Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γενικά περί τέχνης/Άλλες τέχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γενικά περί τέχνης/Άλλες τέχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

Ο αντίλογος του βλέμματος: αναγνώσεις της πόλης/παιχνίδι

Ο αντίλογος του βλέμματος: αναγνώσεις της πόλης/παιχνίδι


του Μιχάλη Κατσιγιάννη

Εικόνα: Μιχάλης Κατσιγιάννης, Ambient III (από τη σειρά «Ambient III», 2026): Michalis Katsigiannis - Photography: Ambient III (2026) 


Πάντα και παντού υπάρχει μια ιστορία. Για την ακρίβεια, πάντα και παντού μπορεί να κατασκευαστεί μια ιστορία. Αυτό είναι η πόλη. Τι δηλαδή; Η πόλη είναι ένα «ριζωματικό» πλάνο/σύστημα, ένα παλίμψηστο, ένα υβριδικό πεδίο ανοικτότητας, πολλαπλότητας και πολυσημίας εντός του οποίου κατασκευάζονται ποικιλοτρόπως τα «γίγνεσθαι» και πυροδοτείται η αλληλοτροφοδότηση των μερών του παιχνιδιού (βλ. Deleuze & Guattari, 2017· Ντελέζ & Παρνέ, 2022). Έτσι ακριβώς αντιλαμβάνομαι την πόλη και προσδιορίζω τη φωτογραφική μου προσέγγιση σε αυτήν. 

Δεν είναι άγνωστο καθόλου: η πόλη όσο μας βανδαλίζει άλλο τόσο βανδαλίζεται και η ίδια από τους κυριάρχους λόγους και τις ασφυκτικές δομές εξουσίας που επιθυμούν και παράγουν συμμορφωμένες, πειθήνιες και συγκαταβατικές υποκειμενικότητες. Η πόλη αναμφίβολα διαδραματίζει κρίσιμο και πολύ συχνά καθοριστικό ρόλο σε αυτό το – υπαρκτό μεν αλλά απολύτως μη ντετερμινιστικό όπως πολλοί «εξεγερμένοι» λανθασμένα πιστεύουν – πρόγραμμα. Τα επίπεδα, οι ζώνες και τα ποικίλα σημεία της εργαλειοποιούνται, αγνοούνται και αποτελούν ορμητήρια βίας, χυδαιότητας και αλλοτρίωσης που προσβάλουν και πλήττουν – άμεσα και έμμεσα – τη ζωή – τη ζωή ως μορφή και περιεχόμενο – αντί για κρυψώνες εντός των οποίων μπορεί να καλλιεργηθεί η φροντίδα, η στοργή, το νοιάξιμο, η αναγνώριση της ετερότητας, του δυνητικού και του υβριδικού στοιχείου. 

Όταν προχωρώ διαβάζω την πόλη, δεν την αποδέχομαι προφανώς ως έχει. Αντιστέκομαι στις ιεραρχίες και τις ταξινομήσεις που στην πραγματικότητα δεν προτείνει αλλά επιβάλει. Κάθε φορά που επιλέγω να συναντηθώ φωτογραφικά με την πόλη, με κάποιο σημείο της πόλης, έχω αυτό ακριβώς στο μυαλό μου: τόσο την αναζήτηση του αθέατου, του παραγνωρισμένου, του άχρηστου, του αισθητικά παραμελημένου, καθώς και την άνευ όρων (θετική) εκμετάλλευση και συνομιλία με αυτά κυρίως τα σημεία της πόλης, όσο και την υιοθέτηση και εμφάνιση μιας αλλαγής στη συμπεριφορά αλλά και τη μεθοδολογία του βλέμματος – του μηχανισμού και της λειτουργίας του βλέμματος. Αυτό το τελευταίο είναι πολύ σημαντικό.

Ο τρόπος της επαφής μου με την πόλη και την οπτική της και η ένωση του βλέμματός μου με το δικό της νοηματοδοτεί την πόλη αλλιώς και παρουσιάζει εναλλακτικές αναπαραστάσεις, χρήσεις και μεθόδους διαλεκτικής, συνύπαρξης και αλληλεπίδρασης με κάθε σημείο της, διαμορφώνοντας και φέρνοντας στο προσκήνιο μια άλλη νοοτροπία και κουλτούρα σχετικά με τη συμπεριφορά του βλέμματος απέναντι στην πόλη. Με άλλα λόγια, δεν προσδοκώ τη μεσσιανική εμφάνιση ενός αντίλογου, αλλά ανιχνεύω τα υλικά της γέννησής του.

Μέσα από αυτό το παιχνίδι με την πόλη, προσπαθώ να κατασκευάσω κρυψώνες, το περιεχόμενο των οποίων, αλλά και ο ίδιος ο τρόπος της κατασκευής τους, αντισταθμίζει τη βαρβαρότητα της αποξένωσης και τη σκληρότητα των επιβαλλόμενων τρόπων πρόσληψης και ανταπόκρισης. Με άλλα λόγια, αντιλαμβάνομαι τη φωτογραφική μου προσέγγιση στην πόλη ως μια «γραμμή φυγής» (βλ. Deleuze & Guattari, 2017· Ντελέζ & Παρνέ, 2022̇ Ντελέζ, 2025: 105), η οποία προσπαθεί να αποφύγει το κλειστό σύστημα των κυρίαρχων λόγων, που συντηρεί την πόλη ως μια συμπαγή και σκληρή δομή και που επιβάλλει μονοκατεθυντικούς και μονοσήμαντους τρόπους αλληλεπίδρασης μαζί της και να βρει/δημιουργήσει ρωγμές στο – υποτίθεται – απρόσβλητο και μη ευάλωτο σώμα της και να διαμορφώσει ριζοσπαστικές και εναλλακτικές προσεγγίσεις επικοινωνίας μαζί της.

Ο τρόπος μου, η διάθεσή μου, η αίσθησή μου προσπαθεί να εισχωρήσει μέσα, βαθιά, στην πόλη, να καταλάβει την πολλαπλότητά της, να συνδεθεί με την πολυσημία της και να δημιουργήσει μια πόλη μέσα στο σώμα της πόλης, όχι μια άλλη πόλη, αλλά μια εκδοχή της πόλης, μια αναπαράσταση της δυνητικότητας και της ετερότητάς της, εντός της οποίας μπορώ να διαφυλάξω την υβδριδικότητα που μετασχηματίζει τις σαθρές και «ραβδωτές» δομές της κατεστημένης κοινωνίας και των κυρίαρχων λόγων (βλ. Deleuze & Guattari, 2017).

Βιβλιογραφία

Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

Ντελέζ, Ζ. (2025). Δύο καθεστώτα τρελών: Κείμενα και συνεντεύξεις 1975-1995 (Κ. Μπούντας, Μτφρ., Ντ. Λαπουζάντ, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.


* Όλες οι εικόνες που παρατίθενται ανήκουν στον Μιχάλη Κατσιγιάννη.

** Περισσότερα για το φωτογραφικό του έργο επισκεφθείτε την σελίδα του: Michalis Katsigiannis - Photography









Πρώτη δημοσίευση: Ologramma.art - Culture | Art | Events, 29 Απριλίου 2026

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

Μιλώντας για τις φωτογραφίες μου

Μιλώντας για τις φωτογραφίες μου

του Μιχάλη Κατσιγιάννη




Η νοηματοδότηση στην οποία προσφεύγω για την ανάλυση της πραγματικότητας είναι η πρόσληψή της ως κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά κατασκευασμένης (και όχι φυσικής), ρευστής, πολλαπλής, μεταβαλλόμενης και διαρκώς επανασυγκροτούμενης. Συνεπώς, απορρίπτω την όποια κοσμοαντίληψη περί αντικειμενικότητας, καθολικότητας και ουσιοκρατίας. Με τη φωτογραφική μου δράση επιχειρώ να αποδομήσω τον στατικό, ουδέτερο και αναλλοίωτο στον χωροχρόνο κόσμο και να αποδώσω τις πραγματικότητες (και όχι την πραγματικότητα) που διακρίνω, να προσεγγίσω τα όριά τους και να ερμηνεύσω τις μεθόδους της μεταξύ τους διαλεκτικής.[1]

Επιστρατεύοντας μια αισθητική του εφήμερου, του δυνητικού, του χαλασμένου, της νοσταλγίας και της καλώς εννοούμενης προχειρότητας, ψάχνω κάθε φορά  έναν τρόπο να κάνω τον κόσμο (τα αντικείμενα, τα υποκείμενα, τον χώρο, τον χρόνο) να λειτουργήσει υπέρ του αθέατου, του αποβεβλημένου, του μη σημαντικού, του περιττού και του μη αναμενόμενου.

Με ενδιαφέρει η ποικιλότροπη συνομιλία με όλα τα σημεία του περιβάλλοντος, η μερική (και ολική συχνά) αποδιοργάνωσή τους από τα θεωρούμενα ως σταθερά πλαίσιά τους και η αναπαράστασή τους μέσα από το πρίσμα, αλλά και την κουλτούρα της ρευστότητας, της υβριδικότητας και της ενδεχομενικότητας.

Η φωτογραφία, μια ενσώματη και πολλαπλή επιτελεστικότητα, δεν είναι παρά η ηχηρή σύνδεση του ιδιωτικού με το δημόσιο, η ασταθής και πειραματική συμπεριφορά του βλέμματος, ένας τρόπος πληθυντικής επανακατασκευής του κόσμου, η περιφορά μιας στιγμιαίας  καταγραφής που επανανοηματοδοτεί την ίδια την έννοια και την πρακτική της αφήγησης.

[1] Περισσότερα γι’ αυτό, βλ.: Κατσιγιάννης, M. (2026). Το ανήσυχο και υβριδικό βλέμμα της περιπλάνησης. Μιχάλης Κατσιγιάννης. Ανακτήθηκε 1 Απριλίου 2026, από: Μιχάλης Κατσιγιάννης: Το ανήσυχο και υβριδικό βλέμμα της περιπλάνησης και Κατσιγιάννης, M. (2026). Ριζωματικές επιτελέσεις στο πεδίο της τέχνης: ένας ανοικτός επαναπροσδιορισμός της τέχνης με το κοινωνικό. Χάρτης. Ανακτήθηκε 1 Απριλίου 2026, από: Μιχάλης Κατσιγιάννης: Ριζωματικές επιτελέσεις στο πεδίο της τέχνης: ένας ανοικτός επαναπροσδιορισμός της τέχνης με το κοινωνικό

* Όλες οι εικόνες που παρατίθενται ανήκουν στον Μιχάλη Κατσιγιάννη.

** Περισσότερα για το φωτογραφικό του έργο επιστρεφθείτε την σελίδα του: Michalis Katsigiannis







Πρώτη δημοσίευση: 
Ologramma.art - Culture | Art | Events, 3 Απριλίου 2026

Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Ριζωματικές επιτελέσεις στο πεδίο της τέχνης: ένας ανοικτός επαναπροσδιορισμός της τέχνης με το κοινωνικό

Ριζωματικές επιτελέσεις στο πεδίο της τέχνης: ένας ανοικτός επαναπροσδιορισμός της τέχνης με το κοινωνικό

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Εικόνα: Μιχάλης Κατσιγιάννης, Ιστορίες απ' την πόλη (από τη σειρά «Ιστορίες απ' την πόλη», 2026): Michalis Katsigiannis: Ιστορίες απ' την πόλη (2026) 



1. Εισαγωγή

Εκείνο το οποίο θα επιχειρήσω στο πλαίσιο τους παρόντος κειμένου είναι η ανάδειξη της σύνδεσης της θεωρίας του ριζώματος των Deleuze & Guattari (2017) με την τέχνη (τόσο ως αισθητική και καλλιτεχνική διεργασία όσο και ως κοινωνική). Θα υποστηρίξω ότι μια ριζωματική καλλιτεχνική επιτέλεση αρνείται να προσαρμοστεί (πλήρως τουλάχιστον) σε προοργανωμένα περιβάλλοντα και προαποφασισμένα σχέδια και μοντέλα, αμφισβητεί ευθέως την εξουσία της ατομοκεντρικής προσέγγισης και της πλασματικής συλλογικότητας και αντιπαλεύει τον ορθολογισμό του συντηρητικού τρόπου πραγμάτωσης του αισθητικού/καλλιτεχνικού λόγου. 

2. Η θεωρία του ριζώματος των Deleuze & Guattari  [1]

Επιχειρώντας να εξηγήσουν την έννοια του ριζώματος οι Deleuze & Guattari, 2017), την αντιπαραβάλλουν σχηματικά με την εικόνα του δέντρου (βλ. επίσης Newman, 2019: 248-254· Πεχτελίδης, 2020: 128-139· Ντελέζ & Παρνέ, 2022· Κίτσιου, 2024). Το δέντρο αυτό (που σχηματικά αντιπαρατίθεται στο ρίζωμα) αντιπροσωπεύει (για τις ανάγκες τις αντιπαραβολής) ένα ιεραρχικό σύστημα: έχει συγκεκριμένη και συμπαγή δομή και επίσης ένα κέντρο, έναν άξονα «που ορίζεται από ένα σύνολο σημείων και θέσεων, από δυαδικές σχέσεις μεταξύ των ίδιων σημείων και από αμφιμονοσήμαντες σχέσεις μεταξύ των ίδιων θέσεων» (Deleuze & Guattari, 2017: 37). Αυτό το «κεντροθετημένο σύστημα» χαρακτηρίζεται από «ιεραρχική επικοινωνία και προδιαμορφωμένους δεσμούς» (Deleuze & Guattari, 2017: 37-38), δεσμούς που θεμελιώνονται «σε μια ουσιοκρατική […] σκέψη», σημαίνουν «μια ουσιώδη αλήθεια, μια ενότητα ή έναν τόπο» (Newman, 2019: 249).

Σε ένα τέτοιο σχήμα, η «σκέψη» προσκολλάται σε έναν συγκεκριμένο «τόπο, σε μια […] κεντρική ενότητα» υπό τη μορφή «αλήθειας» ή «ουσίας», και αυτή η αλήθεια, και ουσία, είναι που καθορίζει την «ανάπτυξη και την κατεύθυνση της σκέψης» (Newman, 2019: 249). Αυτό το μοντέλο ακολουθεί τη διαλεκτική της δυαδικότητας, και μάλιστα της υπεραπλουστευμένης δυαδικότητας: «η σκέψη οφείλει πάντοτε να ξεδιπλώνεται σύμφωνα με τους κανόνες της δυαδικής λογικής και ως εκ τούτου εγκλωβίζεται στις δυαδικές διαιρέσεις: αληθές/ψευδές, κανονικό/αντικανονικό, μαύρο/άσπρο, αρσενικό/θηλυκό, έλλογο/άλογο» (Newman, 2019: 249).

Από την άλλη, σε αντίθεση με το δέντρο, «το ρίζωμα είναι μια αντι-γενεαλογία» (Deleuze & Guattari, 2017: 24), «είναι κάτι που διαφέρει πολύ από το δέντρο ή τη ρίζα, που παγιώνουν ένα σημείο, μια τάξη» (Deleuze & Guattari, 2017: 19). Πρόκειται για μία «μη-εξουσιαστική» προσέγγιση της γνώσης και της σκέψης (Newman, 2019: 248), η οποία βασίζεται στην ετερογένεια. Το ρίζωμα θεωρείται ότι είναι «ένα σύστημα άκεντρο, μη ιεραρχικό, μη σημαίνον, χωρίς Στρατηγό, χωρίς οργανωτική μνήμη ή κεντρικό αυτόματο, αποκλειστικά προσδιορισμένο από μια κυκλοφορία καταστάσεων» (Deleuze & Guattari, 2017: 38). Το ρίζωμα υπό αυτό το πρίσμα αμφισβητεί τη «δενδροειδή κουλτούρα» (Deleuze & Guattari, 2017: 29), η οποία είναι αυτή που δεσπόζει στην «δυτική πραγματικότητα», καθώς και σε «ολόκληρο το δυτικό στοχασμό» (Deleuze & Guattari, 2017: 33), και η οποία εκπέμπει «μια θλιβερή εικόνα της σκέψης» (Deleuze & Guattari, 2017: 30). Το ρίζωμα είναι ένα μοντέλο το οποίο «παρακάμπτει την ουσία, τις ενότητες και τη δυαρχική λογική και αποδέχεται την πολλαπλότητα, την πολυπλοκότητα και το γίγνεσθαι […] κάτι που διαταράσσει αυτήν ακριβώς την ουσιοκρατία και τον ορθολογισμό» (Newman, 2019: 250).
Εντός του συστήματος του ριζώματος «υπάρχουν μόνο γραμμές» (Deleuze & Guattari, 2017: 21-22) οι οποίες συνεχώς διαπλέκονται, διασταυρώνονται, ενώνονται, διαχωρίζονται, έτσι που στο τέλος επικρατεί μία καλώς εννοούμενη άναρχη κατάσταση (Newman, 2019: 250), μια συνεχής ανανέωση στη βάση της όποιας δεν υπάρχει προσκόλληση σε ήδη προαποφασισμένα, προδιαμορφωμένα, προκαθορισμένα και προοριοθετημένα πρότυπα, μοντέλα και σχήματα: «μια ατέρμονη, τυχαία πολλαπλότητα συνδέσεων, η οποία, αντί να εξουσιάζεται από ένα μοναδικό κέντρο ή τόπο, είναι αποκεντροποιημένη και πληθυντική» (Newman, 2019: 250). Δημιουργούνται νέες κατευθύνσεις και διασταυρώσεις, γραμμές φυγής οι οποίες δημιουργούν «το πραγματικό», τη «ζωή» και βρίσκουν νέα όπλα (Ντελέζ & Παρνέ, 2022: 51) και εμποδίζουν το αδιατάρακτο και ομογενοποιημένο κοινωνικό σώμα της κανονικότητας (Deleuze & Guattari, 2017: 253-254). «Χωρίς συμμετρία […] δεν σταματούν να βγαίνουν από τα δέντρα […] δεν παύουν να διαφεύγουν, να επινοούν συνδέσεις που πηδούν από δέντρο σε δέντρο, συνδέσεις που ξεριζώνουν» (Deleuze & Guattari, 2017: 624). Εντός του συστήματος του ριζώματος λοιπόν, δεν υπάρχουν «αριθμήσιμα στοιχεία και εύτακτες σχέσεις», αλλά μόνο «σύνολα ρευστά» (Deleuze & Guattari, 2017: 624), διαρκώς μεταβαλλόμενα και υπό συνεχή μετασχηματισμό:

το ρίζωμα συνδέει ένα οποιοδήποτε σημείο με ένα οποιοδήποτε άλλο […] το ρίζωμα δεν μπορεί να αναχθεί ούτε στο Ένα ούτε στο πολλαπλό. Δεν είναι Ένα που γίνεται δύο […] δεν είναι κάτι πολλαπλό που προκύπτει από το Ένα ούτε κάτι στο οποίο το Ένα θα προστίθετο (ν+1). Δεν είναι φτιαγμένο από μονάδες, αλλά από διαστάσεις, ή μάλλον από κινητές κατευθύνσεις. Δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, αλλά πάντα ένα μέσον, από το οποίο ωθεί και εκχειλίζει. Συνιστά γραμμικές πολλαπλότητες […] χωρίς υποκείμενο ούτε αντικείμενο, που μπορούν να απλωθούν σε ένα πλάνο σύστασης, και από τις οποίες το Ένα έχει πάντα αφαιρεθεί (ν-1). Μια τέτοια πολλαπλότητα δεν μεταβάλλει τις διαστάσεις της χωρίς να αλλάζει φύση η ίδια και χωρίς να μεταμορφωθεί (Deleuze & Guattari, 2017: 37).

Εύκολα λοιπόν μπορούμε να δούμε τον δενδροειδή και τον ριζωματικό λόγο. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε «αφηρημένες» και δογματικές «γενικεύσεις, όπως η αλήθεια, η ορθολογικότητα και η ανθρώπινη ουσία», οι οποίες «αρνούνται την πολλαπλότητα, κόβουν και ράβουν τις διαφορές στα μέτρα της ομοιότητας» (Newman, 2019: 251):

σ’ ένα δένδρο, υπάρχουν πολλά χαρακτηριστικά: Υπάρχει ένα σημείο προέλευσης, σπόρος ή κέντρο̇  είναι μηχανή δυαδική ή αρχή διχοτόμησης, με τα κλαδιά του διαρκώς να διαιρούνται και να αναπαράγονται σε διακλαδώσεις, και με τα σημεία δενδροποίησής του […] είναι δομή, σύστημα σημείων και θέσεων που σταθεροποιεί όλο το δυνατό μέσα σ’ ένα δίκτυο, σ’ ένα σύστημα ιεραρχικό […] έχει ένα μέλλον και ένα παρελθόν, ρίζες και κορυφή, μια ολόκληρη ιστορία, μια εξέλιξη, μια ανάπτυξη (Ντελέζ & Παρνέ, 2022: 30).

Στη δεύτερη περίπτωση παρατηρείται μία ρευστή λειτουργία η οποία επιτρέπει –και επιτελείται μέσα από – τη διαφορά, την πολλαπλότητα, την ενδεχομενικότητα (Newman, 2019: 251· Πεχτελίδης, 2020). Πιο συγκεκριμένα, το μοντέλο του ριζώματος:

συνιστά μια μορφή σκέψης που απορρίπτει τις δυαρχίες και τις ιεραρχίες δεν επιφυλάσσει προνομιακή μεταχείριση εις βάρος ενός άλλου ούτε κυβερνάται από μία και μόνο εκτυλισσόμενη λογική. Ως εκ τούτου, θέτει εν αμφιβόλω τις αφηρημένες ιδέες που κυβερνούν τη σκέψη και που διαμορφώνουν τη βάση των διαφόρων λόγων περί γνώσης και ορθολογικότητας (Newman, 2019: 250).

3. Ριζωματικές επιτελέσεις στο πεδίο της τέχνης

Παραδείγματα ριζωματικών επιτελέσεων στο πεδίο της τέχνης υπήρχαν και υπάρχουν και αρκετοί καινούργιοι – και μη – δημιουργοί, δείχνουν ότι θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Μια τέτοια καλλιτεχνική συμπεριφορά δεν μπορεί φυσικά να είναι μοναδική και δεδομένη, αλλά συνεχώς αυτο-αμφισβητούμενη. Επίσης, μια ριζωματική καλλιτεχνική επιτέλεση είναι ποικιλότροπη και αναπάντεχη, ενδεχομενική και υβριδική, δηλαδή υφίσταται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους και σε πολλούς διαφορετικούς βαθμούς – τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενο. Αυτή η προκαταρκτική παρατήρηση να θεωρηθεί από τον αναγνώστη ως  άκρως σημαντική.

Η τέχνη που παράγεται μέσω ενός τέτοιου – με την ευρύτερη έννοια – τρόπου δεν υπόκειται σε κάποια δοσμένη – είτε εσωτερικά είτε εξωτερικά – ακολουθία ούτε και μπορεί να ενταχθεί σε ένα πλαίσιο ορθολογικής και καθολικής επαναληπτικής λειτουργίας. Αυτό θα πει ότι η ριζωματική επιτέλεση στο πεδίο της τέχνης αποστρέφεται τον δογματισμό, αλλά και την καινοτομία – η τελευταία ως νεοφιλελεύθερος κώδικας ηθικής. 

Αντίθετα, κατασκευάζεται μέσα από και μέσα στις ποιότητες της διαφοράς, της πολλαπλότητας, της ρευστότητας και του υποκειμενισμού – του μοναδικού πραγματικού κριτηρίου – αφού αυτό που βιώνει – και κατά συνέπεια παράγει – ο δημιουργός καθίσταται αντιληπτό, όχι ως κάτι φυσικό και οικουμενικό, αλλά ως κάτι διαρκώς και εν κινήσει μεταβαλλόμενο. Με άλλα λόγια, μια ριζωματική καλλιτεχνική επιτέλεση, κατασκευάζει τον κόσμο και την ταυτότητά της μέσα στο σύνορο, στο όριο, εκκινώντας από μια αντι-ουσιοκρατική θέση και – γι’ αυτό – προωθώντας το υβριδικό, το ενδεχομενικό, το διφορούμενο, το (παρ)αλλαγμένο, το διαφορετικό.

Ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι μόλις υπάρξει ένα αισθητικό συμβάν/γεγονός, ασταθές, πολλαπλό και πολυσημικό πολυσυνθετικό σημείο, εν πολλοίς, με τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά, παγιώνεται ως αξία και ως πρότυπο, αλλά ούτε και ως μια κάποια σταθερή αφετηρία. Το δίχως άλλο. Στη ριζωματική καλλιτεχνική επιτέλεση μια δημιουργία βρίσκεται πάντοτε όχι απλώς εντός μιας άλλης, επόμενης δημιουργίας, αλλά εντός της έννοιας και της πρακτικής της δημιουργίας ως ανθρώπινης διαλεκτικής και μετασχηματιστικής δύναμης/ικανότητας.

Η ριζωματική επιτέλεση στην τέχνη λοιπόν διακατέχεται στο σύνολό της από συγκρουσιακότητα, ριζοσπαστικότητα, ανοικτότητα και συνεχή εναπαδημιουργικότητα. Η παρέμβασή της, μια παρέμβαση όντως παρεμβατική, δεν εξαντλείται στην – έστω και πειραματική – αναπαράσταση του φαινομένου και της ιδέας. Αυτό σημαίνει απλώς ανάπλαση. Αντίθετα, μια ριζωματική επιτέλεση προχωρεί πολύ μακρύτερα, αφού εκείνο που διαταράσσει και – με την θετική έννοια – διαστρεβλώνει δεν είναι απλώς και μόνο το αποτέλεσμά της, δηλαδή το έργο τέχνης που εν τέλει παράγεται, αφήνοντας άθικτο τον τρόπο και τη μέθοδο που αυτό κατασκευάστηκε: η ριζωματική καλλιτεχνική επιτέλεση χαλά ολόκληρο τον μηχανισμό του συστήματος, αποδιοργανώνει την ίδια την τέχνη ως τέτοια, λειτουργώντας ως γραμμή φυγής (βλ Deleuze & Guattari, 2017̇ Ντελέζ & Παρνέ, 2022), όχι μόνο σε σχέση με αυτό που θέλει να εννοήσει και να πει, αλλά και σε σχέση με την ίδια της φύση ως καλλιτεχνική πρακτική.

Όπως μάλλον είναι κατανοητό, αυτού του είδους η δημιουργία έχει μια διπλή, αλλά ενιαία ως προς την πραγμάτωση του λόγου της, λειτουργία. Από τη μία, προβάλλει εναλλακτικούς τρόπους καλλιτεχνικής δράσης και αξιοποιεί πολλά – συχνά και ανοίκεια – μέσα για την επίτευξη των σκοπών και,  από την άλλη, διαμορφώνει – και διαμορφώνεται από – μια άλλη αντίληψη και κουλτούρα για το τι, το πώς και το γιατί της αισθητικής και καλλιτεχνικής διεργασίας. Έτσι, η τέχνη καθίσταται αντιληπτή ως μια «μονίμως απαγίωτη και διαρκώς μεταβαλλόμενη δύναμη» που «προκρίνει μία εναλλακτική οπτική για το γίγνεσθαι» (Κατσιγιάννης, 2024β).

Ανατρέχω στον Blanchot, του οποίου τα λόγια με βοηθούν σε όσα θέλω να εξηγήσω:

εδώ, στον κόσμο, βασιλεύει η υποταγή σε σκοπούς, βασιλεύουν το μέτρο, η σοβαρότητα, η τάξη, εδώ η επιστήμη, η τεχνική, το Κράτος, εδώ η σημασία, η βεβαιότητα των αξιών, το Ιδανικό του Αγαθού και του Αληθινού. Η τέχνη είναι ο κόσμος αντεστραμμένος: η ανυποταγή, το υπέρμετρο, η επιπολαιότητα, η άγνοια, το κακό, το μη νόημα, όλα αυτά σ’ αυτήν ανήκουν, εκτεταμένη περιοχή (Blanchot, 2018: 325). 

Στο σημείο αυτό και έχοντας πραγματοποιήσει μια προσέγγιση στο πεδίο της αισθητικής και καλλιτεχνικής διεργασίας υπό την οπτική της έννοιας του ριζώματος των Deleuze & Guattari, και θέλοντας να γίνω όσο πιο κατανοητός μπορώ, θα αναφέρω – πολύ – ενδεικτικά ορισμένους δημιουργούς από διάφορα είδη τέχνης που θεωρώ ότι εντάσσονται σε αυτό που περιγραφώ ως ριζωματική επιτέλεση στο πεδίο της  τέχνης: Φραντς Κάφκα, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Πολ Όστερ, Τσαρλς Μπουκόβσκι, Beat λογοτεχνία, Μίλτος Σαχτούρης, Δημοσθένης Αγραφιώτης, Γιώργος Βέλτσος, Αργύρης Μαρνέρος, Γιάννης Λειβαδάς, Χρήστος Χρυσόπουλος, Αλήτις Τσαλαχούρη, Jon Klassen, Υβ Κλάιν, Sabato Visconti, ANXIOUS // BORED (Peder Norrby), Chepertom, Thomas Lisle, jrdsctt, Penelope Umbrico, Emily Sper, Phillip David Stearns, Κωστής Κηλύμης, Σωκράτης Μαρτίνης, S. Grey, Steve Roden, Richard Chartier, Ryoji Ikeda, Sachiko M.

4. Συμπεράσματα 

Με βάση όλες τις – εναρκτήριες στην πραγματικότητα – παραπάνω σκέψεις, η τέχνη παύει να εκλαμβάνεται, αλλά και να συμβαίνει, με τρόπο στατικό, ασφαλή και θετικιστικό και εισέρχεται στη σαγήνη της ευαλωτότητας, στη μαγεία αλλά και την πυγμή της άρνησης, στην ευθραυστότητα της εξορίας, στην πολλαπλότητα και την ανοικτότητα της ρευστότητας και στην αέναη επαναδιαπραγμάτευση. Έτσι, η τέχνη δεν έρχεται από κάπου συγκεκριμένα, αλλά ούτε και από πουθενά: έρχεται – χωρίς να έφυγε ποτέ – από παντού. Εν κατακλείδι, σημειώνω το εξής: η ριζωματική καλλιτεχνική επιτέλεση δεν συνίσταται στη δικαίωση – ή/και την επιβεβαίωση – της στιγμής, όπως – μάλλον – λανθασμένα μπορεί να κατανόησε κάποιος, αλλά στην εμβάθυνση της αδιάκοπης και διευρυμένης κοινωνικότητας της λειτουργίας της τέχνης εντός του ανοικτού χωροχρόνου.

Βιβλιογραφία

Blanchot, M. (2018). Ο χώρος της λογοτεχνίας (Δ. Δημητριάδης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον. 

Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Κατσιγιάννης, M. (2024α). Η γνώση και η μάθηση στο εκπαιδευτικό σύστημα: από τον θετικισμό στον μεταθεμελιωτισμό και τη ριζωματική μάθηση. Βαβυλωνία. Ανακτήθηκε 11 Δεκεμβρίου 2025, από: Η γνώση και η μάθηση στο εκπαιδευτικό σύστημα: από τον θετικισμό στον μεταθεμελιωτισμό και τη ριζωματική μάθηση - Βαβυλωνία

Κατσιγιάννης, M. (2024β). Επετειακότητα και τέχνη. Σαλιγκάρι. Ανακτήθηκε 11 Δεκεμβρίου 2025, από: Επετειακότητα και τέχνη | Saligari

Κίτσιου Ρ. (2024). Αξιοποιώντας το «ρίζωμα» στην κοινωνιογλωσσολογική και την εκπαιδευτική έρευνα. Παιδαγωγικά ρεύματα στο Αιγαίο, 13(1). DOI: https://doi.org/10.12681/revmata.37703
 
Newman, S. (2019). Από τον Μπακούνιν στον Λακάν: Ο αντιεξουσιασμός και η εξάρθρωση της εξουσίας (Α. Αγγελής, Μτφρ., Τ. Γκόνης & Δ. Παπαγιαννοπούλου, Επιμ.). Αθήνα: Κέλευθος.

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

Πεχτελίδης, Γ. (2020). Για μια εκπαίδευση των κοινών εντός και πέραν των «τειχών». Αθήνα: Gutenberg.

[1] Βλ. επίσης Κατσιγιάννης (2024α).

Πρώτη δημοσίευση: Χάρτης - Μηνιαίο περιοδικό Λόγου και Τέχνης, Απρίλιος 2026

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Το ανήσυχο και υβριδικό βλέμμα της περιπλάνησης

Το ανήσυχο και υβριδικό βλέμμα της περιπλάνησης 


του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Vivian Maier, Self-Portrait (1955)
 

Λίγη κυριολεξία. Τι κάνει κανείς όταν βγαίνει έξω από το σπίτι (πολύ συχνά και στο σπίτι); Ό,τι κάνουν όλοι οι υπόλοιποι; Ό,τι κάνει η πλειονότητα των ανθρώπων; Ό,τι κάνουν λίγοι μόνο άνθρωποι; Και ακόμη, αυτό που κάνει κανείς όταν βγαίνει έξω από το σπίτι πώς το κάνει; Και γιατί; Και τι είναι ακριβώς αυτός ο κάποιος; Ποιος να είναι ο σκοπός του; Ποια είναι η ιδιότητα και η έγνοια που – κυρίως – τον χαρακτηρίζει;

Στο παρόν κείμενο θέλω να ασχοληθώ με την πρόσληψη του ερεθίσματος, την ανταπόκριση σε αυτό, καθώς με τους τρόπους (επανα)νοηματοδότησης,  επεξεργασίας, (επανα)οικειοποίησης και (επανα)κατασκευής του από το καλλιτεχνικό υποκείμενο. Πιο συγκεκριμένα, θέλω να μιλήσω για την έννοια και την πρακτική της περιπλάνησης (flaneuring) και τη σχέση της με την τέχνη και τον καλλιτέχνη. Πρώτα όμως να αναφερθώ σε ορισμένες διευκρινήσεις. 

Η καλλιτεχνική εργασία πάντοτε συνίσταται στη μετάβαση επιπέδων και ρόλων, άλλοτε πιο σταθερών και σχετικά ανελαστικών, άλλοτε πιο ευλύγιστων, έτσι όπως πολύ συχνά προκύπτουν οι διαφορές αλλαγές στις κινήσεις του καλλιτέχνη από την επιτακτική παρότρυνση των εκάστοτε αναγκών. 

Ωστόσο, από όλα τα επίπεδα που περνά η πολύπαθη καλλιτεχνική εργασία, σημαντικότερη, με την έννοια του πιο κρίσιμου εμπλουτισμού και «εμπλουτισμού», θεωρώ ότι είναι εκείνο το αόριστο και απροσδιόριστο σημείο στο οποίο θα εστιάσω εδώ και αυτό το σημείο σχετίζεται με το πριν, με ένα πριν, του έργου τέχνης (κάθε τέχνης), με την ατέρμονη φάση της καλλιτεχνικής παραγωγής χωρίς πραγμάτωση.

Αυτό το αόριστο και απροσδιόριστο σημείο δεν είναι μοναδικό, δεν επιτελείται δογματικά. Δεν χαρακτηρίζεται από ασάφεια, μόνο ενέχει την αύρα μιας απειρότητας που ο καλλιτέχνης υποδέχεται και εκμεταλλεύεται μέσω ποικίλων τρόπων και μεθόδων και επιχειρεί με το έργο του να την υποστασιοποιήσει, να υλικοποιήσει εκείνη την ασημική γραμματική του αόρατου δικτύου φωνών και ομιλιών – που, στην πραγματικότητα, εμπαίζουν ολοφάνερα τον καλλιτέχνη. 

Σε αυτό το σημείο εντάσσεται σίγουρα, μεταξύ πολλών άλλων, η περιπλάνηση. Αναγνωρίζω την τελευταία (τόσο από ποικίλα εξωτερικά ερεθίσματα,  όπως για παράδειγμα την μελετητική ιδιότητα και τις εμπειρίες τρίτων, όσο και από καθαρά βιωματική εμπειρία) ως ένα από τα πιο σημαντικά στάδια (στην πραγματικότητα δεν αποτελεί κάτι τέτοιο) στην κατασκευή ενός έργου. Προχωρώ λοιπόν.

Είτε λίγο είτε πολύ, ξέρουμε όλοι τι εστί περιπλάνηση και ποια η ιδιαίτερη, προνομιακή της σχέση με την τέχνη. Δεν είναι δα και λίγοι οι θε­ω­ρη­τι­κοί και οι καλλιτέχνες που μίλησαν και άσκησαν ποικιλοτρόπως την περιπλάνηση, που βίωσαν και θεωρητικοποίησαν το – με την ευρύτερη έννοια – εργαλείο εκείνο που κρατά τα σώματά μας όχι στη σημασία, αλλά στο παιχνίδι της σημασίας και του νοήματος. Πώς να αντιληφθώ επομένως την περιπλάνηση;

Η περιπλάνηση είναι η αντίληψη της σωματικότητας σε συνθήκη ηδονής, η γαλήνη του σώματος σε κατάσταση επαγρύπνησης. Η περιπλάνηση είναι η εκ βαθέων και συνάμα συνειρμική άσκηση των αισθήσεων, ο διαυγής και συνάμα υπνωτισμένος αυτοέλεγχος της βούλησης – και μόνο αυτή η παρατήρηση ίσως να αρκεί για την κατανόηση του όρου περιπλάνηση. Όμως, αυτή η άσκηση δεν είναι ποτέ τεχνική, πρακτικιστική, κανονιστική. Δεν συμβαίνει για να αποφέρει κάποιο κέρδος – με την έννοια που γνωρίζουμε. Αν είναι έτσι, τότε δεν είναι περιπλάνηση. 

Το ζήτημα της περιπλάνησης δεν είναι ένα απλό ζήτημα. Προϋποθέτει και απαιτεί διευκρινήσεις πριν την εισχώρηση/ανάλυσή μας στο πεδίο, ώστε να καταστεί σαφές το τι ακριβώς συμβαίνει σε αυτό. Ο καλλιτέχνης λοιπόν περιπλανιέται. Αυτό σημαίνει ότι έρχεται,  ακούσια και εκούσια, σε επαφή με ποικίλα – στην πραγματικότητα ανεξάντλητα – είδη σημείων. Αυτή ακριβώς είναι η εικόνα που πρέπει να σχολιάσουμε πριν απ' όλα. Συνεχίζω. 

Με (και στην) περιπλάνηση, ο καλλιτέχνης αναγιγνώσκει τον κόσμο, τα περιβάλλοντα και ταυτόχρονα αυτά αναγιγνώσκουν τον ίδιο. Έχουμε δηλαδή μια διπλή υλικο-πνευματική, ρευστή διαδικασία νοηματοδότησης του σχήματος του –άμεσα και έμμεσα προβαλλόμενου – γίγνεσθαι,  μια ενσώματη επιτελεστικότητα, με την οποία επανασυγκροτούνται (διαλεκτικά) οι διερευνητικές στοχοθεσίες του καλλιτέχνη και παράλληλα παράγονται (διαλεκτικά) τα ασταθή σπέρματα του έργου.

Η περιπλάνηση είναι μια ενσώματη εκφραστική διαδικασία που λειτουργεί σε ένα δίπολο (με την ουδέτερη έννοια), συντελεί μια τόσο νοητή όσο και απολύτως υλική, μη σταδιακή αλλά ταυτόχρονη, αλληλεπίδραση. Εξηγώ τι εννοώ. 

Αφενός, πρόκειται για την εξωτερίκευση ενός μυχιοποιημένου κατασταλάγματος, το οποίο θα μπορούσαμε να εννοήσουμε ως το γενικότερο υπόβαθρο του καλλιτέχνη, την ιδιοσυγκρασιακή του δομή, την πληθυντικά φιλοτεχνημένη ταυτότητά του. Εδώ, υπάρχει αυτό που θα ονομάζαμε ως εγωιστική αλληλεπίδραση, δηλαδή την συνειδητή ή μη προσπάθεια του καλλιτεχνικού υποκειμένου να θέσει σε αποτελεσματική δράση τα αναλυτικά και ερμηνευτικά του εργαλεία.

Αφετέρου, πρόκειται για την εσωτερίκευση όλων εκείνων των σημείων, «περιττών» και «μη», που θα επενεργήσουν στον συνειδησιακό μηχανισμό του καλλιτέχνη με σκοπό την παραγωγή του έργου τέχνης. 

Επομένως, η περιπλάνηση του καλλιτέχνη αναγιγνώσκει – διαμορφώνει δηλαδή σημασίες, νοήματα και συστήματα επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης – τον κόσμο, με τον τρόπο που ήδη ειπώθηκε. Όμως, αυτό σημαίνει ότι η περιπλάνηση, τόσο του καλλιτεχνικού όσο και όποιου αλλού υποκειμένου, είναι μια μορφή σύγκρουσης, ένας αγώνας της ερμηνείας και της νοηματοδότησης του κόσμου. Τι εννοώ;

Η πραγματικότητα, το πολύπλοκο και περιπλεγμένο πλαίσιο δηλαδή στο οποίο συμμετέχει ποικιλοτρόπως το κάθε υποκείμενο, δεν είναι παρά μια κοινωνική κατασκευή, ένα ρευστό και διαρκώς μεταβαλλόμενο και ανοικτό σύστημα λόγων, μια στερεωμένη σύμβαση που – λιγότερο ή περισσότερο – συναινετικά συντηρούμε και διαιωνίζουμε – με όλες τις διαφορές που ενυπάρχουν φυσικά εντός αυτής της άτυπα υπογεγραμμένης σύμβασης. Αλλιώς: η πραγματικότητα είναι η πολεμική αέναη συνθήκη της προσωρινής προσθαφαίρεσης λόγων. Η απόδοση λοιπόν σημασίας σε μια έννοια, ένα πράγμα, μια κατάσταση, μια διαδικασία (σε οτιδήποτε δηλαδή) μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι πάντοτε έργο του σχετικισμού, βασίζεται δηλαδή στον υποκειμενισμό της σκέψης, έτσι όπως αυτή έχει συγκροτηθεί διαλεκτικά εντός ενός πλαισίου/συστήματος. Αυτό καταργεί την επιστροφή ή την εμπιστοσύνη στον θεμελιωτισμό, στην ουσιοκρατία, στην αντικειμενικότητα, στην αυταρχική κι επιτηρητική πεποίθηση δηλαδή ότι πίσω από κάθε τι υπάρχει μια κοινή ουσία/βάση/θεμέλιο, μια αναγκαστική συναντίληψη, με βάση την οποία πρέπει να ενεργούμε (επικοινωνία, δημιουργία κ.λπ.) – με άλλα λόγια, θεωρητικοποίηση της τυραννίας.[1]

Επομένως, η περιπλάνηση, μία από τις κορυφαίες στιγμές ρευστής ζωής/εμπειρίας, δεν είναι δίχως κόπο: το υποκείμενο, καλλιτεχνικό και μη, δρα και λειτουργεί στον χωροχρόνο ως «γραμμή φυγής» (βλ. Deleuze & Guattari, 2017· Ντελέζ & Παρνέ, 2022) και, μέσα από την πολλαπλή και πολυσιμική παρατήρησή του στα πράγματα, από τη διευρυμένη αντίληψη, συμβαίνει η πάλη του με τον κόσμο, προκύπτει η πληθυντική επανανοηματοδότηση και επανακατασκευή του.

Και σε ό,τι  αφορά αυτήν ειδικότερα την σχέση της περιπλάνησης με την τέχνη και τον καλλιτέχνη, η περιπλάνηση είναι αναμφίβολα η κορυφαία στιγμή στην παραγωγή ενός έργου τέχνης. Άλλωστε, ας μην ξεχνά κανείς το αναντίρρητο γεγονός ότι η τέχνη (και ιδιαίτερα η λογοτεχνία και ακόμη πιο ιδιαίτερα η ποίηση) είναι ένα πεδίο που ακριβώς την παρατήρηση αυτή είναι σε θέση να την εκμεταλλευτεί, αλλά και να την επικοινωνήσει σε βαθμό υπερβολικά ωφέλιμο και σημαντικό (τόσο για λογαριασμό του ίδιου του καλλιτέχνη όσο και της κοινωνίας – γενικότερα αλλά και του ίδιου).

Ένα πρώτο συμπέρασμα από τα μέχρι τώρα λεχθέντα. Για τον καλλιτέχνη (και όχι μόνο, όπως ειπώθηκε παραπάνω) η περιπλάνηση είναι μια μετα-κοσμογονία, μια αυτοευθνογραφία μέσω της οποίας οικοδομεί την αυτοθεωρία του και την μορφοποιεί με (και στο) το έργο του.[2]

Η περιπλάνηση θέτει τον καλλιτέχνη, τον νου του, εντός μεγάλων και πολλών δεινών, θέλει τον καλλιτέχνη εκτός της επιρροής της δέσμευσης, της δέσμευσης στα πράγματα και στις (φυσικοποιημένες) σημασίες τους. Αυτό το εκτός στο οποίο θέλει η περιπλάνηση τον καλλιτέχνη δυσφημείται διαχρονικά και με συνέπεια από την κατεστημένη γλώσσα – η οποία ορμώμενη κυρίως από την ψυχανάλυση – το ονομάζει ως υπερανάλυση, υπερεξήγηση, υπερπαρατήρηση (κ.λπ.).

Όμως, εδώ ακριβώς είναι το βάθος της περιπλάνησης. Ο καλλιτέχνης ενεργεί πάνω στις ενέργειες της μορφής και του περιεχομένου του κόσμου και ο κόσμος ενεργεί πάνω στις ενέργειες της μορφής και του περιεχομένου του ίδιου (σημαντική παρατήρηση: κάπως έτσι, κατ' αναλογία, διαμορφώνεται το έργο τέχνης).

Αυτή η διαλεκτική των επενεργειών, συγκροτητικό στοιχείο της περιπλάνησης, με μεταφέρει σε ένα πολύ βασικό πρόγραμμα της περιπλάνησης: τη δυνητικότητα. Εξηγώ τι εννοώ. 

Η περιπλάνηση μετασχηματίζει τον καλλιτέχνη, την ίδια του την υπόσταση. Επαναρρυθμίζει τις αφετηρίες και τις παραδοχές του βλέμματός του: αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνει τον κόσμο. Προφανώς, ο καλλιτέχνης δεν βλέπει παντού την τέχνη – στον δρόμο, στους τοίχους, στα αυτοκίνητα, στους ανθρώπους, στα μαγαζιά, στα δέντρα, στα ζώα, στα καιρικά φαινόμενα και οπουδήποτε αλλού. Αυτό θα ήταν αρκετά προβληματικό, τόσο ως προς τη θεωρητική όσο και ως προς την πρακτική του διάσταση, αφού δεν είναι τα πάντα τέχνη, αλλά τα πάντα είναι εν δυνάμει τέχνη – απαιτείται δηλαδή η εκπλήρωση της προϋπόθεσης της (όποιας) επεξεργασίας. Βλέπει όμως τη διεργασία, αφουγκράζεται τη δυναμική της ενδεχομενικότητας, αφήνεται στην τροχιά της και δέχεται την άμορφη πίεσή της, ακούει την παλλόμενη μουσικότητα του κόσμου, την επεξεργάζεται ως αναδυόμενη, διαρκώς υπό το εύρος της συναρμολόγησης και όχι της τελικότητας, αντιλαμβάνεται το σύνολο του χωροχρόνου ως πρόσφορο (με την πιο κυριολεκτική έννοια) αισθητικό/καλλιτεχνικό πεδίο – η όποια σύγχυση αυτής της παρατήρησης με την έμπνευση αποδυναμώνει την προβληματική της περιπλάνησης, βολτοποιεί κατά κάποιον τρόπο την τελευταία. 

Αυτή η επαναρρύθμιση, κατά μία έννοια χειραφέτηση, των αισθήσεων και των χειρισμών τους από μέρους του καλλιτέχνη έχει αντίκτυπο σε ολόκληρο τον εαυτό του. Αυτή η ρευστή συνθήκη αποτρέπει μια φοβισμένη και νοσταλγική επιστροφή στον εαυτό και συνεπικουρεί τη συνείδηση στις οδούς της έκρηξής της: μια καταφανώς ψυχοαφηγηματική διασπορά, στην οποία γνωρίζω γιατί διαλύομαι, αποκεντρώνω τον βιόκοσμό μου, διασπείρω τη δομή μου. Να η νέα μου «σχέση» με τον εαυτό και τον κόσμο: υβριδικοποιώ και υβριδικοποιούμαι.[3]

Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι, στην περιπλάνηση, ο καλλιτέχνης αντιμετωπίζει τα πάντα ως υβριδικά, αλλά και η ίδια η αντιμετώπισή του, ο μηχανισμός της, είναι υβριδικός. Δηλαδή, η πρόσληψη και η ανταπόκριση που επιφυλάσσει στα πράγματα κινείται στη σφαίρα της κατασκευής και της ανάπλασης και όχι της παραδοχής (τουλάχιστον μη κριτικής), δηλαδή της παράδοσης σε αυτά και της αναπαραγωγής τους. Στην περιπλάνηση, ο καλλιτέχνης δεν αποδέχεται ούτε το προφανές ούτε και ό,τι έχει καθιερωθεί ως το αντί αυτού. Αντίθετα, ενδεχομενικοποιεί την οντολογία, ρευστοποιεί τη λειτουργία, το νόημα, τη σημασία. 

Ένα δεύτερο και καταληκτικό συμπέρασμα. Τι είναι τέλος πάντων η περιπλάνηση;: το (ντελεζιανό) ποτέ εγκατεστημένο, μονίμως μεταφερόμενο, πάντοτε σε έναν ενδιάμεσο χώρο, στο μέσον (που προσπαθεί να αυξήσει), ανήσυχο και υβριδικό βλέμμα (βλ. Deleuze & Guattari, 2017· Ντελέζ & Παρνέ, 2022).

 

Βιβλιογραφία

Αθανασίου, Α. (χ.ή). Η αυτοθεωρία των αβέβαιων επιστροφών. ANTIGONES: BODIES OF RESISTANCE IN THE CONTEMPORARY WORLD [ANTISOMATA]. Ανακτήθηκε 22 Ιανουαρίου 2026, από: https://antigones.gr/act/reading-group-theory-literature-politics-responses/

Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Foucault, Μ. (1978). Ιστορία της σεξουαλικότητας 1: Η δίψα της γνώσης (Γ. Ροζάκη μτφρ., Γ. Κρητικός, επιμ.). Αθήνα: Ράππα.

Μπέργκερ, Π. Λ. & Λούκμαν, Τ. (2003). Η κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας (Κ. Αθανασίου, Μτφρ., Γ. Κουζέλης & Δ. Μακρυνιώτη, Επιμ.). Νήσος.

Newman, S. (2019). Από τον Μπακούνιν στον Λακάν: Ο αντιεξουσιασμός και η εξάρθρωση της εξουσίας (Α. Αγγελής, Μτφρ., Τ. Γκόνης & Δ. Παπαγιαννοπούλου, Επιμ.). Αθήνα: Κέλευθος.

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

Πεχτελίδης, Γ. (2020). Για μια εκπαίδευση των κοινών εντός και πέραν των «τειχών». Αθήνα: Gutenberg.

Φις, Σ. (2019). Συνέπειες. Στο K. M. Newton (επιμ.), Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα: Ανθολόγιο κειμένων (Α. Κατσικερός & Κ. Σπαθαράκης, Μτφρ.) (σσ. 451-460). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης.

Φουκό, Μ. (1987). Εξουσία, γνώση και ηθική (μτφρ. Ζ. Σαρίκας). Αθήνα: Ύψιλον.

Χάντερ, Ντ. (2024). Αθλητικά ρούχα, Ψυχικά τραύματα, Προδότες της τάξης μας (Χ. Πάνας, Γ. Μαμώλης & Ε. Μαγκουρίλου, μτφρ.). Αθήνα: Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων.



[1] Βλ. ενδεικτικά: Foucault, 1978·  Φουκό, 1987· Μπέργκερ & Λούκμαν, 2003· Deleuze & Guattari, 2017· Newman, 2019· Φις, 2019· Πεχτελίδης, 2020.

[2] Βλ. ενδεικτικά: Αθανασίου, χ.ή.· Χαντερ, 2024.

[3] Για την περαιτέρω κατανόηση αυτής της «σχέσης», βλ. την έννοια του «γίγνεσθαι» (Deleuze & Guattari, 2017· Ντελέζ & Παρνέ, 2022).

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Η ρευστή ποιητική της εικόνας: σημειώσεις για την αφηρημένη φωτογραφία της Olga Karlovac μέσα από τη θεωρητική σκέψη του Roland Barthes

Η ρευστή ποιητική της εικόνας: σημειώσεις για την αφηρημένη φωτογραφία της Olga Karlovac μέσα από τη θεωρητική σκέψη του Roland Barthes


του Μιχάλη Κατσιγιάννη


 

Εισαγωγικά

Η Olga Karlovac είναι φωτογράφος από το Ντούμπροβνικ της Κροατίας. Το έργο της σχετίζεται με την αφηρημένη φωτογραφία, τη φωτογραφία δρόμου (street photography) και την ασπρόμαυρη φωτογραφία. Η Karlovac είναι αυτοδίδακτη, δεν έλαβε τυπική φωτογραφική εκπαίδευση, κάτι που καθιστά όλους εμάς τους θεατές του έργου της, πολύ τυχερούς. Επηρεασμένη και από άλλες τέχνες, όπως τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία, η Olga Karlovac αποτελεί ένα υβρίδιο στο χώρο της φωτογραφίας που ταράζει τα ήρεμα νερά.[1]

Στο παρόν κείμενο, θέλω να ασχοληθώ με το έργο της φωτογράφου μέσα από τη θεωρητική σκέψη του γάλλου διανοητή Roland Barthes. Έχοντας ως σκοπό να μην είμαι μόνο κατανοητός προς τον αναγνώστη αλλά και κατατοπιστικός ταυτόχρονα, θα χωρίσω το κείμενό μου σε τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος, θα ασχοληθώ με κάποιες εννοιολογικές διευκρινήσεις γύρω από την αφηρημένη φωτογραφία. Στο δεύτερο μέρος, θα προβώ στην αποσαφήνιση της έννοιας του «τρίτου νοήματος», του Roland Barthes. Στο τρίτο μέρος, θα κάνω μια δημιουργική κριτική ανάγνωση στο έργο της Olga Karlovac, με βάση τις εννοιολογικές αυτές διευκρινήσεις, και θα εξερευνήσω τον κόσμο και τις πρακτικές του βλέμματός της.

Πριν προχωρήσω, θα ήθελα να αναφέρω το γιατί. Γιατί να κάνω αυτές τις θεωρητικές αναφορές και συνδέσεις με το έργο της Olga Karlovac; Τι έχει να μας προσφέρει; Μα γιατί το έργο της Olga Karlovac είναι ακριβώς αυτό: ένα έντονο, συστηματικό και χαρούμενο θα πρόσθετα αφηρημένο καρναβάλι του τρίτου νοήματος. Το τελευταίο το αντιλαμβάνομαι σαν την κινητήρια δύναμη του έργου της, το δεσπόζον χαρακτηριστικό. Συνεπώς, έχω τη γνώμη ότι η συνδυαστική κατανόηση του θεωρητικού πλαισίου του τρίτου νοήματος και της αφηρημένης φωτογραφίας, καθιστά τον θεατή πολύ πιο εξοπλισμένο, πιο καταρτισμένο, απέναντι στο έργο της Olga Karlovac και, κατ' αυτόν τον τρόπο, πιο ικανό όχι μόνο να διαβάσει το έργο της (μάλλον μονοδιάστατα, μονοκατευθυντικά και μονοσήμαντα – αυτό αποτελεί την ανακοίνωση της νέκρωσης ενός έργου), αλλά και να το αποκωδικοποιήσει σε μεγαλύτερος βάθος, με στοχαστικότητα και ευκρίνεια.

Περί αφηρημένης φωτογραφίας[2]

Η αφηρημένη φωτογραφία είναι ένας πειραματικός, επαναστατικός τρόπος προσέγγισης και άσκησης της τέχνης της φωτογραφίας. Μπορεί να πάρει ποικίλες μορφές και υποστάσεις, μπορεί να συνομιλεί με διάφορα είδη και τεχνικές και μπορεί να έχει εφαρμογή σε κάθε θέμα. Όπως κι αν επιτελεστεί, κοινός παρονομαστής είναι το μη ερμηνεύσιμο και αινιγματικό στοιχείο.

Η αφηρημένη φωτογραφία είναι χρήσιμο να γίνει αντιληπτή ως αμφισβήτηση του κόσμου (συνολικά) και του υποκειμένου ως ουσία. Αμφισβητεί δηλαδή την ύπαρξη μιας οικουμενικής, καθολικής, αναλλοίωτης, ουσιοκρατικής εν πολλοίς, οπτικής περί σύμπαντος που μας περιβάλλει και περιβάλουμε με τη σειρά μας. Τα αντικείμενα, ο χώρος, ο χρόνος, οι άνθρωποι, τα σώματα, οι έννοιες, είναι για την αφηρημένη φωτογραφία κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές κατασκευές με ρευστό και ευμετάβλητο χαρακτήρα και όχι σταθερά και αντικειμενικά στοιχεία που απλώς συνομιλούν μαζί μας. Με άλλα λόγια, η σχετικότητα και ο υποκειμενισμός της αφηρημένης φωτογραφίας και η ίδια της η δράση, φέρνει στο προσκήνιο μια μεταθεμελιωτική οπτική και προσέγγιση σχετικά με τον κόσμο και τον ίδιο μας τον εαυτό, αλλά και σχετικά με το πολυτάραχο «πώς» της επικοινωνίας μας μαζί του.[3]

Η αφηρημένη φωτογραφία, τόσο ως τεχνική και πρακτική όσο και ως θεωρητική και (ανα)στοχαστική καλλιτεχνική και αισθητική έκφραση/έκφανση, ξεφεύγει από την επικρατούσα παραδοσιακή έννοια και οπτική περί φωτογραφίας. Δηλαδή, χαράσσει  σαφείς (είτε λιγότερο είτε περισσότερο) διαχωριστικές γραμμές με την κλασσική και (πιο) διαδεδομένη – κατεστημένη όμως μέχρι ενός σημείου – έννοια της φωτογραφίας, καθώς δύναται να μη σχετίζεται απαραίτητα με την πιστή, φυσική και ρεαλιστική αναπαράσταση, αλλά ακόμη και με την έννοια της αναπαράστασης εν γένει.

Στην αφηρημένη φωτογραφία εισχωρεί το μη (και το αντί) αναπαραστατικό, το (έως και πλήρως) αφαιρετικό, αινιγματικό, αόριστο, ψευδαισθησιακό και εννοιολογικό στοιχείο. Συνεπώς, στην αφηρημένη φωτογραφία βλέπει κανείς την απομάκρυνση από τη συμπόρευση/συνομιλία (τουλάχιστον σε επίπεδο καλλιτεχνικής και αισθητικής κουλτούρας και διάθεσης) με την παραδοσιακή φωτογραφία.

Σε αντίθεση λοιπόν με την παραδοσιακή, φυσική (φυσιολατρική μάλλον) φωτογραφία, στην αφηρημένη φωτογραφία παρατηρούνται ανάγκες, διαθέσεις και οπτικές, πολύ διαφορετικές, έως και συγκρουσιακές. Στην αφηρημένη φωτογραφία, καταλύεται ο κόσμος και η ουσία του. Χάνεται το αντικειμενικό και το προσδιοριστικό στοιχείο, μεταλλάσσεται η θεμελιακή αξία του υλικού (αλλά και πέραν αυτού) κόσμου.

Με άλλα λόγια, διαρρηγνύεται η σημασία, αποσυμβολοποιούνται τα συμπαγή σώματα των κυρίαρχων λόγων, αποσταθεροποιείται ο ορθολογισμός και η οργάνωση του χωροχρόνου, κατακρημνίζεται τόσο η ερμηνευτική σταθερότητα (από μέρους του θεατή) όσο και η καλλιτεχνική στοχοθεσία (από μέρους του δημιουργού), ευνοείται η πολλαπλότητα, προωθείται η ανοικτότητα. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με κάθε μορφή αφηρημένης τέχνης. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αφηρημένη φωτογραφία στερεί τόσο από τον καλλιτέχνη όσο και από τον θεατή το προνόμιο της αναγνώρισης. Το δίχως άλλο: το προσφέρει μέσα από τα φίλτρα της αντιουσιοκρατίας και της υποκειμενικοποίησης.

Με άλλα – και πάλι – λόγια: η αφηρημένη φωτογραφία καταφέρνει τη συγκρουσιακότητα της μέσω ενός διπλού «τρόπου»: επιτελεστικοποιεί τόσο το ίδιο το αποτέλεσμά της (το έργο τέχνης που κατασκευάζει) όσο και την ίδια τη διαδικασία της παραγωγής του.

Με την (ολική ή μη) άρνηση του πλαισίου και της ουσίας της παραδοσιακής φωτογραφίας, η αφηρημένη φωτογραφία μπορεί να ιδωθεί σαν ένα άτακτο περιβάλλον δημιουργικότητας, ένα ποιητικό χάος ετερότητας, διαφοράς και πολλαπλότητας, όπου εκείνο που διαδραματίζει τον σημαντικότερο ρόλο είναι η ανάγκη της έκφρασης και όχι η υποταγή αυτής της ιερής ανάγκης σε κανόνες, καλούπια, νόρμες και πρότυπα (όπως – μπορεί να – συμβαίνει με την παραδοσιακή φωτογραφία) που πρώτον είναι εξωτερικά επιβαλλόμενα και, δεύτερον, είναι αντικειμενικοποιημένα, φυσικοποιημένα,  δηλαδή απολύτως αμφισβητήσιμα (ποικιλοτρόπως και πολλαπλώς).

Με την πρακτική και την κουλτούρα της αφηρημένης φωτογραφίας, ξεκλειδώνεται η τάση για ανθρώπινη αισθητική δράση, τίθεται εκτός απομόνωσης η καλλιτεχνική μάτια και αφήνεται ελεύθερη να κατασκευάσει υβριδικές ταυτότητες. Αυτό, πρέπει να θεωρεί ως ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό της αφηρημένης φωτογραφίας. 

Το τρίτο νόημα

Το 1970, ο Γάλλος (μετα)δομιστής στοχαστής Roland Barthes γράφει ένα δοκίμιο με τίτλο: «Το τρίτο νόημα: Διερευνητικές σημειώσεις πάνω σε ορισμένα φωτογράμματα του Σ. Μ. Αϊζενστάιν». Σε αυτό το δοκίμιο ο Barthes προχωρά στη σύσταση μιας τυπολογίας αναφορικά με την ανάγνωση των νοημάτων σε μία εικόνα, διακρίνοντας τρία είδη/επίπεδα νοήματος.

Το πρώτο νόημα αφορά στις βασικές και συγκεκριμένες πληροφορίες που παρέχει στον θεατή μία εικόνα. Είναι «επίπεδο πληροφοριακό» και «επικοινωνίας» (Barthes, 2019: 55). Το δεύτερο νόημα αφορά στο συμβολικό στοιχείο μιας εικόνας και σχετίζεται με την ερμηνεία: «ο συμβολισμός του αναδυόμενου» (Barthes, 2019: 55-56). Ο Barthes γράφει γι' αυτό ότι είναι «στο σύνολό του» το επίπεδο της «σημασιοδότησης» (2019: 56) και το ονομάζει «προβάλλον νόημα» (2019: 58).

Τώρα, περνώ στο τρίτο νόημα, που είναι και αυτό που κυρίως με ενδιαφέρει εδώ. Το τρίτο νόημα, που ονομάζεται από τον Barthes ως αμβλύ νόημα, είναι η ευτυχής ρευστή, μυστήρια και ενδεχομενική πτυχή της εικόνας. Το τρίτο νόημα «έρχεται ως παραπλήρωμα [...] είναι, ταυτόχρονα, επίμονο και φευγαλέο, λείο και φευγάτο» (Barthes, 2019: 58) Είναι το χέρι της απαλότητας, «της απάμβλυνσης ενός νοήματος υπερβολικά σαφούς, υπερβολικά σφοδρού» (Barthes, 2019: 58-60). Αυτό το νόημα δηλαδή είναι κατά κάποιον τρόπο εκείνος ο εγγενής μηχανισμός της εικόνας που «ανοίγει το πεδίο του νοήματος εντελώς, δηλαδή μέχρι το άπειρο» (Barthes, 2019: 60).

Το βασικό γνώρισμα αυτού του νοήματος είναι η «μεταμφίεση» (Barthes, 2019: 64), μια «μη-αρνητική γελοιοποίηση της έκφρασης» (Barthes, 2019: 67). Πιο συγκεκριμένα, «να μπερδεύει τα όρια που χωρίζουν την έκφραση από τη μεταμφίεση, και να δίνει, επίσης, αυτή την ταλάντευση συνοπτικά: μια ελλειπτική έμφαση, αν μπορούμε να το πούμε έτσι: περίπλοκη διάταξη, όλο δολιχοδρομήσεις» (Barthes, 2019: 64).

Ακόμη, το αμβλύ νόημα επαφίεται στη «συγκίνηση» (Barthes, 2019: 67). Τι θα πει αυτό; «Το αμβλύ νόημα φέρει μέσα του μια ορισμένη συγκίνηση. Κλεισμένη μέσα στη μεταμφίεση, η συγκίνηση αυτή δεν είναι ποτέ γλοιώδης. Είναι μια συγκίνηση που προσδιορίζει απλώς αυτό που αγαπάμε, αυτό που θέλουμε να υπερασπιστούμε. Είναι μια συγκίνηση-αξία, μια αξιολόγηση» (Barthes, 2019: 67).

Το αμβλύ νόημα δεν είναι απόλυτο, ξεκάθαρο, εξακριβωμένο και εντοπίσιμο, «δεν είναι δομικά τοποθετημένο» (Barthes, 2019: 71). «Το αμβλύ νόημα είναι ένα σημαίνον χωρίς σημαινόμενο. Εξού και η δυσκολία να το προσδιορίσουμε» (Barthes, 2019: 72): το αμβλύ νόημα είναι «ασυνεχές», είναι αυτό που «δεν αντιγράφει τίποτα» (Barthes, 2019: 72).

Τέλος, κεντρικό του τρίτου νοήματος είναι ο «τονισμός» (Barthes, 2019: 73) : «η μορφή μιας ανάλυσης, μιας πτυχής (έστω μιας ψεύτικης πτυχής), από την όποια σημαδεύεται η βαριά επιφάνεια των πληροφοριών και των σημασιοδοτήσεων» (Barthes, 2019: 73). Ωστόσο, μια αναγκαία διευκρίνηση εδώ:

 

ο τονισμός αυτός […] δεν πηγαίνει προς την ίδια κατεύθυνση με το νόημα […] δεν θεατροποιεί […] ούτε καν σημειώνει ένα αλλού του νοήματος […] αλλά το εξουδετερώνει – ανατρέπει όχι το περιεχόμενο αλλά ολόκληρη την πρακτική του νοήματος […] Το αμβλύ νόημα εμφανίζεται μοιραία ως πολυτέλεια, μια σπατάλη χωρίς αντάλλαγμα (Barhes, 2019: 73-74).

Η αφηρημένη φωτογραφία της Olga Karlovac

Πιάνοντας το νήμα από την προηγούμενη ενότητα, σημειώνω ότι αν δούμε πως κατασκευάζει η Karlovac το τρίτο νόημα στην τέχνη της, τότε θα καταλάβουμε γιατί είναι αυτό το βασικό, πρωταγωνιστικό και προσδιοριστικό μεθοδολογικό εργαλείο της. Εξηγώ. 



Η Karlovac όταν δεν καταλύει τη γλώσσα, όταν δεν την τρέπει σε οπισθοχώρηση – όχι στον εαυτό της αλλά στο ατέρμονο και αόριστο σημείο μηδέν της ύπαρξής της – την διαστρεβλώνει, την παραμορφώνει, τη μεταμφιέζει, την θέτει εκτός (ή εντός άλλων) ορίων. Θολώνει τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου. Με άλλα λόγια, η Karlovac δονεί το πεδίο του οπτικού, αλλοιώνει το θεωρούμενο ως πραγματικό.

Ήδη παρατηρούμε κάτι εδώ: ένας επιτελεστικός μετασχηματισμός, που οργανώνεται στην εμμεσότητα και τον υποβόσκοντα συσχετισμό, είναι θα μπορούσαμε να πούμε το μέλημα αλλά και το αποτέλεσμα της καλλιτέχνιδας.

Η Karlovac δημιουργεί, μέσα από την συνένωση (ομαδοποίηση, περισσότερο) διαφόρων σημείων, την κεντρική της διάσταση, την ομιλούσα οθόνη της. Όμως, μέσα από (και σε) αυτή, αναδύεται μια άλλη, ξεχωριστή, πιο δική της, πιο προσωπική διάσταση, η οποία εμφανίζεται ως προκύπτουσα – όχι ως προσδοκώμενη – αναπάντεχη, ξαφνική. Κάπως έτσι δημιουργείται το αμβλύ νόημα στο έργο της Karlovac. Συνεχίζω σε αυτό.



Η Karlovac κατασκευάζει μια γλώσσα που συνίσταται όχι σε συμπαγή νοήματα, αλλά σε πτυχές νοημάτων, γεννήτρια των οποίων είναι οι παραλλαγμένες, μεταμφιεσμένες διασταυρώσεις μεταξύ σημείων. Έτσι, ο λόγος της δεν επιτελείται με την παρουσίαση ή την εμφάνιση, αλλά με τη διάχυση, τη διασπορά. Ο θεατής, στην επαφή του με το έργο, συνειδητοποίει γι' αυτό ότι το νόημα είναι αποκεντρωμένο, αρνητικό ως προς την επικοινωνιακή συνθήκη, άκεντρο ως προς τον γενετικό του κατασκευαστικό μηχανισμό. Συνεπώς, η όποια νοηματοδότηση του έργου της δεν προκύπτει από αυτό που η καλλιτέχνιδα δείχνει ούτε από αυτό που φαίνεται στο έργο, αλλά από αυτό που ο εκάστοτε θεατής μπορεί να εννοήσει μέσα από αυτό (και να εννοηθεί ο ίδιος εντός του).



Σε αυτό, την καλλιτέχνιδα βοηθά και ο ρόλος που βάζει να παίξει η υλικότητα στο έργο της. Δηλαδή; Στις εικόνες της Karlovac, η υλικότητα μεταφέρεται στο επίπεδο του πνευματικού, του άυλου. Οι φιγούρες, τα πρόσωπα, τα αντικείμενα και οι χώροι της δίνουν μια αίσθηση απόσυρσης από τον φυσικό, αναμενόμενο και προσδοκώμενο ρόλο τους. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι παύουν να λειτουργούν ως μάζες και ύλες στον χώρο και τον χρόνο, όμως τους αφαιρείται η λειτουργία της συγκεκριμενοποίησης της ζωής τους: αποκτούν ένα στοιχείο αέρινο και περισσότερο παρεμβατικό, μέσω της αίσθησης αντί της πράξης. 


Οι εικόνες της Karlovac είναι αφηγηματικές υπό την έννοια ότι υποστηρίζουν μια ανεξάντλητη επικοινωνία, δηλαδή η κοινωνικότητα των εικόνων της αποδρά από τον ίδιο τους τον εαυτό. Στο έργο της βλέπουμε μια ξεκάθαρη αλλά και ποικιλότροπη ομιλία της κίνησης, την παρέμβαση της σκοτεινότητας και της μελαγχολίας, την αισθητική της θολότητας. Αυτά θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της τέχνης της. Και τα τρία συμβιώνουν με αρμονία. Ακόμη κι όταν κάποιο χαρακτηριστικό υπερέχει, αυτό δεν υπακούει σε αξιολογικά κριτήρια, αλλά μάλλον λειτουργεί ενισχυτικά ως προς την αναβάθμιση και την ανάδειξη του περιεχομένου και της μορφής.



Οι εικόνες της επιχειρούν έναν εγκλωβισμό (με την θετική έννοια) της στιγμής μέσω μιας μη σκηνοθετικής καταγραφής ενός συγκεκριμένου συνόλου σημείων και με τη βοήθεια της πειραματικής τεχνοτροπίας και οπτικής της, ονειροποιεί αυτό ακριβώς το στιγμιότυπο, το κορυφώνει σε ένα επίπεδο ποιητικό, θα λέγαμε, θέλοντας έτσι να δημιουργήσει στον θεατή μια συναισθηματική είτε πληρότητα είτε έλλειψη.

Αυτή η παρατήρηση με οδηγεί στην ακόλουθη: οι εικόνες της Karlovac προκαλούν μια αμηχανία,  μια αυθόρμητη διερώτηση, μια τάση για προσήλωση χωρίς συνειδητό σκοπό. Θέτουν δηλαδή τον θεατή σε μια κατάσταση αποδιοργάνωσης που ως συνέπεια αυτού (όχι απαραίτητα με τρόπο σταδιακό) είναι μια σχετική ανεξαρτησία και χειραφέτηση των νορμοποιημένων αισθήσεων και του μηχανισμού σκέψης.



Καταληκτικά, σημειώνω τούτο: για τον θεατή της Olga Karlovac δεν υπάρχουν βεβαιότητες και καθαρά δεδομένα ούτε φυσικά και μπορεί κάποια εξήγηση από μέρους του να υπερβεί οποιαδήποτε άλλη. Εκείνο το οποίο έχει κρίσιμη σημασία στην επαφή με το έργο της είναι η εμπιστοσύνη στο ποικιλόμορφο οπλοστάσιο της υβριδικότητας, η αποστασιοποίηση από την στείρα λογική και, γενικότερα, η βαθιά αμφισβήτηση και απο-οικειοποίηση της οπτικής ενός υστερικά και αυταρχικά τροφοδοτούμενου ρεαλισμού.

Βιβλιογραφία

Βαρβατσούλιας, Α. (2020). Abstract Photography: Όταν η δημιουργικότητα επεκτείνεται πέρα από τον φακό. sparmatseto. Ανακτήθηκε 2 Ιανουαρίου 2026, από: https://sparmatseto.gr/abstract-photography-afairetikh-photographia/

Barthes, R. (2019). Εικόνα, Μουσική, Κείμενο (Γ. Σπανός, Μτφρ., Β. Πατσογιάννης, Επιμ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Μπέργκερ, Π. Λ. & Λούκμαν, Τ. (2003). Η κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας (Κ. Αθανασίου, Μτφρ., Γ. Κουζέλης & Δ. Μακρυνιώτη, Επιμ.). Νήσος.

Newman, S. (2019). Από τον Μπακούνιν στον Λακάν: Ο αντιεξουσιασμός και η εξάρθρωση της εξουσίας (Α. Αγγελής, Μτφρ., Τ. Γκόνης & Δ. Παπαγιαννοπούλου, Επιμ.). Αθήνα: Κέλευθος.

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

Πεχτελίδης, Γ. (2020). Για μια εκπαίδευση των κοινών εντός και πέραν των «τειχών». Αθήνα: Gutenberg.

Stojković, J. (2018). Vision Without the Eye: Following the Material of Abstract Photography. Ανακτήθηκε 2 Ιανουαρίου 2026, από: https://www.academia.edu/80090486/Vision_Without_the_Eye_Following_the_Material_of_Abstract_Photography?sm=a&rhid=37200620019

Suler, J. (2023). Photographic Psychology: Image and Psyche. Ανακτήθηκε 2 Ιανουαρίου 2026, από: https://johnsuler.com/pdfs/photopsy.pdf

Φις, Σ. (2019). Συνέπειες. Στο K. M. Newton (επιμ.), Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα: Ανθολόγιο κειμένων (Α. Κατσικερός & Κ. Σπαθαράκης, Μτφρ.) (σσ. 451-460). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης.


* Όλες οι εικόνες που παραθέτω (τελείως ενδεικτικά) ανήκουν στην Olga Karlovac.


[1] Για την ιστοσελίδα της φωτογράφου βλ. https://www.olga-karlovac-photography.com/site/

[2] Για άλλες αναλύσεις σχετικά με την αφηρημένη φωτογραφία, βλ. ενδεικτικά: Stojković, 2018· Βαρβατσούλιας, 2020· Suler, 2023.

[3] Σχετικά με τις έννοιες και τις θεματικές αυτές, βλ. ενδεικτικά: Μπέργκερ & Λούκμαν, 2003· Deleuze & Guattari, 2017· Newman, 2019· Φις, 2019· Πεχτελίδης, 2020· Ντελέζ & Παρνέ, 2022.