Το περιεχόμενο διατίθεται υπό την άδεια Creative Commons BY-NC-ND (Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα)
Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026
Τέσσερα ποιήματα από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή "Κοινωνιόλεκτος" (Ιδιωτική έκδοση, 2026), του Μιχάλη Κατσιγιάννη
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026
Αυταρχισμός, περιχαράκωση και κόμπλεξ
Αυταρχισμός, περιχαράκωση και
κόμπλεξ
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
![]() |
| Ruth Chaney, The Writer (1935-1943) |
Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025
Για την επικοινωνία σήμερα: μια ημι-θεωρητική παρέμβαση
Για την επικοινωνία σήμερα: μια ημι-θεωρητική παρέμβαση
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
Επικοινωνία. Ένα ζήτημα που μας καίει διαχρονικά και ανελέητα Για κάποιους – παίρνω το θάρρος να εντάξω και τον εαυτό μου σ’ αυτούς – υπάρχει μια δυσφορία στο σήμερα, μια αίσθηση ενός πολιτικού μη ανήκειν, μια αίσθηση ότι δεν υπάρχει θέση και ρόλος μεταξύ ανθρώπων που, πρώτον, αποδέχονται να δέχονται εντολές άκριτα και στα τυφλά και, δεύτερον, που αναπαράγουν αυτοβούλως το δόγμα της διαστρέβλωσης, της φανταχτερής εικόνας και του – με αρνητικό τρόπο – κενού λόγου. Γι’ αυτές τις ενστάσεις, φταίει – σημαντικά – ο σημερινός τρόπος νοηματοδότησης της επικοινωνίας. Η τελευταία, είναι σαν ένας πύργος από τραπουλόχαρτα. Αυτό θα πει ότι είναι μεν πύργος, αλλά από τραπουλόχαρτα, δηλαδή εύθραυστος, ευάλωτος: αφετηριακά χαμένος – σε κάποιο σημείο/στάδιο του μέλλοντος . Εξηγώ.
Λέγεται συχνά, ακόμη και από αρκετούς που πράττουν έτσι όπως «κατηγορούν», ότι οι άνθρωποι δεν συνομιλούν ποιοτικά και ουσιαστικά, δεν διαβάζουν, δεν γράφουν, δεν είναι παραγωγικοί, δεν δημιουργούν και γενικότερα, απέχουν εντόνως από αυτό που θα ονομάζαμε με τη θεωρητική βοήθεια του Χαν (2025 βλ. επίσης, Κατσιγιάννης, 2025β) ως αφηγηματικές καταστάσεις και διαδικασίες. Λέγεται δηλαδή ότι έχει διαβρωθεί η επικοινωνία, έχει αποδυναμωθεί σε σημαντικό βαθμό, η – πάσης φύσεως – ουσιαστική αλληλεπίδραση και επικοινωνιακή διάσταση των ανθρώπων και των κοινωνιών. Εδώ, κάτι υπάρχει.
Πράγματι, η πλειονότητα των ανθρώπων απέχει και απαξιεί για ζητήματα που προβάλλουν και προωθούν εναλλακτικές, ριζοσπαστικές και συγκρουσιακές ιδέες, προτιμούν την άχρηστη και αντι-ερωτική επιφάνεια των πραγμάτων αντί του πολύτιμου και ηδονικού βάθους που κρύβουν. Και εμμένουν σ’ έναν τρόπο ζωής βαθιά απομονωτικό, στην πραγματικότητα, παρά τα φώτα, τόσο από τον ίδιο τους τον εαυτό όσο και από τους άλλους ανθρώπους και τα πράγματα γύρω τους. Κανείς δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια σ’ αυτή την καθόλα υπαρκτή σήψη.
Αλλά το να ειπωθεί ότι οι άνθρωποι δεν επικοινωνούν, είναι λάθος. Επικοινωνούν, αλλά επικοινωνούν με τρόπους και για λόγους οι οποίοι βασίζονται σε μια συναλλακτική ηθική, σε μια λογική κέρδους και, επιπλέον, η μορφή επικοινωνίας που ενστερνίζονται και οικειοποιούνται βρίσκεται «εντός των τειχών» και εξυπηρετεί το κλίμα, αλλά και τα συμφέροντα του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελεύθερου καθεστώτος, το οποίο πασχίζει – και καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό – την αλλοτρίωση των υποκειμένων και την επιβολή μιας μηχανιστικής, κανονιστικής και κανονικοποιητικής ύπαρξης και δράσης.
Με άλλα λόγια, η – ποικιλότροπη – επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων υπήρχε πάντα, υπάρχει τώρα και προφανώς θα συνεχίσει να υπάρχει. Αυτό δεν θα σταματήσει ποτέ. Επομένως, αυτό που έχει σημασία είναι να μελετάται κάθε φορά, ποιοι είναι οι τρόποι και οι λόγοι για τους οποίους επικοινωνούν οι άνθρωποι.
Σχετικά με τη σημερινή επιβολή, πρέπει να ειπωθούν πράγματα. Οι άνθρωποι δεν κατανοούν ότι απέχουν από την «καλή» και «θετική» επικοινωνία. Ίσα-ίσα, στη σημερινή κοινωνία της πληροφορίας, έχουν την εντύπωση ότι υπερ-συμμετέχουν, ότι υπερ-παράγουν εκφωνήσεις. Δεν καταλαβαίνουν ότι επικοινωνούν σκοτώνοντας την επικοινωνία. Ας εξετάσουμε λίγο αυτή την – σίγουρη – ψευδαίσθηση.
Σε αντίθεση με παλιότερα, αυτή η επιβολή, δεν πραγματοποιείται στη βάση μιας συνομιλίας σε πρώτο πρόσωπο, δεν εκτυλίσσεται σε πρώτο πλάνο και δεν επιχειρεί να εξαναγκάσει επιστρατεύοντας την «αρνητικότητα» που διακατέχει τον παλιό άμεσο εξουσιαστικό μηχανισμό της κυριαρχικής και πειθαρχικής κοινωνικής οργάνωσης, δηλαδή μέσω βίαιων και αυταρχικών μεθόδων (βλ. Φουκώ, 1989̇ Φουκώ, 2008̇ Ball, 2021̇ Χαν, 2023).
Οι σημερινοί τρόποι επιβολής όχι της σιωπής, όπως ξεκαθαρίστηκε, αλλά της αλλοτριωμένης και πλασματικής επικοινωνίας, είναι έμμεσοι, υπόγειοι και χαρακτηρίζονται από μια «θετικότητα»: όχι πια απειλές, περιορισμούς, εξαναγκασμούς κι εντάσεις, αλλά κολακείες, συναισθηματικούς εκβιασμούς και πλαστό ενδιαφέρον: μια ψυχοπολιτική συνθήκη (Χαν, 2023). Έτσι, μέσω μιας «φιλικής» και «καλοσυνάτης» εξουσίας (Χαν, 2023: 29), που δείχνει να ενδιαφέρεται με θέρμη και ζήλο γι’ αυτούς (και όντως συμβαίνει αυτό, αλλά μόνο για να καταφέρει πιο πλήρη έλεγχο, πιο διευρυμένη επιτήρηση πάνω στα σώματα και τις σκέψεις τους), οι άνθρωποι πείθονται αποτελεσματικά και ήρεμα ν’ ακολουθήσουν προτεινόμενα είδη συμμετοχής ανίκανα να απειλήσουν την κατεστημένη πραγματικότητα και αντίθετα, να συμβάλλουν, με τους τρόπους επικοινωνίας που θα διαμορφώσουν, στη συντήρηση και τη διεύρυνση αυτής της κατεστημένης πραγματικότητας.
Με άλλα λόγια, εκεί που η παλιά εξουσία «πειθαρχεί και […] υποτάσσει με εξαναγκασμούς ή απαγορεύσεις», η σημερινή εξουσία, «δεν […] επιβάλλει τη σιωπή», αλλά «προτρέπει διαρκώς ν’ ανακοινώνουμε, να μοιραζόμαστε, να συμμετέχουμε, εκφράζουμε τη γνώμη μας, τις ανάγκες μας, τις επιθυμίες και τις προτιμήσεις μας» (Χαν, 2023: 29̇ βλ. επίσης, Κατσιγιάννης, 2025α).
Επομένως, ο «εχθρός» δεν είναι κάποιος ή κάτι που επιβάλλει σιωπή στους ανθρώπους, αλλά το γεγονός ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι, επιτελούν οικειοθελώς παρα-αφηγηματικές, παρα-επικοινωνιακές πρακτικές που συμβάλουν στην περαιτέρω διόγκωση του μεγάλου προβλήματος της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων και των πραγμάτων.
Συνεπώς, νομίζω ότι τα πράγματα είναι πιο δύσκολα απ’ ότι ίσως νόμιζε κανείς. Στην πραγματικότητα, δεν έχουμε να παλέψουμε κάποια κατάσταση στην οποία κυριαρχεί η απουσία της επικοινωνίας. Όχι βέβαια. Αυτό ίσως να ήταν πιο εύκολο εγχείρημα. Αντίθετα, έχουμε να κάνουμε με μια πιο περίπλοκη κατάσταση στην οποία κυριαρχεί – ως παράδειγμα και κανονικότητα – η διαστρεβλωμένη, ψευδεπίγραφη έκφανση της επικοινωνίας. Και το πιο σημαντικό: η ψευδαίσθηση ότι πρόκειται για την αληθινή – με την έννοια της ουσιαστικής διαλεκτικής – επικοινωνία.
Τέλος, θα ήθελα να κάνω μια αναφορά στους λεγόμενους – συχνά αυτοαποκαλούμενους – «ανθρώπους του πολιτισμού», οι οποίοι φέρουν αρκετά μεγάλη ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση της επικοινωνιακής αποχαύνωσης και γνωστικής πίκρας. Στην κατηγορία αυτή συναθροίζονται καλλιτέχνες κάθε τέχνης, διανοούμενοι και λοιποί άνθρωποι που θεωρείται ότι προάγουν μια κουλτούρα κριτικής σκέψης που δεν αρέσκεται στο επιφαινόμενο αλλά σκάβει, ψάχνει και αναζητά εναλλακτικές αλήθειες.
Επειδή το θέμα το κειμένου μου δεν είναι αυτό, αφήνω ασχολίαστο το γεγονός ότι η λογική/πρακτική αυτή αποτελεί μια ελιτίστικη συνθήκη, μια παιδαγωγική από τα πάνω, και προχωρώ σε μια θέση/τοποθέτηση σχετικά με αυτό. Εκείνοι που ασχολούνται με τον εαυτό τους και τον κόσμο καταβάλλοντας κάποιον ψυχοδιανοητικό κόπο και παράγουν υβριδικές μορφές ζωής που καθήκον τους είναι ο – όχι επί τούτου – αντίλογος (κατεξοχήν πεδίο αυτού, η ποίηση), είναι χρήσιμο να προσπαθήσουν να απο-περιχαρακώσουν – στο μέτρο όχι της θέλησής τους αλλά των δυνατοτήτων τους – τον αισθητικο-πολιτικό χώρο στον οποίο συμμετέχουν, να επιτελέσουν αντι-δογματικές παρεμβάσεις και να αποδεχθούν την οπτική ενός άτακτου και πολυδιάστατου λόγου περί πολλαπλότητας και – άνευ προσωπικού συμφέροντος – κριτικής.
Βιβλιογραφία
Ball, S. J. (2021). Ο Foucault, η Εξουσία και η Εκπαίδευση (Ρ. Βασιλάκη, Μτφρ., Μ. Σεβαστιάδου, Επιμ.). Αθήνα: Gutenberg.
Κατσιγιάννης, M. (2025α). Για την πρακτική της διδασκαλίας: από την πειθαρχική εξουσία στον εκβιασμό της ψυχοπολιτικής. Βαβυλωνία. Ανακτήθηκε 28 Σεπτεμβρίου 2025, από: Για την πρακτική της διδασκαλίας: από την πειθαρχική εξουσία στον εκβιασμό της ψυχοπολιτικής - Βαβυλωνία
Κατσιγιάννης, M. (2025β). Σημειώσεις για τη νεοφιλελευθεροποίηση της διδασκαλίας της λογοτεχνίας στην προσχολική εκπαίδευση. Βαβυλωνία. Ανακτήθηκε 28 Σεπτεμβρίου 2025, από: Σημειώσεις για τη νεοφιλελευθεροποίηση της διδασκαλίας της λογοτεχνίας στην προσχολική εκπαίδευση - Βαβυλωνία
Φουκώ, Μ. (1989). Επιτήρηση και τιμωρία: Η γέννηση της φυλακής (Κ. Χατζηδήμου Ι. Ράλλη, Μτρφ.). Αθήνα: Ράππας.
Φουκώ, Μ. (2008). Το μάτι της εξουσίας. Τ. Μπέτζελος. Μτφρ), Αθήνα: Βάνιας.
Χαν, Μ.-Τ. (2023). Ψυχοπολιτική: ο νεοφιλελευθερισμός και οι νέες τεχνικές εξουσίας (Β. Τσαλής, Μτφρ). Αθήνα: Opera.
Χαν, Μ.-Τ. (2025). Η κρίση της αφήγησης (Β. Τσαλής, Μτφρ.). Αθήνα: Opera.
Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025
Γιατί μια πολιτική των Θερμοπυλών;
Γιατί μια πολιτική των Θερμοπυλών;
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
Αντί
εισαγωγής
Έπεσα πάνω σ’
ένα κείμενο της καθηγήτριας Γογγάκη με τίτλο: ‘Η θλιβερή εγκατάλειψη της
περιοχής της Μάχης των Θερμοπυλών’.[1]
Στο κείμενο αυτό, ο/η αναγνώστης/τρια παρατηρεί, θα μπορούσαμε να πούμε, μια πολιτική
των Θερμοπυλών που αν παρθεί στα σοβαρά – αν δεν έχει ήδη παρθεί – μπορεί να
έχει σοβαρές συνέπειες για τους ανθρώπους που δεν συντάσσονται με τις
καταστροφικές απόψεις κυρίως της δεξιάς. Στο παρόν κείμενο, θα προσπαθήσω να
εξετάσω τις σκέψεις της καθηγήτριας Γογγάκη με βάση τη θεωρία της
αρχαιοπολιτικής. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω – και που θεωρώ χρήσιμο να
ειπωθεί εξαρχής – είναι πολύ απλό: κάθε αρχαιολογικός, με την αυστηρή και μη
έννοια, χώρος που βρίσκεται εντός της ελληνικής επικράτειας, είναι απλώς ένας
ακόμη χώρος εντός της ελληνικής
επικράτειας, όχι κάτι ιερό, όχι κάτι που αξίζει να εγείρει εθνικά αισθήματα.
Περί
αρχαιοπολιτικής[2]
Σχετικά με την
αρχαιοπολιτική, η τελευταία είναι μια επιτελεστική πολιτική – ένας
εξουσιαστικός λόγος σημειολογιών και μη – που «εργαλειοποιεί το λόγο περί του
παρελθόντος έτσι ώστε να ελέγξει τη συζήτηση για το παρόν και […] να
προγραμματίσει το μέλλον» (Πλάντζος, 2023: 14). Πρόκειται δηλαδή για τη «χρήση
ενός αρχαιολογικού τρόπου σκέψης και δράσης» που εκκινεί έχοντας ως «πρόσχημα
μια εκ των προτέρων» δήθεν ανιδιοτελή, άνευ όρων συμπάθεια, μια «κατεστημένη
αγάπη» στην πραγματικότητα «εάν όχι λατρεία, για το κλασσικό παρελθόν […] ώστε
να οργανώσει κανείς […] άτομα, ομάδες και συσσωματώσεις σύμφωνα με ένα
προαποφασισμένο, και κατά πάσα πιθανότητα αλλότριο ή ψευδεπίγραφο, στρατήγημα»
(Πλάντζος, 2023: 11). Περιγράφοντας τη γέννηση θα λέγαμε της αρχαιοπολιτικής, ο
Πλάντζος (2023: 14-15) γράφει:
σαν νεολογισμός, η αρχαιοπολιτική πατά στη
βιοπολιτική όπως την περιέγραψε και μας την κληροδότησε ο Φουκό: την πολιτική
του (και επί του) βίου ή με άλλα λόγια, τις τεχνικές οργάνωσης και διαχείρισης
του βίου των ανθρώπινων πληθυσμών από τις νεωτερικές μορφές εξουσίας […] στην
αρχαιοπολιτική […] η διακυβέρνηση του ζην αναδιοργανώνεται ως αρχαιολατρικό
δρώμενο, ακόμη και στην περίπτωση που θα οδηγήσει αναγκαστικά στον αποκλεισμό,
τον οστρακισμό, ή και τον θάνατο ακόμη των σωμάτων εκείνων που κρίνονται ως
ανεπιθύμητα.
Επομένως, ενώ οι
«ελεγκτικοί μηχανισμοί» της αρχαιοπολιτικής, της «πειθάρχηση[ς]» δηλαδή «του
βίου υπό το πρόσχημα μιας καθόλα φαντασιακής αρχαιότητας», «υποτίθεται» ότι
ασχολούνται «για τη διατήρηση της ζωής, συχνά οδηγούν στην απώλειά της – ή
τουλάχιστον στην απόρριψη ορισμένων εκδοχών της ζωής ως μη βιώσιμων» (Πλάντζος,
2023: 18).
Παράγοντας
αρχαιο-πολιτική
Η καθηγήτρια Γογγάκη,
αναφερόμενη στη μάχη των Θερμοπυλών, αποφασίζει να προχωρήσει στην παραγωγή
μιας αρχαιο-πολιτικής και όχι στην ανάλυση και τη περιγραφή ενός ιστορικού
γεγονότος. Κάνει λόγο για «το χρέος στην ιστορική μνήμη» που όλοι/ες οφείλουμε ανεξαιρέτως
«προς το ηρωικό παρελθόν της Ελλάδας». Το χρέος αυτό επιτελείται – μεταξύ άλλων
– μέσα από εθνικές εορτές, αλλά «φέρει ως προϋπόθεση την ανθρώπινη ενέργεια,
τον σεβασμό, την διαφύλαξη, το προσκύνημα, την επαναφορά των γεγονότων ως
ενθύμηση, την συνειδητή απόδοση τιμής», όπως γράφει η ίδια.
Η εξιδανίκευση
και η υπερβάλλουσα αρχαιολατρία της γραφής της καθηγήτριας Γογγάκη – η οποία έχει ήδη διαφανεί – δημιουργεί
έντονα προβληματικές αναπαραστάσεις αναφορικά με το πώς και τι θα πρέπει να
αισθάνεται και να σκέφτεται ο σημερινός άνθρωπος που βρίσκεται και κατοικεί
στον χώρο της Ελλάδας για γεγονότα τα οποία είναι πολύ μακριά από τις δικές του
πραγματικότητες και που συχνά – εξαιτίας των λόγων διαφόρων σαν την καθηγήτρια Γογγάκη
– προβάλλονται μέσα από τα φίλτρα ενός αρχαιοπολιτικού φακού.
Είναι παραπάνω
από προφανές ότι για την καθηγήτρια
Γογγάκη, ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός ήταν, είναι και θα συνεχίσει να είναι το
απόλυτο απαύγασμα της ανθρώπινης διανόησης, η απόλυτη στιγμή του πολιτισμού, η
τομή στον παγκόσμιο χωροχρόνο. Κάτι που τεκμαίρεται – μεταξύ άλλων – όταν αναφερόμενη
«στο ήθος της μάχης των Θερμοπυλών» γράφει:
μια από τις ιστορικότερες μάχες,
αυτή των Θερμοπυλών, δεν διαθέτει εθνική εορτή. Ωστόσο, από τότε που διεξήχθη
μέχρι σήμερα, δεν έχει σταματήσει αυτή να αναφέρεται από τα λαϊκά χείλη, ως
υποδειγματικό πρότυπο. Η αναφορά στη μάχη αυτή παραπέμπει σε έννοιες όπως η περηφάνεια,
η αξιοπρέπεια και η υπόσχεση, με τις οποίες αυτή συνειρμικά συνδέεται και πάντα
συμβολίζει, ενώ εγείρει αισθήματα εθνικά. Η μνεία γίνεται, συνεπώς, ως επίκληση
στην ηθική και την καθαρότητα της μάχης αυτής. Η Μάχη των Θερμοπυλών διεξήχθη
το 480 π.Χ. εναντίον των Περσών, κατά την δεύτερη εισβολή τους εναντίον της
Ελλάδας. Δεν ήταν όμως μια οποιαδήποτε μάχη, αλλά μία από εκείνες τις
συγκλονιστικές μάχες που δόθηκαν εναντίον των βαρβάρων και διέσωσαν τον
επερχόμενο κλασικό πολιτισμό. Οι μάχες του Μαραθώνα, των Θερμοπυλών, της
Σαλαμίνας, των Πλαταιών και της Μυκάλης, έκριναν όχι μόνο το μέλλον της
Ελλάδας, αλλά και της Δύσης ολόκληρης. Αν η Ελλάδα είχε κατακτηθεί από τους
Πέρσες, τότε ο «ανεπτυγμένος» κόσμος θα είχε λάβει μια απροσδιόριστη
κατεύθυνση. Καταρχάς, δεν θα είχε αναδειχθεί ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός,
καθώς η χρυσή του περίοδος με τον Περικλή και την Ακρόπολη δεν θα είχε υπάρξει.
Επίσης, θα ήταν εντελώς διαφορετική η πορεία του κόσμου, καθώς η ήττα των
Περσών ανέκοψε οριστικά και την περσική εξάπλωση στην Ευρώπη.
Η καθηγήτρια Γογγάκη
επιστρατεύει έναν λόγο όχι απλώς απαξιωτικό και περιφρονητικό προς τον/την –
όποιο/α – ‘άλλο/η’, αλλά επίσης πολεμικό και ευφάνταστα κακοποιητικό. Το
βλέπουμε ξεκάθαρα αυτό όταν διαβάζουμε στο κείμενό της αναφορές όπως: «το
στοιχείο της μη υποταγής στους τότε βαρβάρους υπήρξε καθοριστικό για το μέλλον
της Ελλάδας, της Ευρώπης και του σημερινού κόσμου», «η περιοχή που διεξήχθη η
μάχη, είναι […] σπουδαιότατη για την Ελλάδα αλλά και για την ανθρωπότητα. Τα
βουνά, τα μονοπάτια, τα τείχη που κτίστηκαν τότε για την αντιμετώπιση του
εχθρού, η μέθοδος και η εκπληκτική στρατηγική των Ελλήνων στη μάχη την οποία
περιέγραψε ο Διόδωρος, αποτελούν ένα πολύτιμο υλικό της ελληνικής ίσως και της
παγκόσμιας ιστορίας», «συγκλονιστικές μάχες που δόθηκαν εναντίον των βαρβάρων
και διέσωσαν τον επερχόμενο κλασικό πολιτισμό».
Ακόμη, η καθηγήτρια
Γογγάκη, ψέγει (με ποια ιδιότητα;) την πολιτεία για την «σημερινή εγκατάλειψη»
του χώρου που διεξήχθη η μάχη των Θερμοπυλών, με έναν λόγο και πάλι ‘Κατακουζηνιακό’:[3]
θα περίμενε, επομένως, κανείς να
συναντήσει εκεί μια άλλη εικόνα: έναν μουσειακό χώρο αξιοποιημένο, επισκέπτες
από την Ελλάδα και το εξωτερικό που τον ανακαλύπτουν συγκινημένοι, μαθητές των
σχολείων που μαθαίνουν επί τόπου την ιστορία τους και νιώθουν περήφανοι για το
σθένος των προγόνων τους. Έναν τόπο ιερό, η ιερότητα του οποίου διαφυλάσσεται
από την ελληνική πολιτεία «ως κόρη οφθαλμού». Αντί, όμως, για μια «κόρη
οφθαλμού», η ελληνική πολιτεία έχει μάλλον αλληθωρίσει, και ολόκληρη η περιοχή
σήμερα όπου διεξήχθη η ιστορική μάχη, είναι εντελώς εγκαταλελειμμένη. Τα τείχη
των Δελφιών, των Πλαταιών, κ.ά. είναι πνιγμένα μέσα στα χορτάρια. Τα τόσο
σημαντικά μονοπάτια, η Ανοπαία Ατραπός, αποτελούν φωλιές για φίδια, και για
κάθε είδους έντομα και ζώα. Η εκπληκτική μεθοδολογία της στρατηγικής της μάχης
είναι χωμένη και χορταριασμένη μέσα στους άγριους θάμνους. Μια παλιά πινακίδα
ορίζει το στρατηγικό σημείο, αλλά είναι κι αυτή πνιγμένη στην άγρια φύση.
Ακλάδευτα δέντρα, εξαγριωμένοι βάτοι. Μόνο κάποια αγριολούλουδα μοιάζει να
ανθίζουν σκόπιμα επάνω στο χώμα που θάφτηκαν τόσα ελληνικά παλικάρια. Τίποτε
άλλο δεν θυμίζει το μεγάλο ιστορικό νεκροταφείο των ηρώων εκεί. Ούτε καν ένας
κοινός τάφος. Ο αλλού ξερός και αλλού δασώδης, ο άγριος τούτος τόπος, είναι
αδιαπέραστος. Σε τίποτα δεν θυμίζει το ιστορικό εκείνο μέρος, όπου διεξήχθη μια
τέτοιου μεγέθους και σημασίας μάχη - σώμα με σώμα - και ποτίστηκε με τόσο αίμα
αθανάτων. Το αγωνιστικό πεδίο το έχει πνίξει η αδιαφορία του κράτους, δεν
υπάρχει ολόγυρα ούτε ένας χάρτης, ούτε μια οδηγία, μια εικόνα, μια υπενθύμιση.
Καταβάλλοντας
μεγάλη προσπάθεια να αντιληφθώ την εγκατάλειψη που υφίσταται ο χώρος της μάχης
των Θερμοπυλών, έτσι όπως διατείνεται η καθηγήτρια Γογγάκη, ομολογώ ότι δεν τα
καταφέρνω. Πιθανόν, αυτή μου η αδυναμία να οφείλεται στο γεγονός ότι δεν πάσχω
από κάθε είδους ανάγκη για επιβολή στους/στις άλλους/ες, αλλά και στους/στις
‘άλλους/ες’, ιδιαίτερα κάνοντας χρήση στοιχείων και γεγονότων του παρελθόντος.
Παρόλα αυτά, θα έλεγα ότι ο χώρος, αυτό «το μεγάλο ιστορικό νεκροταφείο των
ηρώων», επιτελεί ακριβώς τη λειτουργία που (του) πρέπει, αφού σ’ αυτόν βρίσκουν
καταφύγιο τα «φίδια», τα «κάθε είδους έντομα και ζώα» αλλά και η ίδια η φύση
που αναπτύσσεται ελεύθερη.
Τέλος, η
καθηγήτρια Γογγάκη, απασφαλίζει
εναντίον του/της ‘άλλου/ης’ ευθέως:
πιο δίπλα, βρίσκεται το ζωντανό
κολαστήριο: Είναι οι παλιές εγκαταστάσεις των λουτρών, όπου έχουν μεταφερθεί
και εγκατασταθεί μόνιμα αλλοδαποί μετανάστες των χωρών της Περσίας, Πακιστάν,
κ.ά. Είπαν ότι το μέρος για την εγκατάσταση αυτή ήταν «προσωρινή» επιλογή του
τότε Περιφερειάρχη της περιοχής, που στη συνέχεια έγινε Δήμαρχος των Αθηναίων.
Η μετατροπή, όμως, της περιοχής εκεί σε «χοτ-σποτ» καμία προδιαγραφή δεν
διέθετε – ούτε μετά από τόσα χρόνια διαθέτει – για κάτι τέτοιο: κτήριο παλιό,
κομματιασμένο, με αποσχισθέντες σοβάδες και παράθυρα καλυμμένα πρόχειρα με…
σακιά. Και στην «αυλή» κατασκηνώσεις ομάδων, πεταμένα στρώματα και σκουπίδια,
σκουπίδια παντού. Δεν είναι συνθήκες αυτές για ανθρώπους. Ούτε καν για ζώα. Η
ζωή και η επιβίωση έχουν μεγάλη αξία, αλλά δεν σημαίνει ότι οφείλει γι’ αυτές
να χάνει κανείς εντελώς την ανθρώπινη ιδιότητα και την αξιοπρέπειά του. Αλλά
έμαθα, επίσης, κάτι, που με δυσκολία μπορώ να το πω: ότι τα βράδια, στο μέρος
αυτό, της πλήρους εξαθλίωσης, καταφθάνουν εκεί κάποιοι, ντόπιοι και ξένοι. Και
μέσα στα αμάξια τους… εκμεταλλεύονται σεξουαλικά για λίγα χρήματα τα αγοράκια
του καταυλισμού… Με άλλα λόγια, ο Εφιάλτης, ο Εφιάλτης της Μάχης των
Θερμοπυλών, βρήκε τρόπο για μετενσάρκωση και έγινε ο σημερινός εφιάλτης. Έγινε
ο τρομερός, ο κατάπτυστος προδότης της ιστορίας μας και των σημερινών Ελλήνων.
Τι όνειδος! Ας αφυπνιστεί η πολιτεία, επιτέλους, για όλα τούτα!
Το πρόβλημα της
καθηγήτριας Γογγάκη σχετικά με την
σεξουαλική κακοποίηση των μεταναστών/τριών και των προσφύγων/ισσών – «αλλοδαποί
μετανάστες των χωρών της Περσίας, Πακιστάν» κατά την καθηγήτρια Γογγάκη – δεν
είναι τόσο η ίδια η κακοποιητική πράξη – που κατά πάσα πιθανότητα επιτελείται
από τους/τις περήφανους/ες γηγενείς που ριγούν σκεπτόμενοι/ες τη μάχη των
Θερμοπυλών – όσο και η προστασία που παρέχεται από την πολιτεία στους/τις
κακοποιητές/τριες αλλά ο χώρος στον οποίο συμβαίνει. Με πρόσχημα την προβολή
ενός ανθρωπιστικού λόγου του τύπου: «δεν είναι συνθήκες αυτές για ανθρώπους.
Ούτε καν για ζώα. Η ζωή και η επιβίωση έχουν μεγάλη αξία, αλλά δεν σημαίνει ότι
οφείλει γι’ αυτές να χάνει κανείς εντελώς την ανθρώπινη ιδιότητα και την
αξιοπρέπειά του», η καθηγήτρια Γογγάκη εκτελεί σημειολογικά τον/την ‘άλλο/η’
για να διαφυλάξει κάποια δήθεν ιερότητα, ξεχνώντας (ή αγνοώντας για την
ακρίβεια) ότι στην περίπτωση αυτή, η ευαλωτότητα δεν ανήκει στον ιερό χώρο που απο-ιεροποιείται
αλλά στους ανθρώπους που συστηματικά κακοποιούνται από το κράτος που τους
αφήνει να ζουν και να υπάρχουν κάτω από τέτοιες συνθήκες.
Αντί
επιλόγου
Ήδη από τις
πρώτες μόνο φράσεις, θα μπορούσαμε να μην συνεχίσουμε την ανάλυση του κειμένου
της. Το πού, το πώς, το ποιοι και το γιατί σε οτιδήποτε σχετίζεται με ζητήματα
του παρελθόντος ενός πολιτισμού κι ενός λαού δεν είναι κάτι που μπορεί να
επιβληθεί και να επιτηρηθεί – πόσο μάλλον από μία δημόσια υπάλληλο που αποστολή
της σίγουρα δεν είναι η διάπλαση ‘εθνικών’ χαρακτηριστικών και προτύπων αλλά η
προώθηση και η καλλιέργεια μιας πολύμορφης παιδείας. Ξεχνάει προφανώς η
καθηγήτρια Γογγάκη ότι η διαχείριση του κάθε χώρου επαφίεται σε συλλογικές
αποφάσεις και επί τόπου χρήσεις, και σίγουρα όχι σε ανακηρυκτικού τύπου
προβολές της ιδιοκτησίας ‘μας’ και σε ρυθμιστικού χαρακτήρα αγανα-κτήσεις.
Η καθηγήτρια
Γογγάκη με την αρχαιοπολιτική γραφή της προβαίνει σε μια «ρητορική νεκροπολιτική» (Μπέμπε, 2020· βλ. επίσης
Κατσιγιάννης, 2025) που ενταφιάζει όλους/ες όσους/ες δεν αναγνωρίζουν στο
αρχαιοελληνικό παρελθόν γενικά και τη μάχη των Θερμοπυλών ειδικά, αυτή την
εκστατική ονειροπόληση που εμπλέκει τον μύθο με την πραγματική ζωή,
αποκρύπτοντάς το επιμελώς.
Καταληκτικά, ας
πάρουμε την απόφαση να απορρίψουμε κάθε είδος εθνικιστικής παρέκκλισης, κάθε είδος
συντηρητικής ονειροπόλησης και να αξιοποιήσουμε όλους τους ‘ιερούς χώρους’ όπως
επιθυμούμε. Να πάρουμε την απόφαση να πούμε ότι δεν υπάρχει απολύτως καμία
ιερότητα, τουλάχιστον όχι καθολική.
Βιβλιογραφία
Γογγάκη, Κ. (2025). Η θλιβερή
εγκατάλειψη της περιοχής της Μάχης των Θερμοπυλών. Έθνος. Ανακτήθηκε 4 Μαΐου 2025, από: https://www.ethnos.gr/greece/article/359938/hthliberhegkataleipshthsperioxhsthsmaxhstonthermopylon
Κατσιγιάννης,
Μ. (2025). Αρχαιοπολιτική των σχολικών εθνικών εορτών στην Ελλάδα: σχολιάζοντας
μια επικίνδυνη παιδαγωγική πρακτική. e-prologos.gr.
Ανακτήθηκε 4 Μαΐου 2025, από: https://www.e-prologos.gr/%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b1%ce%b9%ce%bf%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%83%cf%87%ce%bf%ce%bb%ce%b9%ce%ba%cf%8e%ce%bd-%ce%b5%ce%b8%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8e%ce%bd/
Μπέμπε, Α. (2020). Νεκροπολιτική: το άρθρο (Γ. Χαρλαμπιτάς,
Μτφρ.) Αθήνα: Εκδόσεις των Συναδέλφων.
Πλάντζος, Δ. (2023). Αρχαιοπολιτική. Αθήνα: Εκδόσεις του
Εικοστού Πρώτου.
[1]
Βλ.
Γογγάκη, Κ. (2025). Η θλιβερή εγκατάλειψη της περιοχής της Μάχης των
Θερμοπυλών. Έθνος. Ανακτήθηκε 4 Μαΐου
2025, από: https://www.ethnos.gr/greece/article/359938/hthliberhegkataleipshthsperioxhsthsmaxhstonthermopylon
[2] Βλ. επίσης: Κατσιγιάννης, Μ. (2025). Αρχαιοπολιτική των σχολικών εθνικών εορτών στην Ελλάδα: σχολιάζοντας μια επικίνδυνη παιδαγωγική πρακτική. e-prologos.gr. Ανακτήθηκε 4 Μαΐου 2025, από: https://www.e-prologos.gr/%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b1%ce%b9%ce%bf%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%83%cf%87%ce%bf%ce%bb%ce%b9%ce%ba%cf%8e%ce%bd-%ce%b5%ce%b8%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8e%ce%bd/
[3]
Όλοι/ες γνωρίζουμε τον
γραφικό Κωνσταντίνο Κατακουζηνό από το γνωστό σίριαλ ‘Κωνσταντίνου και Ελένης’.
Ελάχιστα για τη σχέση του δυτικού πολιτισμού με τον/την ‘άλλο/η’
Ελάχιστα για τη σχέση του δυτικού πολιτισμού με τον/την ‘άλλο/η’
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
Ο δυτικός
πολιτισμός στη σχέση του με τον/την ‘άλλο/η’ έχει αναμφίβολα μια μακρά κακοποιητική
παράδοση που ακούει στο όνομα πατερναλισμός και σημαίνει με απλά λόγια την
ύπαρξη του δίπολου πλειονοτικές[1] και μειονοτικές ομάδες, με την πρώτη να
διεκδικεί – και σε πολύ μεγάλο βαθμό να πετυχαίνει – την κυριαρχία έναντι της
δεύτερης. Στη ροή της καθημερινής ζωής το δίπολο αυτό επιτελείται με πρακτικές
όπως το καπέλωμα, η υπό όρους έκφραση, η φίμωση συγκεκριμένων ομάδων ή ακόμα
και ο αφανισμός τους. Αυτές οι επιτελεστικές πρακτικές κυριαρχίας, επιτήρησης
και ελέγχου από μέρους των πλειονοτικών ομάδων καταλήγουν στην περιθωριοποίηση
του ‘άλλου’, δηλαδή σε εκείνο το οποίο αντιλαμβάνονται ως παντελώς εκτός τους
και από το οποίο θεωρούν ότι απειλούνται.[2]
Δεδομένου ότι αυτή η λογική διαχείρισης ορισμένων ανθρώπων γίνεται αποδεκτή από
τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών των δυτικών εθνικών κρατών, οι
μειονοτικές και ευάλωτες ομάδες ζουν θα λέγαμε στη σκιά των σημαντικών και νομιμοποιημένων
ζωών ως τα σκουπίδια τους, υπάρχουν στο καθεστώς της όλο και περισσότερο
αυξανόμενης αορατότητας και ανασφάλειας.
Παρολαυτα, εντός
του δυτικού πολιτισμού, μπορεί κανείς/καμιά να εντοπίσει και ανθρώπους
προερχόμενους από πλειονοτικές ομάδες, που δεν επαναπαύονται στα προνόμια που
τους παρέχει η κοινωνικο-πολιτισμική τους θέση, όπως για παράδειγμα η
λευκότητα, η ετεροκανονικότητα ή η οικονομική άνεση, και αγωνίζονται υπέρ των
μειονοτικών ομάδων, προσπαθώντας να τους δώσουν φωνή, ορατότητα και αναγνώριση
και γενικότερα επιχειρούν να τους απ-εντάξουν από το καθεστώς επισφάλειας στο
οποίο καταδικάζονται να κινούνται. Τι κάνουν δηλαδή όλοι αυτοί οι άνθρωποι;
Μιλούν εξ ονόματος των ευάλωτων ομάδων, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα
καταφέρουν να τους δώσουν την ικανότητα να αποκτήσουν τη δική τους φωνή και
δράση. Αυτή είναι θα μπορούσαμε να πούμε η ‘θετική’ εκδοχή του πατερναλισμού.
Οι
υποστηρικτές/τριες των ευάλωτων και μειονοτικών ομάδων χαρακτηρίζονται από το
πνεύμα του ανθρωπισμού και της φιλανθρωπίας, θεωρούν δηλαδή ηθικό χρέος τους να
υπερασπιστούν τους/τις ‘άλλους/ες’, επειδή οι τελευταίοι/ες είναι ανίκανοι να
υπερασπιστούν τους εαυτούς τους. Οι – ας τους ονομάσουμε – αντιφρονούντες
πλειονοτικοί λοιπόν πιστεύουν στην ενδυνάμωση των μειονοτικών ομάδων και
επιθυμούν την έναρξη της διαδικασίας της προνομιοποίησής τους, ώστε να γίνουν
κι αυτοί/ές σαν όλους/ες τους/τις κανονικούς/ές άλλους/ες. Με άλλα λόγια, δεν
αφίστανται των προνομίων τους αλλά απλώς θέλουν να τα αποκτήσουν και οι ‘άλλοι/ες’,
ώστε να είμαστε στο τέλος όλοι/ες ίδιοι/ες και ίσοι/ες. Κι εδώ ακριβώς είναι
που εντοπίζουμε το μεγαλείο του πατερναλισμού: τόσο ο απορριπτικός λόγος όσο
και ο λόγος της ενσυναίσθησης ως προς τα ‘μειονοτικά’ υποκείμενα είναι στην
πραγματικότητα οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Είναι δηλαδή ένας λόγος από
τα πάνω που αποσκοπεί σε υπόδειξη τρόπου ύπαρξης. Με άλλα λόγια, η συμμαχία που
συστήνουν οι με αυτόν τον τρόπο υποστηρικτές/τριες του ‘άλλου’, είναι μια άνιση
εν τη γενέσει της συμμαχία αφού η εξίσου προνομιοποίηση του ‘άλλου’ ώστε να
γίνουν σαν κι εμάς, το μόνο που εξασφαλίζει είναι τον εξευγενισμό του
κατεστημένου διωγμού και δολοφονίας του όποιου ‘άλλου’.
Οι άνθρωποι που
ζουν σε πάσης φύσεως επισφάλεια έχουν σίγουρα ανάγκη από συνοδοιπόρους στον
δύσβατο αγώνα τους για ορατότητα και αναγνώριση των ζωών τους ως αξιοβίωτων. Αυτό
όμως που δεν χρειάζονται – γιατί τους/τις πλήττει και τους/τις εξοντώνει –
είναι ύπουλη συντροφιά των κεκαλυμμένων προνομιούχων.
Εξάλλου, οι
μειονοτικές ομάδες που βρίσκονται στα δυτικά κράτη σηματοδοτούν θα λέγαμε το
πλήρωμα του χρόνου: για ολόκληρους αιώνες, ο πολιτισμός της δύσης καταδυνάστευε
και κατέστρεφε τις ζωές αυτών των ανθρώπων ποικιλοτρόπως και εξακολουθεί μέχρι
και σήμερα να πράττει το ίδιο με περίσσια ικανοποίηση και ζήλο. Όμως, οι
μειονοτικές ομάδες δεν είναι εδώ ανάμεσά μας ως φιλοξενούμενοι/ες, δεν
πρόκειται δηλαδή για άτομα που αναμένουν να τους θέσουμε τους όρους της
διαμονής τους. Δεν είναι εδώ για να απλώσουν διστακτικά το χέρι και να ζητήσουν
λίγα προνόμια, λίγη εύνοια κι έναν λόγο συμπάθειας. Δεν είναι εδώ για να
προσπαθήσουν να προσαρμοστούν στον πολιτισμό μας και να αφομοιωθούν, ενταχθούν
και συμπεριληφθούν. Το απολύτως αντίθετο: είναι εδώ, στα εδάφη της δύσης, στα
σχολεία μας, στις συνοικίες μας, στις υπηρεσίες μας, στις πλατείες μας και
στους δρόμους μας ακριβώς για να
αφαιρέσουν αυτό το μας. Για να
καταρρίψουν αυτή την ιδιοκτησιακή λογική. Γιατί αυτή είναι που περιθωριοποιεί,
αποκλείει και εγκληματεί. Οι κάθε είδους ‘άλλοι/ες’ είναι εδώ λοιπόν όχι για να
πασχίσουν να μας μοιάσουν αλλά για να διεκδικήσουν και να απαιτήσουν την
αποπρονομιοποίηση των πλειονοτικών ομάδων. Δηλαδή τη δική μας αποπρονομιοποίηση, την αχρήστευση και αποδόμηση της –
άμεσα και έμμεσα – δολοφονικής μας ηθικής. Είναι εδώ για να μας πάρουν όλα όσα
έχουμε, που είναι όλα όσα τους στερήσαμε και τους στερούμε.
Όσοι/ες
πραγματικά ενδιαφέρονται για τον τερματισμό της εχθρικής – φασιστικής στην
ουσία – ιδεολογίας που κυριαρχεί στον δυτικό πολιτισμό και λέγεται ζωή ανάξια
να βιωθεί, θα ήταν καλύτερο να κάνουν όσα περισσότερα βήματα πίσω μπορούν να
σκεφτούν να κάνουν, να σωπάσουν όσο το δυνατόν πιο εκκωφαντικά γίνεται, δηλαδή
να δώσουν – όχι εν είδει παραχώρησης αλλά εν είδει ετεροχρονισμένης αλληλέγγυας
στάσης και συμπεριφοράς – ζωτικό χώρο στον/στην ‘άλλο/η’.
Εν κατακλείδι,
θεωρώ χρέος μου να αναφερθώ στην ίδια τη φύση του παρόντος κειμένου. Γράφοντας
αυτές τις λέξεις, εγώ, ένας προνομιούχος – τουλάχιστον σε σχέση με ποικίλες μειονοτικές
ομάδες – αισθάνομαι ότι επιτηρώ τις ζωές όλων όσων απορρίπτονται μετά
βδελυγμίας από τους χώρους της δύσης, ότι προσπαθώ να προσδιορίσω τις υπάρξεις
τους και εν τέλει, οριοθετώ και αναγνωρίζω κατά το δοκούν και από τα πάνω. Γι’
αυτό το λόγο και με σαφώς δηλωμένο απολογητικό τόνο, αναφέρω ότι εντάσσω πλήρως
τον εαυτό μου σε αυτούς/ές που επιβάλλεται να αποστασιοποιηθούν από την
πρακτική κάθε είδους πατερναλισμού.
[1]
Ως πλειονοτικές ομάδες, νοούνται τα υποκείμενα που συνήθως ονομάζονται
‘νοικοκυραίοι/ες’, όπως για παράδειγμα το εθνικό, ετεροκανονικό, αρτιμελές,
υπάκουο στο δόγμα νόμος και τάξη υποκείμενο κ.λπ.
[2] Ως ‘άλλο’, νοείται οποιαδήποτε
ύπαρξη δεν εμπίπτει στις – κοινωνικά κατασκευασμένες – δομές του δυτικού
πολιτισμού και γίνεται αντιληπτή ως κάτι αλλότριο, επικίνδυνο και αρνητικά
παράξενο, όπως για παράδειγμα, οι μετανάστες/τριες, οι πρόσφυγες/ισσες, οι
ρομά, οι τρανς, οι ομοφυλόφιλοι, οι ανάπηροι κ.λπ.
Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025
Περί φιλαναγνωσίας, αλλά αλλιώς
Περί φιλαναγνωσίας, αλλά αλλιώς
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
Άραγε θα
μπορούσε κάνεις να διαφωνήσει, τουλάχιστον αφετηριακά, με ό,τι συμβολίζει η
λέξη φιλαναγνωσία; Νομίζω πως όχι. Τότε, για ποιο λόγο η φιλαναγνωσία αποτελεί
ένα αγκάθι του πολιτισμού μας, ένα μόνιμο διακύβευμα κι ένα όλο και αυξανόμενο
άγχος; Στο παρόν κείμενο, θα αποπειραθώ να δώσω ορισμένες απαντήσεις μέσα από
το δικό μου πολιτικο-ιδεολογικό πρίσμα (όπως όλοι εξάλλου), τονίζοντας ότι μια
αποτελεσματική πολιτική της φιλαναγνωσίας προϋποθέτει μια αποτελεσματική
πολιτική της άρνησης.
Δεν θα σπαταλήσω
την προσοχή των αναγνωστών διευκρινίζοντας τον όρο φιλαναγνωσία τόσο επειδή η
λέξη αυτοεξηγείται όσο κι επειδή όλοι γνωρίζουν το περιεχόμενό της. Επιλέγω να
σταθώ στο πολιτισμικό και κοινωνικό περικείμενο όπου χρησιμοποιείται η
συγκεκριμένη λέξη και να αναδείξω τις αντιφάσεις που τόσο ενυπάρχουν όσο και
προκαλούνται.
Αναπόφευκτα,
ζούμε στην κοινωνία της πλήξης, της μιζέριας, του παραλόγου, της απουσίας ουσιαστικής
αλληλεπίδρασης και επικοινωνίας, του κέρδους, της εμπορευματικής ηθικής, της
αλαζονείας, της παραπληροφόρησης και της πληροφορίας, του ατομισμού (κ.λπ.). Με
άλλα λόγια, είμαστε όλοι μάρτυρες της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας και των ισχυρών
μηχανισμών που αυτή χρησιμοποιεί για να εδραιωθεί και ν’ αναπτυχθεί εν είδει
ύπουλου καρκινώματος. Απ’ αυτό το εξελιγμένο καφκικό περιβάλλον, οι τέχνες γενικά
και η λογοτεχνία ειδικά δεν θα μπορούσαν να μείνουν εκτός της φθοράς, της
παρακμής και της άγριας εκμετάλλευσης.
Παρά το γεγονός
ότι σπουδαία λογοτεχνήματα παλαιών, μη παρευρισκόμενων γύρω μας, ως επί το πλείστον,
ποιοτικών συγγραφέων συνεχίζουν να εκδίδονται και να κυκλοφορούν, παρά το
γεγονός ότι υπάρχουν ορισμένα βιβλία του σήμερα που κινούνται σε ανάλογο επίπεδο,
παρά το γεγονός ότι υπάρχουν αρκετά λογοτεχνικά περιοδικά και ιστότοποι που
δημοσιεύουν καλό κι ενδιαφέρον περιεχόμενο, η πλειονότητα των ανθρώπων επιλέγει
να διαδραματίσει έναν από τους ακόλουθους δύο ρόλους. Είτε τον ρόλο του
θεατή που αποτραβιέται από ό,τι προκαλεί κούραση έστω και στο ελάχιστο και
ανεξάρτητα από το αν η κούραση αυτή είναι γλυκιά και καρποφόρα, είτε τον ρόλο
του παθητικού αναγνώστη που συμμετέχει μεν στα δρώμενα του λόγου αλλά με ένα
πλάνο εντός/εκτός, με μια λογική πλατιάς ρηχότητας και βαθιάς ζάλης.
Ακόμη, η
πλειονότητα των ανθρώπων που διατείνεται ότι ασχολείται με τη λογοτεχνία και
διεκδικεί τον ρόλο του αναγνώστη (αυτού του ιερού και γενναίου ρόλου),
καταπιάνεται συχνά με αυτό που ονομάζουμε ως παραλογοτεχνία.[1] Τραγικό
γεγονός αλλά βαθιά στερεωμένο στην κοινωνία μας και εξυπηρετικό για τους
σκοπούς της.
Στο πλαίσιο αυτό
λοιπόν, θα πρέπει κανείς να διευκρινίσει τι εννοεί όταν μιλά περί φιλαναγνωσίας.
Να διαβάζουμε «λογοτεχνία του ό,τι να' ναι» αλλά σε συστηματική βάση ή να
διαβάζουμε «ποιοτική λογοτεχνία» ανεξάρτητα από τον χρόνο που δίνουμε στην
ανάγνωση; Όμως, θα πρέπει να διευκρινιστούν οι όροι «λογοτεχνία του ό,τι να’ ναι»
και «ποιοτική λογοτεχνία».
Λέγοντας «ποιοτική
λογοτεχνία», εννοείται η λογοτεχνία εκείνη που κατασκευάζεται και πορεύεται στη
βάση της άρνησης, της αμφισημίας και του διφορούμενου, της υβριδικτητας, του
μετασχηματισμού, της πολλαπλότητας. Λέγοντας «λογοτεχνία του ό,τι να’ ναι», εννοείται
η λογοτεχνία εκείνη που, πρώτον, βρίσκεται σε αντίθετη κατεύθυνση από την
προηγούμενη και, δεύτερον, σχετίζεται καταγωγικά με τη μη πρόοδο του κόσμου (ως
σύνολο), με πρακτικές αλλοτρίωσης και με την παροχή ερεθισμάτων στερεοτυπικής
υφής και αξίας που εμποδίζουν την αποδιοργάνωση και αποδόμηση του αποχαυνωμένου
νου και σώματος καθώς και μια άλλη, εναλλακτική σύσταση του υποκειμένου.
Τώρα, έχοντας
κάνει συνολικά τις απαραίτητες αποσαφηνίσεις, προχωρώ στο επίδικο: σε μια
κοινωνία εξαλλοσύνης και τρόμου, αδικίας και ανηθικότητας, εξουθένωσης και
αλλοτρίωσης και άλλων πολλών αρνητικών γνωρισμάτων, σε μια κοινωνία που οι
άνθρωποι πείθονται να ενεργούν οικειοθελώς ως πανοπτικά της ζωής και του εαυτού
τους, διαφυλάσσοντας την ομαλή λειτουργία της κατεστημένης κοινωνικής
οργάνωσης, πώς γίνεται ένας άνθρωπος να θέλει, και να πράττει σχετικά, να
βρεθεί στο βάθος της σκέψης μιας «ποιοτικής λογοτεχνίας»; Κι ακόμη, πώς γίνεται
να αναμένεται και να απαιτείται από αυτόν κάτι τέτοιο; Θέλω να πω, θα ήταν κάτι
μη αναμενόμενο, παράλογο.
Το ξέρουμε
ποικιλοτρόπως, οι άνθρωποι δεν αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη. Πολύ συχνά,
δεν φτάνει ούτε μια ολόκληρη ζωή. Δεν είναι αδύνατο, αλλά είναι δύσκολο ένας
άνθρωπος που περνά καλά στους δρόμους του σήμερα, που δεν αισθάνεται αμηχανία
με τις υπάρχουσες κοινωνικές δομές, που δεν αναλογίζεται τη ζωή του σε σχέση με
τις άλλες ζωές να ξεκινήσει να ενδιαφέρεται γι’ αυτό που πιο πάνω ονόμασα και όρισα
ως «ποιοτική λογοτεχνία». Το υποκείμενο του νεοφιλελευθερισμού θέλει εύκολες
και γρήγορες λύσεις, διεξόδους χωρίς πολλή διανοητική σκέψη και δημιουργικό
κόπο. Και ακριβώς αυτό είναι που ζητά από την σχέση του με τη λογοτεχνία γι'
αυτό επιλέγει να επιπλέει σ έναν βούρκο από άχρηστα πράγματα και σκουπίδια.
Ο σημερινός
άνθρωπος θέλει μόνο ψυχαγωγία, μια λέξη που έχει κακοποιηθεί αφάνταστα. Λες κι
όσοι δεν στοιχίζονται πίσω από την άβουλη ύπαρξη και τη μηχανιστική δράση, δεν
επιθυμούν ψυχαγωγία στη ζωή τους. Εδώ, η ψυχαγωγία έχει αρνητικό και
επιφανειακό χαρακτήρα και μεταφράζεται ως εφήμερη απόλαυση που δεν μετατρέπεται
ποτέ σε ηδονή, σε έρωτα, σε πάθος, αλλά μένει μονάχα στον επιφανειακό κρότο κι
έχει την αντίστοιχη διάρκεια.
Συνεπώς, νομίζω
ότι οι λόγοι περί φιλαναγνωσίας, βιβλιοφιλίας και άλλων τέτοιων δαιμονίων, πέφτουν
στο κενό, αφού το βασικό πρόβλημα δεν είναι ότι η πλειονότητα των ανθρώπων
απέχει από το διάβασμα, κάτι που φυσικά ισχύει, αλλά το γεγονός ότι όσοι δεν
απέχουν ούτε αυτοί διαβάζουν στην πραγματικότητα. Κι ακόμη, το θεμέλιο: γιατί
όσοι δεν διαβάζουν, δεν διαβάζουν και όσοι διαβάζουν, «δεν διαβάζουν»; Αυτό
είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί και η οποία απάντηση (για να επιστρέψω
στην πρώτη παράγραφο) οφείλει να ακολουθήσει την ιδεολογικο-πολιτική κατεύθυνση
και μεθοδολογία που αποκαλύπτει τα κακώς κείμενα της κοινωνίας μας στην οποία
όλοι, ανεξαιρέτως, συμμετέχουμε.
[1] Για ευνόητους λόγους, επιλέγω να
μην αναφερθώ σε ονόματα και περιπτώσεις. Άλλωστε, όλοι γνωρίζουν τι είδους «γραφές»
κατατάσσονται σε αυτή την κατηγορία.
Λογοτεχνικό τοπίο και ανθρώπινες σχέσεις (Μέρος ΙΙ): ρωγμές στο λογοτεχνικό κατεστημένο
Λογοτεχνικό τοπίο και ανθρώπινες σχέσεις (Μέρος ΙΙ): ρωγμές στο λογοτεχνικό κατεστημένο
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
Όπως κάθε πεδίο
στην ιστορία του κόσμου, έτσι και η λογοτεχνία (ως σύνολο) αποτελεί μια δομή,
ένα σύστημα ελέγχου κι επιτήρησης που διέπεται (κάθετα) από προαποφασισμένους
κανόνες και προοργανωμένες λειτουργίες, δημιουργώντας και εμπεδώνοντας νόρμες
και παγιωμένες καταστάσεις. Αυτή είναι μια συνθήκη που δεν μπορεί να τεθεί υπό
αμφισβήτηση.
Ωστόσο, όπως
συμβαίνει με κάθε δομή, υπάρχουν επιτελέσεις που αμφισβητούν τις αυθεντίες, τα
δόγματα, τις προσταγές και τους περιορισμούς που επιβάλλονται (συνήθως από τα
πάνω), προωθώντας εναλλακτικές αντιλήψεις σχετικά με τους υπάρχοντες τρόπους
δράσης και δημιουργούν ρωγμές στα (λιγότερο ή μη) ισχυρά θεμέλια μιας δομής.
Η λογοτεχνία, ως
αισθητικο-πολιτικό πεδίο, είναι ένας πολύ πρόσφορος τόπος για ανοικτότητα και
ελεύθερη αλληλεπίδραση. Και γνωρίζουμε καλά ότι δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις
όπου άνθρωποι συγκρούστηκαν (ποικιλοτρόπως) γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό, για να
«ανοίξουν» δηλαδή τον χώρο, λειτουργώντας ως ρωγμές στο λογοτεχνικό
κατεστημένο, ως νησίδες απόλαυσης και επαγρύπνησης στο κυριαρχικό χάος του
λογοτεχνικού χώρου που επιδιώκει και απαιτεί ομοιομορφία και ακολουθία (ούτε
καν συμπόρευση).
Η αντισυμβατική λογοτεχνικότητα
της Beat Generation, ο πλούσιος αυθορμητισμός του Charles Bukowski που δένει τη
γραφή με τη ζωή, η διεισδυτικότητα της πένας του Franz Kafka που εντοπίζει και
αποκαλύπτει την κατεστημένη κοινωνική πραγματικότητα, οι λαβύρινθοι του Jorge
Luis Borges που μεταφέρουν τη λογοτεχνία σ’ ένα μυθολογικό επίπεδο, η παλλόμενη
θερμότητα των καταραμένων ποιητών, η σκληρή κοινωνική κριτική του Charles
Dickens, η ριζοσπαστική μεθοδολογία των σουρεαλιστών, η αταλάντευτη καλοσύνη
του Nicanor Parra, είναι μόνο κάποιες από τις στιγμές της λογοτεχνικής
ανθρωπότητας που σκιαγράφησαν ένα άλλο μέλλον για την τέχνη της λογοτεχνίας σε
συνολικό βαθμό.
Όμως, όπως
επίσης συμβαίνει με κάθε δομή, οι κυρίαρχες αντιλήψεις που προφυλάσσουν το
λογοτεχνικό κατεστημένο, έχουν διαρκώς τα ραντάρ τους ανοικτά και τους (πολλών
ειδών) δουλοπρεπείς σ’ επιφυλακή, ώστε να εντοπίσουν μια αποκλίνουσα φωνή και
να την καταστρέψουν: να εμποδίσουν την εξάπλωση τόσο της ίδιας της ύπαρξής της
όσο και της επιρροής της.
Το ζητούμενο εδώ
δεν είναι πλέον τόσο η περιγραφή της κατάστασης (παρόλο που δεν έχει υπάρξει σε
ικανοποιητικό βαθμό κάτι τέτοιο). Καθήκον της λογοτεχνίας είναι ν’ αλλάξει
αυτόν τον βαθύ αυταρχισμό, ν’ αποβάλει την ηθική του συντηρητισμού που τη
διακατέχει, ν’ απαρνηθεί την ελιτίστικη συμπεριφορά που την κυριεύει και να
επιχειρήσει ν’ αντισταθεί στο μοντέλο που υιοθετεί, δηλαδή το μοντέλο ενός
περίκλειστου χώρου με ιεραρχίες και διακλαδώσεις, με προϋποθέσεις για αποδοχή,
με εξαναγκασμούς και περιορισμούς και με αιτήματα που αν δεν ικανοποιηθούν, η
κατάληξη είναι είτε η αφάνεια είτε η πολεμική.
Είναι πολύ
κρίσιμο αυτό: η λογοτεχνία δεν είναι ούτε παιδική χαρά ούτε σύναξη
μιλιταριστών. Αντίθετα, είναι ένα πεδίο σύγκρουσης και διαμάχης, όπως είναι
άλλωστε και κάθε πεδίο στην κοινωνία μας. Συνεπώς, όσοι δραστηριοποιούνται στο
λογοτεχνικό τοπίο νομίζω ότι οφείλουν να συμβάλλουν στην αποτίναξη των πολλών
βαριδιών που το τυραννούν και να επιχειρήσουν τη συγκρότηση κοινοτήτων που θα
λειτουργούν με βάση μια σχεσιακή ηθική όπου όλοι και όλα λαμβάνουν απροϋπόθετη αναγνώριση
και ορατότητα, κανείς και τίποτα δεν εξοβελίζεται, κανείς και τίποτα δεν
κατατρώγεται στην ευαλωτότητα. Δηλαδή, όσοι δραστηριοποιούνται
στο λογοτεχνικό τοπίο οφείλουν να δράσουν ως παρεκκλίνοντα υποκείμενα και να εργαστούν
για την ανοικτότητά του και την αύξηση, τον πολλαπλασιασμό των ρωγμών που ήδη
υπάρχουν.
Με άλλα λόγια,
οφείλουμε να δούμε το θετικό και εναλλακτικό παράδειγμα αρκετών ανθρώπων και
στιγμών της λογοτεχνικής ιστορίας, να εντρυφήσουμε σ’ αυτό, να το μελετήσουμε,
να το κατανοήσουμε και να το συνεχίσουμε (όχι όμως σαν απλή αναπαραγωγή αλλά
δημιουργικά).
Πρώτη δημοσίευση: Art in Vivo – Διάβασε ό,τι σου αξίζει!, 8 Οκτωβρίου, 2025
Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025
Ο θεωρητικός λόγος για τη λογοτεχνία: από την απερισκεψία στη φειδώ
Ο θεωρητικός λόγος για τη λογοτεχνία: από την απερισκεψία στη φειδώ
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
Η λογοτεχνία, ως
επιτελούμενη – αλλά και επιτελεστική – πρακτική είναι τέχνη. Δηλαδή ένα
αισθητικό – με ποικίλες προεκτάσεις – πεδίο στο οποίο όλοι μπορούν – και πρέπει
θα πρόσθετα – να συμμετέχουν δημιουργώντας και ανταλλάσσοντας ερεθίσματα.
Πρόκειται, επομένως, για έναν χώρο ανοικτό, ελεύθερο, προσβάσιμο στον καθένα.
Ωστόσο, η λογοτεχνία, όπως και κάθε τέχνη, έχει κι άλλες πτυχές εκτός από την καλλιτεχνική/δημιουργική
διάσταση και αναφέρομαι στη μελετητική διάσταση: στη θεωρία της λογοτεχνίας.
Εδώ, τα πράγματα φαίνεται ν’ αλλάζουν αρκετά. Εξηγώ τι εννοώ.
Η θεωρία ενός
αντικειμένου είναι – είτε με την ευρεία έννοια είτε όχι – ένα επιστημονικό και
όχι δημιουργικό πεδίο – με την έννοια της καλλιτεχνικής παραγωγής. Και, σε ό,τι
αφορά την προκειμένη περίπτωση, η θεωρία της λογοτεχνίας μελετά συστηματικά,
συνεκτικά και εν ψυχρώ τη φύση αλλά και τη λειτουργία της εν λόγω τέχνης, όχι
μέσα από έναν πρακτικό, τεχνικό και αισθητικό φακό, αλλά επιστημονικοποιώντας –
ποικιλοτρόπως – τα δρώμενα και τα σημεία του.
Συνεπώς, τίθεται
το κρίσιμο ζήτημα της εγκυρότητας του λόγου ενός εκάστου. Ό,τι διαδίδεται θα
πρέπει να είναι – αφετηριακά ως γνώση, αυστηρά – σωστό και όχι «σωστό», γιατί
σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει το λυπηρό αλλά και επικίνδυνο συνάμα – συχνό –
φαινόμενο της διάδοσης ψευδών, διαστρεβλωμένων και παραποιημένων γνώσεων. Για
να το καταστήσω απολύτως σαφές: κάτι σαν fake news.
Εκείνο το οποίο
θέλω να πω είναι πάρα πολύ απλό και θα το θέσω μέσω ερωτημάτων: Μπορεί κανείς
να αναφερθεί, αλλά με θεωρητικό τόνο, πάνω στο μεγάλο ζήτημα της ανάγνωσης, για
παράδειγμα, χωρίς βιβλιογραφικές αναφορές (π.χ. Maurice Blanchot, Roland Barthes, Stanley Fish, Jean Paul Sartre κ.λπ.); Ή: Μπορεί
κανείς να αναφερθεί, αλλά με θεωρητικό τόνο, σε συγκεκριμένους θεωρητικούς που
μελέτησαν τη λογοτεχνία χωρίς να παρέχει σαφείς βιβλιογραφικές αναφορές σε
λόγια τους, έργα τους ή έργα άλλων μελετητών γι’ αυτούς; Έτσι, όταν μιλά κανείς
περί λογοτεχνικής θεωρίας, αναπόφευκτα τίθεται το ερώτημα: Ποιος μιλά;
Δεν είναι λίγες
οι στιγμές που βλέπουμε διάφορους λογοτέχνες αλλά και αναγνώστες να προσπερνούν
το γεγονός της εμπειρικής – ως επί το πλείστον – σχέσης τους με τη λογοτεχνία (δηλαδή
ότι ασχολούνται μαζί της γράφοντάς τη, διαβάζοντάς τη ή και τα δύο μαζί) και να
διολισθαίνουν, κάνοντας τοποθετήσεις πάνω σε πεδία τα οποία είτε δεν γνωρίζουν
είτε κατανοούν μερικώς. Νομίζω ότι δεν είναι λίγες αυτές οι στιγμές. Αλλά το
θέμα δεν είναι μόνο – τόσο – η συχνότητά τους, αλλά το ίδιο το συμβάν της
απερισκεψίας από μέρους αυτών που την πράττουν – καθώς και όσων την αναπαράγουν
αφού αυτή επιτελεστεί.
Ο θεωρητικός
λόγος, με όλα του τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, χρειάζεται χρόνο, αφοσίωση, κόπο
και μεγάλη εμβάθυνση. Δεν πρόκειται για είδη κειμένων τα οποία μπορείς να τα
διαβάσεις «στο πόδι», περιληπτικά ή/και θυμικά κι έπειτα, να αισθάνεσαι ότι
είσαι σε θέση να τοποθετηθείς επί του περιεχομένου τους. Απαιτείται ενδελεχής
έρευνα και μελέτη, αλλεπάλληλες επιστροφές πάνω στα ίδια κείμενα (ξανά και
ξανά) και, φυσικά, αμέτρητους παραγωγικούς αναστοχασμούς επ’ αυτών. Συνεπώς, η
άρθρωση είτε ενός θεωρητικού λόγου είτε ενός λόγου για έναν θεωρητικό λόγο
προστάζει φειδώ, εγκράτεια και επάρκεια. Για να το θέσω αλλιώς: αποφυγή
μισο-πραγμάτων. Κάτι που δυστυχώς δεν επικρατεί.
Η λογοτεχνία (ως
γραφή), σε αντίθεση με τη θεωρία (ως γραφή), είναι κόπος μεν αλλά ακίνδυνος προς
το κοινό που απευθύνεται. Ο κόπος και η έντασή της αφορούν αποκλειστικά το
συγγραφικό υποκείμενο, είναι τελείως προσωπικά. Ο θεωρητικός λόγος όμως δεν
είναι παρά μια μαθητεία: μια προσωπική – αρχικά – μαθητεία για τον μελετητή, η
οποία μετά από κάποια – απαιτούμενα – στάδια επεξεργασίας, κοινοποιείται και
γίνεται δημόσια μαθητεία για όλους τους ανθρώπους. Πρόκειται για μια καθαρά
παιδαγωγική διάσταση και διαδικασία.
Αν τώρα σε αυτή
την παιδαγωγική διαδικασία εμπλέκεται απερίσκεπτα ο οποιοσδήποτε εκφράζοντας
ό,τι νομίζει πως είναι σωστό, χωρίς να συμβουλεύεται θεωρητικές πηγές και
πορίσματα, τότε ανατινάζει – ή προσπαθεί να ανατινάξει – συθέμελα την όλη
διαδικασία. Τι συμβαίνει; Αποσυντονίζεται το βλέμμα των άπειρων ενδιαφερόμενων
– που δεν έχουν ακόμη την κρίση να ξεσκαρτάρουν το έγκυρο από το πρόχειρο – από
τους θεωρητικούς λόγους που κατασκευάζονται στη βάση της εγκυρότητας, της
παράθεσης βιβλιογραφικών αναφορών, της επεξήγησης και της αποσαφήνισης και
στρέφεται προς εύκολες, ανώδυνες και γρήγορες λύσεις, ό,τι συμβαίνει δηλαδή κατά
κόρον στην ελληνική πραγματικότητα – σε πολλούς τομείς.
Κλείνοντας, θα
ρωτήσω: Άραγε αυτή η αλλοπρόσαλλη και απερίσκεπτη συνθήκη που επικρατεί στον θεωρητικό
λόγο για τη λογοτεχνία θα γινόταν επιτρεπτή και αποδεκτή σε άλλους κλάδους;
Πρώτη δημοσίευση: Θράκα Περιοδικό – Εκδόσεις - Thraca, 4 Σεπτεμβρίου 2025



.jpg)


