Το ανήσυχο και υβριδικό βλέμμα της περιπλάνησης
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
![]() |
| Vivian Maier, Self-Portrait (1955) |
Λίγη κυριολεξία. Τι κάνει κανείς όταν βγαίνει έξω από
το σπίτι (πολύ συχνά και στο σπίτι); Ό,τι κάνουν όλοι οι υπόλοιποι; Ό,τι κάνει
η πλειονότητα των ανθρώπων; Ό,τι κάνουν λίγοι μόνο άνθρωποι; Και ακόμη, αυτό
που κάνει κανείς όταν βγαίνει έξω από το σπίτι πώς το κάνει; Και γιατί; Και τι
είναι ακριβώς αυτός ο κάποιος; Ποιος να είναι ο σκοπός του; Ποια είναι η
ιδιότητα και η έγνοια που – κυρίως – τον χαρακτηρίζει;
Στο παρόν κείμενο θέλω να ασχοληθώ με την πρόσληψη του
ερεθίσματος, την ανταπόκριση σε αυτό, καθώς με τους τρόπους (επανα)νοηματοδότησης,
επεξεργασίας, (επανα)οικειοποίησης και (επανα)κατασκευής του από το
καλλιτεχνικό υποκείμενο. Πιο συγκεκριμένα, θέλω να μιλήσω για την έννοια και
την πρακτική της περιπλάνησης (flaneuring) και τη
σχέση της με την τέχνη και τον καλλιτέχνη. Πρώτα όμως να αναφερθώ σε ορισμένες
διευκρινήσεις.
Η καλλιτεχνική εργασία πάντοτε συνίσταται στη μετάβαση
επιπέδων και ρόλων, άλλοτε πιο σταθερών και σχετικά ανελαστικών, άλλοτε πιο ευλύγιστων,
έτσι όπως πολύ συχνά προκύπτουν οι διαφορές αλλαγές στις κινήσεις του
καλλιτέχνη από την επιτακτική παρότρυνση των εκάστοτε αναγκών.
Ωστόσο, από όλα τα επίπεδα που περνά η πολύπαθη
καλλιτεχνική εργασία, σημαντικότερη, με την έννοια του πιο κρίσιμου
εμπλουτισμού και «εμπλουτισμού», θεωρώ ότι είναι εκείνο το αόριστο και απροσδιόριστο
σημείο στο οποίο θα εστιάσω εδώ και αυτό το σημείο σχετίζεται με το πριν, με ένα
πριν, του έργου τέχνης (κάθε τέχνης), με την ατέρμονη φάση της καλλιτεχνικής
παραγωγής χωρίς πραγμάτωση.
Αυτό το αόριστο και απροσδιόριστο σημείο δεν είναι
μοναδικό, δεν επιτελείται δογματικά. Δεν χαρακτηρίζεται από ασάφεια, μόνο ενέχει
την αύρα μιας απειρότητας που ο καλλιτέχνης υποδέχεται και εκμεταλλεύεται μέσω
ποικίλων τρόπων και μεθόδων και επιχειρεί με το έργο του να την υποστασιοποιήσει,
να υλικοποιήσει εκείνη την ασημική γραμματική του αόρατου δικτύου φωνών και
ομιλιών – που, στην πραγματικότητα, εμπαίζουν ολοφάνερα τον καλλιτέχνη.
Σε αυτό το σημείο εντάσσεται σίγουρα, μεταξύ πολλών άλλων, η περιπλάνηση. Αναγνωρίζω την τελευταία (τόσο από ποικίλα εξωτερικά ερεθίσματα, όπως για παράδειγμα την μελετητική ιδιότητα και τις εμπειρίες τρίτων, όσο και από καθαρά βιωματική εμπειρία) ως ένα από τα πιο σημαντικά στάδια (στην πραγματικότητα δεν αποτελεί κάτι τέτοιο) στην κατασκευή ενός έργου. Προχωρώ λοιπόν.
Είτε λίγο είτε πολύ, ξέρουμε όλοι τι εστί περιπλάνηση και ποια η ιδιαίτερη, προνομιακή της σχέση με την τέχνη. Δεν είναι δα και λίγοι οι θεωρητικοί και οι καλλιτέχνες που μίλησαν και άσκησαν ποικιλοτρόπως την περιπλάνηση, που βίωσαν και θεωρητικοποίησαν το – με την ευρύτερη έννοια – εργαλείο εκείνο που κρατά τα σώματά μας όχι στη σημασία, αλλά στο παιχνίδι της σημασίας και του νοήματος. Πώς να αντιληφθώ επομένως την περιπλάνηση;
Η περιπλάνηση είναι η αντίληψη της σωματικότητας σε
συνθήκη ηδονής, η γαλήνη του σώματος σε κατάσταση επαγρύπνησης. Η περιπλάνηση
είναι η εκ βαθέων και συνάμα συνειρμική άσκηση των αισθήσεων, ο διαυγής και
συνάμα υπνωτισμένος αυτοέλεγχος της βούλησης – και μόνο αυτή η παρατήρηση ίσως
να αρκεί για την κατανόηση του όρου περιπλάνηση. Όμως, αυτή η άσκηση δεν είναι
ποτέ τεχνική, πρακτικιστική, κανονιστική. Δεν συμβαίνει για να αποφέρει κάποιο
κέρδος – με την έννοια που γνωρίζουμε. Αν είναι έτσι, τότε δεν είναι
περιπλάνηση.
Το ζήτημα της περιπλάνησης δεν είναι ένα απλό ζήτημα.
Προϋποθέτει και απαιτεί διευκρινήσεις πριν την εισχώρηση/ανάλυσή μας στο πεδίο,
ώστε να καταστεί σαφές το τι ακριβώς συμβαίνει σε αυτό. Ο καλλιτέχνης λοιπόν περιπλανιέται.
Αυτό σημαίνει ότι έρχεται, ακούσια και εκούσια, σε επαφή με ποικίλα – στην
πραγματικότητα ανεξάντλητα – είδη σημείων. Αυτή ακριβώς είναι η εικόνα που
πρέπει να σχολιάσουμε πριν απ' όλα. Συνεχίζω.
Με (και στην) περιπλάνηση, ο καλλιτέχνης αναγιγνώσκει
τον κόσμο, τα περιβάλλοντα και ταυτόχρονα αυτά αναγιγνώσκουν τον ίδιο. Έχουμε
δηλαδή μια διπλή υλικο-πνευματική, ρευστή διαδικασία νοηματοδότησης του σχήματος
του –άμεσα και έμμεσα προβαλλόμενου – γίγνεσθαι, μια ενσώματη επιτελεστικότητα, με την οποία
επανασυγκροτούνται (διαλεκτικά) οι διερευνητικές στοχοθεσίες του καλλιτέχνη και
παράλληλα παράγονται (διαλεκτικά) τα ασταθή σπέρματα του έργου.
Η περιπλάνηση είναι μια ενσώματη εκφραστική διαδικασία
που λειτουργεί σε ένα δίπολο (με την ουδέτερη έννοια), συντελεί μια τόσο νοητή
όσο και απολύτως υλική, μη σταδιακή αλλά ταυτόχρονη, αλληλεπίδραση. Εξηγώ τι
εννοώ.
Αφενός, πρόκειται για την εξωτερίκευση ενός
μυχιοποιημένου κατασταλάγματος, το οποίο θα μπορούσαμε να εννοήσουμε ως το
γενικότερο υπόβαθρο του καλλιτέχνη, την ιδιοσυγκρασιακή του δομή, την πληθυντικά
φιλοτεχνημένη ταυτότητά του. Εδώ, υπάρχει αυτό που θα ονομάζαμε ως εγωιστική
αλληλεπίδραση, δηλαδή την συνειδητή ή μη προσπάθεια του καλλιτεχνικού
υποκειμένου να θέσει σε αποτελεσματική δράση τα αναλυτικά και ερμηνευτικά του
εργαλεία.
Αφετέρου, πρόκειται για την εσωτερίκευση όλων εκείνων
των σημείων, «περιττών» και «μη», που θα επενεργήσουν στον συνειδησιακό
μηχανισμό του καλλιτέχνη με σκοπό την παραγωγή του έργου τέχνης.
Επομένως, η περιπλάνηση του καλλιτέχνη αναγιγνώσκει – διαμορφώνει
δηλαδή σημασίες, νοήματα και συστήματα επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης – τον
κόσμο, με τον τρόπο που ήδη ειπώθηκε. Όμως, αυτό σημαίνει ότι η περιπλάνηση,
τόσο του καλλιτεχνικού όσο και όποιου αλλού υποκειμένου, είναι μια μορφή
σύγκρουσης, ένας αγώνας της ερμηνείας και της νοηματοδότησης του κόσμου. Τι
εννοώ;
Η πραγματικότητα, το πολύπλοκο και περιπλεγμένο
πλαίσιο δηλαδή στο οποίο συμμετέχει ποικιλοτρόπως το κάθε υποκείμενο, δεν είναι
παρά μια κοινωνική κατασκευή, ένα ρευστό και διαρκώς μεταβαλλόμενο και ανοικτό σύστημα
λόγων, μια στερεωμένη σύμβαση που – λιγότερο ή περισσότερο – συναινετικά συντηρούμε
και διαιωνίζουμε – με όλες τις διαφορές που ενυπάρχουν φυσικά εντός αυτής της
άτυπα υπογεγραμμένης σύμβασης. Αλλιώς: η πραγματικότητα είναι η πολεμική αέναη
συνθήκη της προσωρινής προσθαφαίρεσης λόγων. Η απόδοση λοιπόν σημασίας σε μια
έννοια, ένα πράγμα, μια κατάσταση, μια διαδικασία (σε οτιδήποτε δηλαδή) μπορεί
να θεωρηθεί ότι είναι πάντοτε έργο του σχετικισμού, βασίζεται δηλαδή στον υποκειμενισμό
της σκέψης, έτσι όπως αυτή έχει συγκροτηθεί διαλεκτικά εντός ενός
πλαισίου/συστήματος. Αυτό καταργεί την επιστροφή ή την εμπιστοσύνη στον
θεμελιωτισμό, στην ουσιοκρατία, στην αντικειμενικότητα, στην αυταρχική κι
επιτηρητική πεποίθηση δηλαδή ότι πίσω από κάθε τι υπάρχει μια κοινή ουσία/βάση/θεμέλιο,
μια αναγκαστική συναντίληψη, με βάση την οποία πρέπει να ενεργούμε (επικοινωνία,
δημιουργία κ.λπ.) – με άλλα λόγια, θεωρητικοποίηση της τυραννίας.[1]
Επομένως, η περιπλάνηση, μία από τις κορυφαίες στιγμές
ρευστής ζωής/εμπειρίας, δεν είναι δίχως κόπο: το υποκείμενο, καλλιτεχνικό και
μη, δρα και λειτουργεί στον χωροχρόνο ως «γραμμή φυγής» (βλ. Deleuze &
Guattari, 2017· Ντελέζ & Παρνέ, 2022) και, μέσα από την πολλαπλή και
πολυσιμική παρατήρησή του στα πράγματα, από τη διευρυμένη αντίληψη, συμβαίνει η
πάλη του με τον κόσμο, προκύπτει η πληθυντική επανανοηματοδότηση και
επανακατασκευή του.
Και σε ό,τι αφορά αυτήν ειδικότερα την σχέση της
περιπλάνησης με την τέχνη και τον καλλιτέχνη, η περιπλάνηση είναι αναμφίβολα η
κορυφαία στιγμή στην παραγωγή ενός έργου τέχνης. Άλλωστε, ας μην ξεχνά κανείς
το αναντίρρητο γεγονός ότι η τέχνη (και ιδιαίτερα η λογοτεχνία και ακόμη πιο
ιδιαίτερα η ποίηση) είναι ένα πεδίο που ακριβώς την παρατήρηση αυτή είναι σε
θέση να την εκμεταλλευτεί, αλλά και να την επικοινωνήσει σε βαθμό υπερβολικά ωφέλιμο
και σημαντικό (τόσο για λογαριασμό του ίδιου του καλλιτέχνη όσο και της
κοινωνίας – γενικότερα αλλά και του ίδιου).
Ένα πρώτο συμπέρασμα από τα μέχρι τώρα λεχθέντα. Για
τον καλλιτέχνη (και όχι μόνο, όπως ειπώθηκε παραπάνω) η περιπλάνηση είναι μια
μετα-κοσμογονία, μια αυτοευθνογραφία μέσω της οποίας οικοδομεί την αυτοθεωρία
του και την μορφοποιεί με (και στο) το έργο του.[2]
Η περιπλάνηση θέτει τον καλλιτέχνη, τον νου του, εντός
μεγάλων και πολλών δεινών, θέλει τον καλλιτέχνη εκτός της επιρροής της
δέσμευσης, της δέσμευσης στα πράγματα και στις (φυσικοποιημένες) σημασίες τους.
Αυτό το εκτός στο οποίο θέλει η περιπλάνηση τον καλλιτέχνη δυσφημείται
διαχρονικά και με συνέπεια από την κατεστημένη γλώσσα – η οποία ορμώμενη κυρίως
από την ψυχανάλυση – το ονομάζει ως υπερανάλυση, υπερεξήγηση, υπερπαρατήρηση (κ.λπ.).
Όμως, εδώ ακριβώς είναι το βάθος της περιπλάνησης. Ο
καλλιτέχνης ενεργεί πάνω στις ενέργειες της μορφής και του περιεχομένου του
κόσμου και ο κόσμος ενεργεί πάνω στις ενέργειες της μορφής και του περιεχομένου
του ίδιου (σημαντική παρατήρηση: κάπως έτσι, κατ' αναλογία, διαμορφώνεται το έργο
τέχνης).
Αυτή η διαλεκτική των επενεργειών, συγκροτητικό
στοιχείο της περιπλάνησης, με μεταφέρει σε ένα πολύ βασικό πρόγραμμα της
περιπλάνησης: τη δυνητικότητα. Εξηγώ τι εννοώ.
Η περιπλάνηση μετασχηματίζει τον καλλιτέχνη, την ίδια
του την υπόσταση. Επαναρρυθμίζει τις αφετηρίες και τις παραδοχές του βλέμματός
του: αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνει τον κόσμο. Προφανώς, ο καλλιτέχνης
δεν βλέπει παντού την τέχνη – στον δρόμο, στους τοίχους, στα αυτοκίνητα, στους
ανθρώπους, στα μαγαζιά, στα δέντρα, στα ζώα, στα καιρικά φαινόμενα και
οπουδήποτε αλλού. Αυτό θα ήταν αρκετά προβληματικό, τόσο ως προς τη θεωρητική
όσο και ως προς την πρακτική του διάσταση, αφού δεν είναι τα πάντα τέχνη, αλλά
τα πάντα είναι εν δυνάμει τέχνη – απαιτείται δηλαδή η εκπλήρωση της προϋπόθεσης
της (όποιας) επεξεργασίας. Βλέπει όμως τη διεργασία, αφουγκράζεται τη δυναμική
της ενδεχομενικότητας, αφήνεται στην τροχιά της και δέχεται την άμορφη πίεσή
της, ακούει την παλλόμενη μουσικότητα του κόσμου, την επεξεργάζεται ως
αναδυόμενη, διαρκώς υπό το εύρος της συναρμολόγησης και όχι της τελικότητας,
αντιλαμβάνεται το σύνολο του χωροχρόνου ως πρόσφορο (με την πιο κυριολεκτική
έννοια) αισθητικό/καλλιτεχνικό πεδίο – η όποια σύγχυση αυτής της παρατήρησης με
την έμπνευση αποδυναμώνει την προβληματική της περιπλάνησης, βολτοποιεί κατά
κάποιον τρόπο την τελευταία.
Αυτή η επαναρρύθμιση, κατά μία έννοια χειραφέτηση, των
αισθήσεων και των χειρισμών τους από μέρους του καλλιτέχνη έχει αντίκτυπο σε
ολόκληρο τον εαυτό του. Αυτή η ρευστή συνθήκη αποτρέπει μια φοβισμένη και
νοσταλγική επιστροφή στον εαυτό και συνεπικουρεί τη συνείδηση στις οδούς της έκρηξής
της: μια καταφανώς ψυχοαφηγηματική διασπορά, στην οποία γνωρίζω γιατί διαλύομαι,
αποκεντρώνω τον βιόκοσμό μου, διασπείρω τη δομή μου. Να η νέα μου «σχέση» με
τον εαυτό και τον κόσμο: υβριδικοποιώ και υβριδικοποιούμαι.[3]
Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι, στην περιπλάνηση, ο
καλλιτέχνης αντιμετωπίζει τα πάντα ως υβριδικά, αλλά και η ίδια η αντιμετώπισή
του, ο μηχανισμός της, είναι υβριδικός. Δηλαδή, η πρόσληψη και η ανταπόκριση
που επιφυλάσσει στα πράγματα κινείται στη σφαίρα της κατασκευής και της ανάπλασης
και όχι της παραδοχής (τουλάχιστον μη κριτικής), δηλαδή της παράδοσης σε αυτά
και της αναπαραγωγής τους. Στην περιπλάνηση, ο καλλιτέχνης δεν αποδέχεται ούτε
το προφανές ούτε και ό,τι έχει καθιερωθεί ως το αντί αυτού. Αντίθετα,
ενδεχομενικοποιεί την οντολογία, ρευστοποιεί τη λειτουργία, το νόημα, τη
σημασία.
Ένα δεύτερο και καταληκτικό συμπέρασμα. Τι είναι τέλος
πάντων η περιπλάνηση;: το (ντελεζιανό) ποτέ εγκατεστημένο, μονίμως
μεταφερόμενο, πάντοτε σε έναν ενδιάμεσο χώρο, στο μέσον (που προσπαθεί να
αυξήσει), ανήσυχο και υβριδικό βλέμμα (βλ. Deleuze & Guattari, 2017· Ντελέζ
& Παρνέ, 2022).
Βιβλιογραφία
Αθανασίου, Α. (χ.ή). Η αυτοθεωρία των αβέβαιων επιστροφών. ANTIGONES: BODIES OF RESISTANCE IN THE CONTEMPORARY WORLD [ANTISOMATA]. Ανακτήθηκε 22 Ιανουαρίου 2026, από: https://antigones.gr/act/reading-group-theory-literature-politics-responses/
Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.
Foucault, Μ. (1978). Ιστορία της σεξουαλικότητας 1: Η δίψα της γνώσης (Γ. Ροζάκη μτφρ., Γ. Κρητικός, επιμ.). Αθήνα: Ράππα.
Μπέργκερ, Π. Λ. & Λούκμαν, Τ. (2003). Η κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας (Κ. Αθανασίου, Μτφρ., Γ. Κουζέλης & Δ. Μακρυνιώτη, Επιμ.). Νήσος.
Newman, S. (2019). Από τον Μπακούνιν στον Λακάν: Ο αντιεξουσιασμός και η εξάρθρωση της εξουσίας (Α. Αγγελής, Μτφρ., Τ. Γκόνης & Δ. Παπαγιαννοπούλου, Επιμ.). Αθήνα: Κέλευθος.
Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.
Πεχτελίδης, Γ. (2020). Για μια εκπαίδευση των κοινών εντός και πέραν των «τειχών». Αθήνα: Gutenberg.
Φις, Σ. (2019). Συνέπειες. Στο K. M. Newton (επιμ.), Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα: Ανθολόγιο κειμένων (Α. Κατσικερός & Κ. Σπαθαράκης, Μτφρ.) (σσ. 451-460). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης.
Φουκό, Μ. (1987). Εξουσία, γνώση και ηθική (μτφρ. Ζ. Σαρίκας). Αθήνα: Ύψιλον.
Χάντερ, Ντ. (2024). Αθλητικά ρούχα, Ψυχικά τραύματα, Προδότες της τάξης μας (Χ. Πάνας, Γ. Μαμώλης & Ε. Μαγκουρίλου, μτφρ.). Αθήνα: Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων.
[1] Βλ. ενδεικτικά: Foucault,
1978· Φουκό, 1987· Μπέργκερ &
Λούκμαν, 2003· Deleuze & Guattari, 2017· Newman, 2019· Φις, 2019·
Πεχτελίδης, 2020.
[2] Βλ. ενδεικτικά: Αθανασίου, χ.ή.·
Χαντερ, 2024.
[3] Για την περαιτέρω κατανόηση αυτής
της «σχέσης», βλ. την έννοια του «γίγνεσθαι» (Deleuze & Guattari, 2017·
Ντελέζ & Παρνέ, 2022).
.jpg)