεί στη μη ποιοτική λογοτεχνία ακριβώς λόγω της αυξημένης του εκδοτικής παραγωγής. Υπάρχουν συγγραφείς που μπορούν να ενταχθούν πολύ εύκολα είτε στην ποιοτική λογοτεχνία είτε στη μη ποιοτική λογοτεχνία ανεξάρτητα από την συχνότητα έκδοσής τους.

Είναι πολύ σημαντικό αυτό με την αυξημένη συχνότητα και παρατηρείται έντονα γύρω μας. Πολλοί από τους ανθρώπους που τάσσονται υπέρ στο επιχείρημα της (άκρατης ή μη) δαιμονοποίησης της μαζικής εκδοτικής παραγωγής, επειδή οι ίδιοι δεν είναι παραγωγικοί όσο θα ήθελαν ή όσο είναι άλλοι συγγραφείς ή επειδή δεν βρίσκουν το θάρρος της έκθεσης στο αναγνωστικό και κριτικό κοινό, στρέφονται, με μανία πολλές φορές, εναντίον συγγραφέων που είναι πολύ παραγωγικοί, επινοητικοί και δημιουργικοί και προσπαθούν να τους κάνουν να αισθανθούν ενοχή για την μεγάλη τους παραγωγικότητα και δημιουργικότητα.

Εκείνο το οποίο εγώ λέω είναι το εξής. Πρέπει να ενθαρρύνουμε τους πάντες να πάρουν την απόφαση να εμπλακούν στη σφαίρα της δημιουργίας, στην περιπλάνηση σε αυτή, ανεξάρτητα από τον λόγο της απόφασης και το αποτέλεσμα που θα μας δώσουν. Οφείλουμε, όλοι ανεξαιρέτως, στον άλλο τη συνθήκη της δημιουργίας ακόμη κι αν δεν τον εμπιστευόμαστε. Δεν είναι κανένας από εμάς αυτός που θα αποφασίσει για τον άλλο. Αυτό δεν συνεπάγεται απεμπόληση της κριτικής, ακόμα και σκληρής. Σημαίνει μόνο ότι αναγνωρίζουμε, ο καθένας μας ξεχωριστά, στον άλλο τον ίδιο χώρο και ότι είναι εντάξει να μοιραζόμαστε τον ίδιο χώρο. Και μετά τις δημιουργίες, πάνω στις δημιουργίες, έρχεται η κριτική. Με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να πιστεύουμε ότι επειδή έχουμε τα α΄ ή τα β΄ κριτήρια για τη λογοτεχνία, πρέπει όποιος γράφει να γράφει μόνο με βάση αυτά. Ο καθένας θα γράψει με τον τρόπο που επιθυμεί και για τον λόγο που ο ίδιος κρίνει. Και εκεί είναι που θα συναντήσει την κριτική μας.

Προσωπικά, θα ήθελα να δω όλον τον κόσμο να δημιουργεί και να διαβάσω όσο μπορώ τα βιβλία του. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα μου αρέσουν όλα, αλλά αυτό δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Αρέσουν σε άλλους αναγνώστες, σε άλλους κριτικούς. Εγώ, όπως και όλοι μας, είμαστε εδώ για να διαβάζουμε όσο και ό,τι μπορούμε και να παραθέτουμε το υποκειμενικό μας κριτικό σχόλιο στις δημιουργίες που συναντάμε. Δεν είμαστε εδώ για να αποτρέψουμε τον άλλον να δημιουργήσει ακόμη κι αν διαφωνούμε με τον λόγο που τον ωθεί στη δημιουργία και τον τρόπο με τον οποίο την επιτελεί.

Έχω την βαθιά πεποίθηση ότι πρέπει να εκμεταλλευθούμε και να ενθαρρύνουμε αυτό το στίγμα ανοικτότητας, αυτή τη ροπή προς τη δημιουργία και τη δημιουργικότητα που παρατηρείται στην σημερινή εποχή και να προσπαθήσουμε να το διαχειριστούμε με θετικό τρόπο. Τα πάντα ξεκινάνε από την απόφαση της δημιουργίας. Εκτός αυτού, δεν υπάρχει λογοτεχνία, δεν υπάρχει γραφή, δεν υπάρχει ανάγνωση. Και πού ξέρεις, αφήνοντας αλλά και ενθαρρύνοντας την δημιουργία να ανθίσει, μπορεί και να οδηγηθούμε μετά από κάποιο σημείο σε πολύ ευχάριστες εκπλήξεις.

Κλείνοντας, προσθέτω το εξής. Όσο μια κοινωνία δημιουργεί, ό,τι κι αν δημιουργεί, γυρνά, δηλαδή ζει. Το πώς ζει ας το συζητήσουμε, ναι. Θα έλεγα μάλιστα ότι είμαστε υποχρεωμένοι να το συζητήσουμε και να το συζητάμε. Αλλά το αν πρέπει να ζουν κάποιοι μόνο εντός της, όχι!


Βιβλιογραφία

Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Foucault, Μ. (1978). Ιστορία της σεξουαλικότητας 1: Η δίψα της γνώσης (Γ. Ροζάκη μτφρ., Γ. Κρητικός, επιμ.). Αθήνα: Ράππα.

Μπέργκερ, Π. Λ. & Λούκμαν, Τ. (2003). Η κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας (Κ. Αθανασίου, Μτφρ., Γ. Κουζέλης & Δ. Μακρυνιώτη, Επιμ.). Νήσος.

Newman, S. (2019). Από τον Μπακούνιν στον Λακάν: Ο αντιεξουσιασμός και η εξάρθρωση της εξουσίας (Α. Αγγελής, Μτφρ., Τ. Γκόνης & Δ. Παπαγιαννοπούλου, Επιμ.). Αθήνα: Κέλευθος.

Πεχτελίδης, Γ. (2020). Για μια εκπαίδευση των κοινών εντός και πέραν των «τειχών». Αθήνα: Gutenberg.

Φις, Σ. (2019). Συνέπειες. Στο K. M. Newton (επιμ.), Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα: Ανθολόγιο κειμένων (Α. Κατσικερός & Κ. Σπαθαράκης, Μτφρ.) (σσ. 451-460). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης.

Φουκό, Μ. (1987). Εξουσία, γνώση και ηθική (μτφρ. Ζ. Σαρίκας). Αθήνα: Ύψιλον.


[1] Βλ. ενδεικτικά: Foucault, 1978· Φουκό, 1987· Μπέργκερ & Λούκμαν, 2003· Deleuze & Guattari, 2017· Newman, 2019· Φις, 2019· Πεχτελίδης, 2020.