Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνεντεύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνεντεύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

Συνέντευξη της Άννας Ξανθοπούλου στον Μιχάλη Κατσιγιάννη

Συνέντευξη της Άννας Ξανθοπούλου στον Μιχάλη Κατσιγιάννη


του Μιχάλη Κατσιγιάννη



Η Άννα Ξανθοπούλου, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1969, όπου ζει και εργάζεται έως σήμερα. Η πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Λόγοι», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν. Στη συνέντευξη που ακολουθεί η ποιήτρια δίνει τις απαντήσεις της σχετικά με τη λογοτεχνία και το έργο της. Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την ποιήτρια για την απόφασή της να μου παραχωρήσει τη συνέντευξη που παραθέτω εδώ. Τέλος, μία επισήμανση προς τον αναγνώστη. Το κείμενο της παρακάτω συνέντευξης είναι χρήσιμο να αναγνωστεί έχοντας πάντα στο νου ότι η συνέντευξη, ως εργαλείο, γειώνει – με την αρνητική έννοια – το συζητούμενο αντικείμενο.

Πώς προσεγγίζετε τη γραφή;

Η γραφή προέκυψε ως ανάγκη από πολύ νωρίς. Η γραφή των άλλων ήταν ο χώρος που ανακάλυψα όσα δεν μπορούσα να μοιραστώ με τον περίγυρό μου, καθώς και ένας χώρος ελευθερίας και γνώσης. Η γραφή είναι ένα σαράκι. Αδυνατώ να κατανοήσω τη διδασκαλία της, καθώς δεν τη θεωρώ άσκηση φιλολογίας. Πάντα μου άρεσε η άμεση, «εξομολογητική» λογοτεχνία. Ξεκινώ από το προσωπικό βίωμα και, αποφεύγοντας οποιαδήποτε συναισθηματική έξαρση, παραθέτω αυτό που θέλω μέσα από τη χρήση εικόνων, με σκοπό να τις εντάξω στον κόσμο του αναγνώστη. Με γλώσσα απλή, «καθημερινή», στοχεύω στην πρόκληση σοκ και την ταύτιση.

Πώς αντιλαμβάνεστε τη λογοτεχνία;

Δεν θεωρώ τη λογοτεχνία ούτε καθρέφτη του υπαρκτού κόσμου, ούτε ξεκομμένο αισθητικό κείμενο. Εμπνεόμενη από το υπάρχον, θα πρέπει να προχωρά παραπέρα. Να καταδεικνύει, να αναλύει, να αποδομεί, να δημιουργεί αμφιβολίες, να γίνεται φλόγα. Να μην παγιδεύεται σε εύκολες εκφραστικές μεθόδους (φλυαρία, χρήση πολλών επιθέτων και χαρακτηρισμών, βερμπαλισμό), αλλά μέσα από τη δημιουργία, να βρίσκει ακόμη και η ίδια το δικό της δρόμο. 

Ποιες είναι οι πιο σημαντικές επιρροές σας (εντός και εκτός λογοτεχνίας);

Ο «μοντερνισμός» του Τζέημς Τζόυς και οι εσωτερικοί μονόλογοι της Βιρτζίνιας Γουλφ, ο δίχως αυταπάτες κόσμος του Σάμουελ Μπέκετ, η διεισδυτική ματιά του Μισέλ Φουκώ, η «ποίηση της ήττας» του Βύρωνα Λεοντάρη, η τραγική μοναξιά του Κώστα Καρυωτάκη και τόσοι άλλοι που σημάδεψαν το χώρο με τη σκέψη τους.

Ποια η σχέση του βιώματος με τον ποιητικό λόγο;

Το βίωμα είναι η έμπνευση και ο ποιητικός λόγος η έκφρασή του.

Ποια είναι η σχέση της ποίησης και του ποιητή με την κοινωνία, τον πολιτισμό και την πολιτική;

Ο ποιητής, ως μέλος μιας συγκεκριμένης κοινωνίας, δεν μπορεί να είναι αποκομμένος από αυτήν. Είναι προϊόν της και, ανάλογα με τις καταβολές, τα διαβάσματα και την ιδιοσυγκρασία του, αναγκαστικά παίρνει θέση, ακόμη κι αν ισχυρίζεται το αντίθετο. Η απουσία θέσης, είναι κι αυτή μια θέση. Οπότε, ο ποιητής διαμορφώνεται από την κοινωνία, υποτίθεται ότι εντάσσεται σε αυτό που η κάθε κοινωνία ονομάζει «πολιτισμό» και εκφράζει τις πολιτικές του θέσεις, ακόμη και αν γράφει ερωτικά ποιήματα. 

Μπορεί η ποίηση να επιτελέσει αλλαγές στον άνθρωπο και στον κόσμο;

Η ποίηση μπορεί να αποτελεί είτε χάπι είτε όπλο. Σαν χάπι, αποκοιμίζει. Σαν όπλο, μπορεί να επιφέρει αλλαγές, να ταρακουνήσει συνειδήσεις, να συμβάλλει στην εξέλιξη σκέψης και δράσης. 

Υπάρχει λογοτεχνία σήμερα;

Φυσικά και υπάρχει. Και θα υπάρχει όσο υπάρχει το ανήσυχο πνεύμα, ένα περιβάλλον που το υποδαυλίζει και η μοναξιά του ανθρώπου μπροστά στην υπαρξιακή του αγωνία.



Πρώτη δημοσίευση: Ologramma.art - Culture | Art | Events

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025

Συνέντευξη του Γιάννη Λειβαδά στον Μιχάλη Κατσιγιάννη για το βιβλίο ‘Εχέγγυα της φύρας’

Συνέντευξη του Γιάννη Λειβαδά στον Μιχάλη Κατσιγιάννη για το βιβλίο ‘Εχέγγυα της φύρας’

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη




Είναι διαπιστωμένο ότι ο Γιάννης Λειβαδάς είναι ένα ξένο σώμα για τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνική πραγματικότητα – και ευτυχώς, για όσους έχουν γνώση της. Η ποιητική του αποτελεί όχι κάτι καινούργιο προφανώς αλλά κάτι το διαφορετικό, το εναλλακτικό, το «πραγματικό», ειδικά αν λάβει κανείς υπόψιν του τον κυρίαρχο – κατεστημένο – τρόπο με τον οποίο νοηματοδοτείται η ποιητική τέχνη. Αυτές ακριβώς τις παρατηρήσεις μπορεί να τις διαπιστώσει και να τις απολαύσει ο αναγνώστης σε όλο το έργο του ποιητή. Ωστόσο, στην τελευταία του ποιητική σύνθεση (όχι συλλογή), ‘Εχέγγυα της φύρας’ (2024, εκδ. Ίνδικτος), νομίζω ότι είναι παραπάνω ευδιάκριτες. Εξηγώ τι εννοώ, αφού αποσαφηνίσω τον τρόπο – αλλά και την αιτία – που θα ακολουθήσει εδώ ο μικρός μου λόγος.

Τα  ‘Εχέγγυα της φύρας’, του Γιάννη Λειβαδά, είναι ένα πόνημα που κατά τη γνώμη μου δεν γίνεται να πλησιαστεί  και ν' αναλυθεί από τον κριτικό μη γενικά, χωρίς να πέσει στο μέγα ατόπημα της φιλολογικής προσέγγισης. Και αυτό είναι κάτι που καταστρέφει κάθε κείμενο. Δηλητηριάζει ολόκληρη τη ζωή του. Στη συγκεκριμένη σύνθεση, ο εξωτερικός παράγοντας, δηλαδή ο κριτικός, δεν μπορεί και δεν έχει τίποτα να προσφέρει πέρα από ένα περίγραμμα, ένα σκαρίφημα, αφήνοντας τον αναγνώστη να διεισδύσει και να χαθεί – χωρίς οδηγό και ενδεχομένως, χωρίς σύντροφο – μέσα στο κείμενο και να εξάγει ο ίδιος, μόνος του, τα δικά του συμπεράσματα. Συνεχίζω λοιπόν.

Κάθε ποιητής προσφέρει – μεταξύ πάρα πολλών άλλων στοιχείων – μια αισθητική εμπειρία στο αναγνωστικό υποκείμενο. Όμως, η πείρα, η θεωρία, αλλά και ο (πάντοτε υποκειμενικός) κριτικός έλεγχος, μας δείχνουν ότι αυτή η αισθητική εμπειρία, πολλές φορές είναι ελαττωματική, προβληματική. Συχνά, οι ποιητές δεν δίνουν την απαραίτητη προσοχή στον λόγο που κατασκευάζουν και εκφωνούν, δεν δίνουν τη δέουσα σημασία στο δημιουργικό τους εγχείρημα. Θέλω να πω, δεν είναι λίγες οι φορές που βλέπουμε τα κείμενα να αντιμετωπίζονται – από τους δημιουργούς τους – ως αντικείμενα. Έτσι, παρατηρούμε συχνά – δυσλειτουργικές – γραφές που άλλοτε δεν είναι ολοκληρωμένες, άλλοτε είναι συναρμολογημένες με πρόχειρο τρόπο, άλλοτε βρίθουν από – επί τούτου – εξω-λογοτεχνικά χαρακτηριστικά και άλλοτε πασχίζουν να δείξουν μια υπεροχή χωρίς όμως πρώτα να «επιχειρηματολογούν» – με ποιητικό θάρρος κι ένταση – γι’ αυτή με τον λόγο τους.

Κακώς θα με ψέξει ο αναγνώστης, αν μου πει ότι ενώ γράφω για το κείμενο ενός συγκεκριμένου ποιητή, μιλώ γενικόλογα για την εργασία άλλων. Η ποιοτική σύγκριση και κριτική είναι η απάντηση: στα ‘Εχέγγυα της φύρας’, βλέπουμε τον Λειβαδά να είναι το ακριβώς αντίθετο ποιητικό παράδειγμα απ’ αυτό για το οποίο έγινε λόγος στην προηγούμενη παράγραφο. Ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με μία ολοκληρωμένη, μεστή, πολλαπλή, αλλά και πολύπλοκη αισθητική εμπειρία, από την οποία έχει μόνο να κερδίσει, αν βέβαια αποφασίσει ν’ αφεθεί σ’ ένα αβέβαιο ταξίδι. Συνεχίζω τις εξηγήσεις.

Τα ‘Εχέγγυα της φύρας’, είναι ένα βιβλίο που δεν είναι για μία χρήση. Για την ακρίβεια, νομίζω ότι επανανοηματοδοτεί την έννοια της χρήσης σχετικά με την ποίηση. Δεν έχει αρχή, μέση και τέλος δηλαδή σε ό,τι αφορά την υλική και ψυχοπνευματική σχέση του με τον – όποιο – αναγνώστη. Χρειάζεται πολλές επισκέψεις και θα πρόσθετα, πολλούς διαφορετικούς αναγνωστικούς προσανατολισμούς. Ωστόσο, κάθε φορά που επιστρέφω, υπάρχει ένα κοινό και πάγιο – λυτρωτικό – στοιχείο. Δημιουργείται στο μυαλό μου η αίσθηση – μια αίσθηση – συγκρουσιακής υφής και μεταμφιεσμένης πλάνης. Σαν μία μάζα ετερόκλητων λόγων, να μετασχηματίζονται συνεχώς μπροστά στα μάτια μου, να αλλάζουν φύση και θέση, χωρίς να μπορώ να καταλάβω τις διαδρομές που ακολουθούν και χαράζουν. Αυτό  είναι πολύ σημαντικό.

Πρόκειται για ένα ποιητικό κείμενο που θα το χαρακτήριζα δυσπρόσιτο και χωρίς φραγμούς, παραγωγικά επαναληπτικό και χωρίς ορατούς σκοπούς, δεξιοτεχνικά κρύφιο και χωρίς μίζερες παρεμβάσεις. Με άλλα λόγια, μια υβριδική ποιητική σύλληψη και επιτέλεση που δεν δείχνει στον αναγνώστη τι, γιατί και πώς να ακολουθήσει το κείμενο. Αφήνει στον αναγνώστη, όχι τον απαιτούμενο χώρο, αλλά τον προτρέπει θα έλεγα σε δημιουργία του δικού του αναγνωστικού χώρου. Και θεωρώ ότι αυτό είναι ένα από τα πολύ σημαντικά κι ευχάριστα – δομικά – χαρακτηριστικά του βιβλίου.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον ποιητή για την απόφασή του να μου παραχωρήσει τη συνέντευξη που παραθέτω εδώ. Τέλος, μία επισήμανση προς τον αναγνώστη. Το κείμενο της παρακάτω συνέντευξης είναι χρήσιμο να αναγνωστεί έχοντας πάντα στο νου ότι η συνέντευξη, ως εργαλείο, γειώνει – με την αρνητική έννοια – το συζητούμενο αντικείμενο.

 

 

Τι είναι τα ‘Εχέγγυα της φύρας’; Δώστε –όσο γίνεται–  μια εσωτερική διάσταση.

 

Εξωτερική δεν διαθέτει, ούτως ή άλλως, εκτός κι αν φέρει στο μυαλό του κανείς τη χρηστικότητα του εντύπου, συνεπώς θα μπορέσει τότε να κάνει λόγο, αστειευόμενος, για εξωτερικό αντικείμενο.

Όπως είναι γραμμένο και στο σημείωμα παρουσίασης του έργου, τα Εχέγγυα της Φύρας αποτελούν επιπλέον εισαγωγή στην εκκρεμότητα της ποίησης. Η γελοιώδης τραγωδία του συλλογισμού όπου ανά μη τακτά διαστήματα υπερτερεί πότε η γελοιότητα και πότε η τραγωδία. Ας μείνουμε σε αυτό μολονότι θα μπορούσαμε να θίξουμε κάτι άλλο, όπως, λόγου χάρη, κάτι που δεν υπάρχει, η λειτουργία της πνευματικότητας σε μια ανθρωπότητα που αποδίδει τα πάντα σε δικαίωμα ή προδιάθεση.

 

Ποια η διαφορά μεταξύ ποιητικής συλλογής και ποιητικής σύνθεσης;

 

Απαντώ δίχως σκέψη μεταφέροντας εδώ το ανολοκλήρωτο λήμμα που έγραψα το 2003: Στην ποίηση σύνθεση ονομάζεται η δημιουργία ποιήματος μέσω εκτενούς, διαδοχικού συλλογισμού, όπου λειτουργούν ενώσεις και διαχωρισμοί, όπου αποδίδεται ένα αντικείμενο το περιεχόμενο του οποίου απλοποιείται, ελαχιστοποιείται ως προς τη σχέση και τη λειτουργία του με το αντικείμενο, καθιστώντας το δημιουργούμενο. Ένα εκτενές, πολυσέλιδο κείμενο (παραθέσεων, συγκρίσεων ή αποτυπώσεων), δεν αποτελεί σύνθεση, μα εκτενές, πολυσέλιδο κείμενο, εκτός από την περίπτωση όπου πρόκειται για ανάλυση, δηλαδή για το αντίθετο της σύνθεσης. Θα προσθέσω πως στη σύνθεση αποδίδεται επίσης ένα περιεχόμενο του οποίου το αντικείμενο, καθίσταται δημιουργούμενο. 

 

Πιστεύετε πως η επίδραση των κοινωνικών δεδομένων στην ποίηση είναι κανονιστική;

 

Διόλου. Ισχύει το αντίθετο. Υπάρχουν λογιών-λογιών εσχατολογίες συνεπώς τα μέλη της κοινωνίας έχουν δυνατότητα αμέτρητων επιλογών. Ο άνθρωπος δεν χρειαζόταν να τοποθετήσει το πρόθεμα «αυτο-» στον όρο της καταστροφής. Αναρωτιέμαι αν υπήρξε ποτέ λυτρωτική απόπειρα που να μην αποτέλεσε σε κάποιον βαθμό δυσφήμιση της ανθρώπινης φύσης. Δεν έχω καμία διάθεση να ασχοληθώ με τις ψευδείς αποκαταστάσεις της Δεξιάς ούτε έχω λόγους να ενστερνιστώ τον αναγεννημένο σκοταδισμό της Αριστεράς. Η ανθρωπότητα κινδυνεύει να μετατραπεί σε θεοκρατία, ο ενστερνισμός της βαρβαρότητας είναι εντυπωσιακός, η υιοθέτηση του ψεύδους συναντάται σχεδόν παντού και αυτό το κατόρθωμα δεν επιτυγχάνεται από το κέντρο κάποιας σκοτεινής εξουσίας μα είναι αποτέλεσμα ιδεολογικού ξεπεσμού, διαστρέβλωσης της έννοιας της ελευθερίας και της δικαιοσύνης από εκείνους που πρωτοστατούν υπέρ αυτών των ιδανικών εδώ και δεκαετίες. Τα περισσότερα από τα κοινωνικά δεδομένα είναι απότοκα θεσμοποιημένων φαντασιώσεων. Επί τίνος, με βάση τί, μπορεί να μιλά κανείς για κοινωνία;

 

 

Τα ‘Εχέγγυα της φύρας’ είναι συλλογική –με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει– γραφή;

 

Υπό την έννοια πως αφορά, ναι, οπωσδήποτε, υπό την έννοια πως ενδιαφέρει, όχι, γι’ αυτό όμως, παραδόξως, φροντίζει το μέλλον. Το «συλλογικό» είναι απότοκο, δεν είναι αιτία ούτε βάση. Εστιάζω στην αιτία και τη βάση.

 

Εργαστήκατε με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι συνήθως;

 

Ναι, τόσο στην ποίηση όσο και στον τομέα της εργασίας. Δεν απέκλεισα ποτέ τίποτα και οι περισσότερες από τις επιλογές που έκανα αποδείχθηκαν έγκαιρα άστοχες παρότι ορισμένες απ’ αυτές υπήρξαν ανά διαστήματα αποδοτικές.

 

Τι σημαίνει για σας «κοινωνική παρουσία» και ποια είναι τα πιο ισχυρά δεδομένα της καθημερινότητας;

 

Δεν έχω κοινωνική παρουσία, δεν τη χρειάζομαι και προφανώς ουδείς άλλος έχει ανάγκη τη δική μου. Λειτουργώ οικειοθελώς σε απομόνωση. Ό,τι περιέχει και ό,τι σημαίνει αυτή η απομόνωση είναι τα ισχυρότερα δεδομένα.

 

 

Θα θέλατε να προσέξει κάτι συγκεκριμένο ο αναγνώστης; Και αν ναι, τι;

 

Ευρύτερα, όχι αποκλειστικά σε σχέση με το δικό μου έργο, ο αναγνώστης, κάθε αναγνώστης, δεν μπορεί παρά να κάνει του κεφαλιού του – το εννοώ κυριολεκτικά. Ίσως κάποτε αναρωτηθεί γιατί δεν έκανε αλλιώς.

 

Θεωρείτε – και για ποιους λόγους – ότι πρόκειται για ένα έργο-σταθμό;

 

Δεν μπορεί να είναι σημαντική μια ποίηση δίχως χαλιναγώγηση της συναισθηματικής ή όποιας άλλης αντίδρασης και δίχως την έκθεση των πάντων στο αδυσώπητο αδιέξοδο της γνώσης. Δεν πιστεύω κάτι μα σε κάθε περίπτωση δεν έχει την παραμικρή αξία το τι πιστεύω για το συγκεκριμένο έργο. Ζω άλλωστε τις μέρες του επόμενου. Αν μου επιτρέπετε, εντοπίζω σε άλλο σημείο κάποια δυνατότητα ποίησης: εάν το έργο δεν διαπνέεται έστω από αντιφάσεις που διαταράσσουν το αντικείμενο μα και το περιεχόμενό του, δεν μπορώ να δεχθώ πως είναι τουλάχιστον τίμιο, αυθεντικό.


Πρώτη δημοσίευση: Ologramma.art - Culture | Art | Events, 8 Οκτωβρίου 2025

Συνέντευξη της Αλήτις Τσαλαχούρη στον Μιχάλη Κατσιγιάννη

Συνέντευξη της Αλήτις Τσαλαχούρη στον Μιχάλη Κατσιγιάννη 


του Μιχάλη Κατσιγιάννη


 

Η Αλήτις Τσαλαχούρη γεννιέται στην Καμίνα της Κεντρικής Αφρικής-Από το 1974 ζει στην Ελλάδα-Εργάζεται από δεκαέξι ετών σε εφημερίδες και περιοδικά στο τμήμα της διόρθωσης-Αποχωρεί για λόγους ψυχικής υγείας το 2010-Σπουδάζει στη Σχολή Σταυράκου- Σκηνοθεσία-Αναγκαστικά-Γιατί δεν υπάρχει τμήμα σεναρίου-Που πραγματικά την ενδιαφέρει-Και πραγματοποιεί μία ταινία μικρού μήκους “Οι δρόμοι περνάνε μέσα από τις πόλεις” βασισμένη σε διήγημα του Μπουκόφσκι- Η οποία παίζεται στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας-Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές-Όλες στις εκδόσεις της Οδού Πανός-Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα (2016)-Το Κάθαρμα (2020)- Ο Σάκος του Μποξ (2025)-Τον Φεβρουάριο του 2024-Για πρώτη φορά-παρουσιάζονται στο Θέατρο Τέχνης υπό τον τίτλο ‘’Χάρτινα Τραγούδια’’-Τέσσερα τραγούδια σε στίχους της-Με μουσική του αδερφού της-Συνθέτη- Φίλιππου Τσαλαχούρη και την ηθοποιό Λουκία Μιχαλοπούλου-Η πρώτη εκτέλεση των τραγουδιών είχε γίνει με τη φωνή της Λένας Κιτσοπούλου-Τον Απρίλιο του 2024- Παρουσιάζει για πρώτη φορά στο YouTube τη συλλογή της ‘‘Μια ωραία πεταλούδα’’- Πεζοποιήματα με τη συνοδεία μουσικής-Τη γραφή της την ονομάζει ‘‘πεζοποίηση γραμμένη σαν τηλεγράφημα’’ και δεν περιέχει σημεία στίξης-Τη στίξη την κατάπιε η ψυχιατρική αγωγή-Αφήνοντας μόνο μία παύλα-

Στη συνέντευξη που ακολουθεί η Αλήτις Τσαλαχούρη δίνει τις απαντήσεις της σχετικά με τη λογοτεχνία και το έργο της. Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την ποιήτρια για την απόφασή της να μου παραχωρήσει τη συνέντευξη που παραθέτω εδώ. Τέλος, μία επισήμανση προς τον αναγνώστη. Το κείμενο της παρακάτω συνέντευξης είναι χρήσιμο να αναγνωστεί έχοντας πάντα στο νου ότι η συνέντευξη, ως εργαλείο, γειώνει – με την αρνητική έννοια – το συζητούμενο αντικείμενο.

 

Πώς προσεγγίζετε τη γραφή;

 

-Από παιδί βλέπω τη γραφή ως προσωπική λύτρωση-Αυτό είναι η ποίηση για μένα-Προσωπική λύτρωση-Παρόλο τον επίπονο δρόμο της-Διασώζω με αυτήν το τομάρι μου και την ψυχή μου-Στα ‘’χαρακώματα’’ του απάνθρωπου κόσμου της ανθρωπότητας-Από την πλευρά της τεχνικής και της φόρμας-Η γραφή μου υιοθετεί την τεχνική της πεζοποίησης γραμμένης σαν τηλεγράφημα-Λείπουν εντελώς τα σημεία στίξης-Υπάρχει μόνο μία παύλα-Αυτό συνέβη ως αποτέλεσμα της ψυχιατρικής μου αγωγής-Μου ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ στη στίξη- Που είναι μια πολύ σοβαρή διαδικασία-Παρέμεινε όμως η παύλα-Αυτή μεταφέρει τη σιωπή-Τις παύσεις-Τους κραδασμούς-Και την ένταση της ποίησής μου-Υπάρχει-δηλαδή-Μια εσωτερική στίξη-Που στον σύντομο-Κοφτό-τηλεγραφικό λόγο-Και με έναν κανόνα σχεδόν μουσικό-Μεταφέρει τις ιστορίες της ποίησής μου και τις κραυγές τους- Η ποίησή μου στο μεγαλύτερο μέρος της είναι ιστορίες ανθρώπων-Που ζουν στο σκότος των ψυχιατρείων-Των επειγόντων των νοσοκομείων-Των κρατητηρίων-Των διαμερισμάτων-Που φωτίζει μόνον η τηλεόραση-Των γηροκομείων-Στη Μητρόπολη των Θαυμάτων και της Απελπισίας-Της βίας και της μοναξιάς- Όπως ονομάζω την Αθήνα-Είναι ιστορίες που μπορείς να βρεις μόνο στα μονόστηλα των εφημερίδων-Στα μονόστηλα-Που βάζουν οι συντάκτες ύλης στις εφημερίδες-Για να ‘’κλείσει’’ όπως όπως η σελίδα.

 

Πώς αντιλαμβάνεστε τη λογοτεχνία;

-Τη λογοτεχνία- Την ποίηση- Τις θεωρώ στον κόσμο της ανθρωπότητας-Όπου καλλιεργείται η απάθεια ως αρετή-Επαναστατική πράξη-Είναι ένας τρόπος να διεκδικηθεί η ελευθερία του λόγου και της σκέψης-Να ειπωθούν όσα δεν ειπώνονται σε δικό τους χωροχρόνο και στο υποσυνείδητο-Να αμφισβητηθούν κάθε μορφής εξουσία και φασισμός-Να εκφραστεί η ομορφιά-Που δυστυχώς- όπως είπε ο Ντοστογιέφσκι- δεν θα σώσει τον κόσμο-Αλλά μπορεί να σώσει μια ανθρώπινη ψυχή-Που μπορεί να βλέπει την Ομορφιά-στον κόσμο των ανθρώπων-Η λογοτεχνία δεν μπορεί να διαπλέκεται με την  εξουσία-Πρέπει να αμφισβητεί την εξουσία-Να είναι πολιορκητικός κριός για να προειδοποιεί- να επισημαίνει-να υπογραμμίζει τον εφιαλτικό κόσμο πριν αυτός ξημερώσει-Να σκιαγραφεί την ανθρώπινη ψυχή στα πάθη και στα όριά της-Που υπάρχει φόβος κι αναστολές να αγγιχτούν-

 

Ποιες είναι οι πιο σημαντικές επιρροές σας (εντός και εκτός λογοτεχνίας);

 

--Η ποίησή μου είναι επηρεασμένη από τους Αμερικανούς μπιτ ποιητές-Αλλά αγαπώ με πάθος πολλές γραφές-Που σίγουρα η καθεμιά την έχουν επηρεάσει-Ο κατάλογος είναι μακρύς- Υπάρχουν ακόμη επιρροές απ’ τη ραπ μουσική-Ξέρω πως ξενίζει αυτό-Αλλά πεποίθησή μου είναι πως υπάρχουν σπουδαίες ποιητικές φωνές στη ραπ μουσική- Κουβαλάω ακόμη τη μεγάλη μου αγάπη στον κινηματογράφο και στη σεναριακή γραφή-Στις δύο παρουσιάσεις που έκανα στην πρώτη μου συλλογή-Μου επισήμαιναν-Πως τα ποιήματά μου είναι σαν μικρού μήκους ταινίες-Η ποίηση μου όμως- πάνω απ’ όλα-βιώνει την πραγματικότητα Και τη βιώνει με έντονο τρόπο-Κάποιοι μου έχουν πει πως είναι σπαρακτικός-Μπορεί να έχουν δίκιο-Όλα μου τα ποιήματα είναι βιωμένα σε αυτόν τον απάνθρωπο κόσμο-Γράφω σε ένα ποίημα μου- Δανειζόμενη τα λόγια του μονάκριβου Σοπενχάουερ-Πως-‘’Αν τον κόσμο τον έφτιαξε ο Θεός- Δεν θα ήθελα να ήμουν αυτός-Η δυστυχία του θα μου είχε σπαράξει την ψυχή- Όμως τον κόσμο δεν τον έφτιαξε αυτός-Αλλά μια Έκρηξη Μεγάλη στο Κενό-Μία συμπύκνωση της ύλης τρομερή-Νετρόνια και άτομα-Κι ένα παγιδευμένο φως’’

 

Τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης από την ποίησή σας;

 

-Τη συγκίνηση-Να νιώσει πως η ποίηση που έχει γραφτεί έχει βιωθεί- Πως δεν αποσκοπεί σε εντυπωσιασμούς-Δεν θολώνει τα νερά για να φαίνονται βαθιά-

 

Ποια είναι η σχέση της ποίησης και του ποιητή με την κοινωνία, τον πολιτισμό και την πολιτική;

 

-Δεν πρέπει να ζει σε φιλολογικούς κύκλους-Ούτε στην ασφάλεια των παρουσιάσεων και του λογοτεχνικού σιναφιού-Ο ποιητής- όπως γράφει ο Ρεμπό στις επιστολές του Ορατικού- είναι κλέφτης φωτιάς-Η ζωή είναι στο δρόμο και στην επιβίωση-Στην κοινωνία που υποφέρει να βγάλει το μήνα-Στον κόσμο των πολέμων-των διακρίσεων και της φτώχειας--Στη γενοκτονία που συντελείται στη Γάζα δύο χρόνια- τώρα-Μπροστά στα μάτια μας- υπό τα απαθή βλέμματα της διεθνούς κοινότητας-Ο πολιτισμός- και ο ποιητής ως φορέας αυτού του πολιτισμού-δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς να είναι ενεργοί στην πολιτική αμφισβήτηση και στον αγώνα κατά κάθε μορφής εξουσίας και φασισμού-Ο πολιτισμός και ο ποιητής πρέπει να κηρύττουν την ελευθερία και την ισότητα για όλους-όλες-ολ@-Μόνο με αυτόν το ρόλο αποκτούν το νόημά τους-Οι συναγελασμοί των ανθρώπων του πολιτισμού με την εξουσία είναι θλιβεροί…..

 

Υπάρχει λογοτεχνία σήμερα;

 

Βέβαια υπάρχει-Γράφονται σπουδαία βιβλία και στον κόσμο και στην Ελλάδα-Το περασμένο χειμώνα διάβασα τους ‘’Αθέατους’’ του Αλέν Νταμαζιό- ένα βιβλίο-μοναδικό σύμπαν-Πραγματική αποκάλυψη- Και στην Ελλάδα -γράφονται σημαντικά βιβλία και επειδή μου αρέσει πολύ να θαυμάζω Δεν χάνω την ευκαιρία να το εκφράζω διαδικτυακά γιατί μένω μακριά από την Αθήνα-Στις γραφές που με συγκινούν και με συναρπάζουν-Χαίρομαι πραγματικά για τις εκδοτικές επιτυχίες ή βραβεύσεις ομότεχνων- παρόλο που πιστεύω πως τα βραβεία δίνουν μια προσωρινή ακτινοβολία και όλα θα κριθούν από το χρόνο-Υπάρχει όμως ένα μείζων ζήτημα-Προβάλλονται περισσότερο από τα σχετικά λογοτεχνικά μέσα- και όχι μόνο- οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι και τα προβεβλημένα ονόματα ενώ υπάρχει και έντονο το στοιχείο της παρελθοντολαγνείας-Αλλά αυτό είναι το κατεστημένο σύστημα-Και μοιάζει δύσκολο να υπερκεραστεί-Θα πρέπει να αναζητείται και να δίνεται η ευκαιρία- Και στους μικρότερους εκδοτικούς οίκους-Σε αυτοεκδόσεις- Σε διαδικτυακές ποιητικές συλλογές και πεζογραφία- Σε αυτοεκδόσεις της σλαμ ποίησης-Δυστυχώς δεν τρέφω καμιά αισιοδοξία ότι θα αλλάξει ποτέ αυτό το σκηνικό- Αφορά όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής της χώρας-Στην οποία υπάρχει μεγάλη ροπή στη δημιουργία συστημάτων  εξουσίας και νεποτισμού-Ακόμη και σε χώρους που δεν το περιμένεις να συμβαίνει-Κι όμως συμβαίνει-Οι οποίοι ευαγγελίζονται τον πλουραλισμό και την ελεύθερη έκφραση-Ο καθένας δηλαδή και το ‘’μαγαζί’’ του-Και σε αυτό ευθύνονται πολλοί-Όχι μόνο αυτοί που κατέχουν τις θέσεις ευθύνης-Αλλά και αυτοί που επιλέγουν να επιβιώνουν ως δορυφόροι-Ασκώντας καλά την  ‘’τέχνη’’ των δημοσίων σχέσεων-Θέλω τέλος να σημειώσω-Πως με τις αιτιάσεις ότι γράφεται πολλή ποίηση στην Ελλάδα-Δεν συμφωνώ-Είναι προτιμότερο να γράφεται πολλή ποίηση από το να υπάρχουν βία κι ασχήμια-Στο τέλος- όπως ανέφερα και παραπάνω-ο χρόνος θα κρίνει και μόνον ο χρόνος-Ποια ποίηση θα επιβιώσει στις ψυχές των αναγνωστών.

Σας ευχαριστώ βαθιά


Πρώτη δημοσίευση: Ologramma.art - Culture | Art | Events, 18 Αυγούστου 2025

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025

Συνέντευξη της Νάνσυ Αγγελή στον Μιχάλη Κατσιγιάννη για το βιβλίο "Η νοητή ευθεία που ενώνει ένα σώμα μ' ένα άλλο"

Συνέντευξη της Νάνσυ Αγγελή στον Μιχάλη Κατσιγιάννη για το βιβλίο "Η νοητή ευθεία που ενώνει ένα σώμα μ' ένα άλλο"

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


 

Η συλλογή (μικρο)διηγημάτων της Νάνσυ Αγγελή, με τίτλο ‘Η νοητή ευθεία που ενώνει ένα σώμα μ' ένα άλλο’, αποτελεί μία πολύ ιδιαίτερη λογοτεχνική – αλλά και ευρύτερα αισθητική – προσέγγιση. Στη συλλογή παρατηρείται η κυκλοφορία ερεθισμάτων που δεν γίνονται απλώς αντικείμενα προς κατανάλωση από μέρους του αναγνώστη, αλλά μπορούν να μεταβάλλουν τον τρόπο με τον οποίο θα ενεργοποιηθεί και θα λειτουργήσει η πρόσληψη. Θα αποπειραθώ να εξηγήσω αυτή τη σημαντική λογοτεχνική συνθήκη μέσω δύο – γενικών – περιπτώσεων/κατηγοριών που διακρίνω.

Πρώτη περίπτωση: η Αγγελή αναστοχάζεται και διερευνά πάνω σε ζητήματα που άπτονται της συγγραφικής τέχνης και τεχνικής (αλλά και πράξης και πρακτικής), επιχειρώντας τόσο να παραμείνει εντός ανοικτών – καλλιτεχνικών – ερωτημάτων όσο και να οικειοποιηθεί και να εκμεταλλευθεί εναλλακτικούς τρόπους λογοτεχνικής παρέμβασης. Αναφέρω ενδεικτικά κάποια από τα (μικρο)διηγημάτα που θεωρώ χαρακτηριστικά για την πρώτη περίπτωση: Πρωί, Η συνάντηση (Προσχέδιο σουρεαλιστικής αφήγησης), Τα σεμινάρια, Ψάχνοντας για δουλειά.

Δεύτερη περίπτωση: παρατηρούμε τη συγγραφέα να ασχολείται ενεργά πάνω σε ποικίλα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά ζητήματα, αναδεικνύοντας με αυτή της την προτίμηση και πρόταση – αλλά ενδεχομένως και μεθοδολογία μέχρι ενός σημείου – το γεγονός ότι η λογοτεχνική γραφή είναι ικανή να εκφράσει τα μύχια του κόσμου, με έναν τρόπο τόσο εναλλακτικό όσο και ολοκληρωμένο. Αναφέρω ενδεικτικά κάποια από τα (μικρο)διηγημάτα που θεωρώ χαρακτηριστικά για τη δεύτερη περίπτωση: Φοίνικες, Το σπίτι, ο παππούς, Ιδιοκτησία.

Κλείνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω τη συγγραφέα για την απόφασή της να μου παραχωρήσει τη συνέντευξη που παραθέτω εδώ. Τέλος, μία επισήμανση προς τον αναγνώστη. Το κείμενο της παρακάτω συνέντευξης είναι χρήσιμο να αναγνωστεί έχοντας πάντα στο νου ότι η συνέντευξη, ως εργαλείο, γειώνει – με την αρνητική έννοια – το συζητούμενο αντικείμενο.

 

Συνέντευξη με τη Νάνσυ Αγγελή

 

Πώς αντιλαμβάνεστε τη γραφή;

 

Ως μέσο επιβίωσης, θα έλεγα, με την έννοια πως μου εξασφαλίζει τα προς το ζην. Και φυσικά δεν εννοώ οικονομικά… 

 

Θα μπορούσατε να παραθέσετε έναν ορισμό για το μικροδιήγημα;

 

Το μικροδιήγημα είναι ένας μηχανισμός ακριβείας: Όταν είναι γραμμένο όπως πρέπει, τίποτα δεν να περισσεύει, όλα λειτουργούν στην εντέλεια.

 

Γιατί επιλέξατε να καταπιαστείτε με αυτό το είδος;

 

Παρότι μεγάλωσα με μυθιστορήματα, τα οποία αγαπούσα πολύ ως έφηβη, η μικρομυθοπλασία με γοήτευσε απ’ την πρώτη στιγμή που ήρθα σε επαφή μαζί της, από τα πρώτα δείγματα του είδους που διάβασα. Νομίζω πως το συγγραφικό είδος με το οποίο επιλέγει κανείς να καταπιαστεί, έχει να κάνει και με την ιδιοσυγκρασία του γράφοντα. Ο αντιθετικός σε πρώτη όψη συνδυασμός συντομίας και εμβρίθειας παράλληλα, με γοητεύει και με εξιτάρει τόσο συγγραφικά, όσο και ως αναγνώστρια.  

 

Ποιες θα λέγατε ότι είναι οι θεματικές του βιβλίου σας ‘Η νοητή ευθεία που ενώνει ένα σώμα μ' ένα άλλο’;

 

Η μοναξιά και η απομόνωση που απορρέουν από τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Υπάρχει μια ανάγκη σύνδεσης, πρόκειται όμως για μια σύνδεση αισθηματική που αναζητάμε, καθώς δίκτυα υπάρχουν πολλά και, κατά τα φαινόμενα, είμαστε πιο συνδεδεμένοι από ποτέ. Ταυτόχρονα νιώθουμε πιο μόνοι από ποτέ κι αυτό είναι το παράδοξο. Ζούμε σε καιρούς κοινωνικής δυστοπίας και το βιβλίο αντανακλά κατά κάποιο τρόπο αυτή ακριβώς την αίσθηση δυστοπίας.     

 

Μπορείτε να εξηγήσετε τον τίτλο;

 

«Η νοητή ευθεία που ενώνει ένα σώμα μ’ ένα άλλο», είναι ακριβώς αυτή η αμοιβαία σύνδεση παρά τη γεωγραφική και συναισθηματική απόσταση. Μας συνδέουν άυλοι δεσμοί και νήματα, δεν είμαστε όμως πάντα σε θέση να τα ανιχνεύσουμε. Μου φαίνεται ανακουφιστική η σκέψη πως, κατά κάποιο τρόπο, μας συνδέει όλους, κυριολεκτικά, μια νοητή ευθεία, σαν αυτή που θα σχεδίαζε κανείς πάνω σ’ ένα χάρτη.   Παράλληλα, και οι ιστορίες του βιβλίου συνδέονται μεταξύ τους, καθώς κατά κάποιο τρόπο αποτελούν όλες μια προειδοποίηση κινδύνου ή μια ‒σιωπηλή‒ κραυγή βοήθειας. Πεθαίνει κανείς συχνά από μοναξιά ή από θλίψη.    

 

Στο συγκεκριμένο βιβλίο, φαίνεται να εντρυφάτε στα καθημερινά, στα θεωρούμενα ως ασήμαντα και μικρά.

 

Ναι, το μικρό και το ασήμαντο είναι πολλές φορές αποφασιστικής σημασίας. Κι άλλωστε, ζούμε συνήθως έναν μικρό κι ασήμαντο βίο, απ’ τον οποίο πηγάζουν όμως όλες μας οι εμπνεύσεις. 

 

Τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης από αυτό;

 

Αυτή είναι μια ερώτηση στην οποία δεν ξέρω πώς να απαντήσω… Ιδανικά, θα ήθελα οι αναγνώστες να κρατήσουν το βιβλίο στη βιβλιοθήκη τους με τη διάθεση να επιτρέψουν ίσως κάποια στιγμή σε αυτό.

 

Μετριέται, άραγε, η απόσταση;

 

Η δική μου προσωπική εμπειρία μου λέει πως, μάλλον όχι. Ή τουλάχιστον όχι με βάση τις συμβατικές μονάδες μέτρησης…

 

Υπάρχει σήμερα λογοτεχνία;

 

Σίγουρα υπάρχει λογοτεχνία σήμερα. Ίσως μάλιστα να υπάρχει υπερπληθώρα λογοτεχνίας (καλής και κακής), κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τον οποίο υπάρχει υπερπληθώρα στα πάντα. Έτσι, το δύσκολο είναι να ξεχωρίσει κάποιο έργο, να μην περάσει απαρατήρητο ή να μην καταλήξει, επί της ουσίας, ανύπαρκτο ή αόρατο, πράγμα που συμβαίνει τις περισσότερες φορές. 


Πρώτη δημοσίευση: εξιτήριον – ψηφιακές εκδόσεις ανοικτού περιεχομένου, 11 Ιουλίου 2025

Συνέντευξη της Γιώτας Τεμπρίδου στον Μιχάλη Κατσιγιάννη για το βιβλίο "Διαδοχικές ασυνέχειες"

Συνέντευξη της Γιώτας Τεμπρίδου στον Μιχάλη Κατσιγιάννη για το βιβλίο "Διαδοχικές ασυνέχειες" 


του Μιχάλη Κατσιγιάννη


 

Στη συλλογή μικρο-διηγημάτων της Γιώτας Τεμπρίδου με τίτλο ‘Διαδοχικές ασυνέχειες’, διαβάζω έναν λόγο αναίρεσης, πλήγματος, κριτικής και μετασχηματισμού. Αυτή η διατύπωση αρκεί από μόνη της – μέχρι ενός σημείου – για να μας βάλει στο κλίμα της γραφής της Τεμπρίδου και να μας δώσει μια αίσθηση για τη διάθεση και τη δράση της. Η συγγράφισσα αγγίζει ποικίλα θέματα και σχολιάζει διάφορες ιδιότητες – δυνητικές και μη – ανθρώπων με έναν τόνο κι έναν λόγο όχι παθητικού εντοπισμού αλλά ενεργητικού σχολιασμού. Έτσι, έρχεται κανείς/καμιά σε επαφή με σώματα σε πίεση, με ζωές σε απειλή και ανησυχία, με τον ‘άλλο’ (βλ. τη Λένα, στο ‘Γονικά’, μια άλλη (;) Λένα στο ‘Τα τελευταία λόγια της’, τον Κώστα, στο ‘Στιλ’, τον Γρηγόρη, στο ‘Ασθενείς και τραύματα’ και άλλους/ες χαρακτήρες – που είτε κατονομάζονται ρητά είτε όχι).

Στα κείμενα της συλλογής παρατηρείται η δράση – αλλά και η αυξανόμενη ανάπτυξη – μιας φιλοσοφικής, στοχαστικής γραφής που διερευνά τα πεδία και της διαστάσεις – όχι μόνο – του υπαρκτού και μελετά με έναν ιδιαίτερο – επιτελεστικό – τρόπο τις τροχιές της σκέψης, της παρατήρησης, της φαντασίας και του βιώματος. Η Τεμπρίδου χειρίζεται εύστοχα τη μικρή φόρμα και ελίσσεται ποικιλοτρόπως. Ασχολείται με τον λόγο (της) κάνοντας κάτι σημαντικό: αντί να δίνει προτεραιότητα και αποκλειστικότητα στα – σημαντικά μεν αλλά περιορισμένης δράσης – εργαλεία της διαπίστωσης, της παράθεσης και της περιγραφής, μοιάζει να αρνείται την ασφάλεια και τη στασιμότητά τους και προχωρά στην τολμηρή και ριψοκίνδυνη πρακτική της – ως επί το πλείστον εγκρατούς – τοποθέτησης.

Σημαντικό είναι και το χαρακτηριστικό ότι οι ‘Διαδοχικές ασυνέχειες’, αν και πεζογραφικό – με την ευρεία αλλά και κατεστημένη έννοια – λογοτέχνημα κυριαρχούνται από έντονη, εσωτερική και ρευστή ποιητικότητα η οποία αλληλεπιδρά με μια ομαλότητα με τον αναλυτικό λόγο και διαχέεται σε όλες τις διαστάσεις των μικρο-διηγημάτων. Δεν αποτελεί δηλαδή απλώς ύφος, αλλά και τρόπο.

Ακόμη, στις σελίδες των ‘Διαδοχικών ασυνεχειών’, βλέπω εύγλωττα και μινιμαλιστικά μικρο-διηγήματα που μέσα από μια λιτή και απλή έκφραση καταφέρνουν να ελκύσουν, αλλά και να προκαλέσουν, τον/την αναγνώστη/στρια. Πιο συγκεκριμένα, οι ‘Διαδοχικές ασυνέχειες’ φαίνεται να μην λειτουργούν υπό τον απόλυτο έλεγχο του συγγραφικού υποκειμένου, αλλά πιο συλλογικά, και να διαμορφώνουν ένα συνεργατικό πλαίσιο εντός του οποίου η γραφή δεν εξουσιάζει. Η γραφή της Τεμπρίδου δίνει άπλετο χώρο και χρόνο στον/στην αναγνώστη/στρια χωρίς να τον/την υποβάλλει σε περίκλειστα λογοτεχνικά – συγγραφοκεντρικά – μονοπάτια και χωρίς να τον/την περιορίζει σε σταθερές και μονοσήμαντες ερμηνευτικές προοπτικές.

Και κάτι πολύ σημαντικό: η – με την καλή έννοια – αποτελεσματική εκμετάλλευση του περιεχομένου του εν λόγω βιβλίου από μέρους των αναγνωστών/στριών μπορεί να συμβεί μέσα από τη διάρρηξη μιας πολύ συνηθισμένης, ενοχλητικής και τοξικής – στην ουσία της – σχέσης. Τι εννοώ; Οι άνθρωποι που ζουν εντός των ιστοριών των ‘Διαδοχικών ασυνεχειών’, είναι καλύτερο να γίνουν αντιληπτοί όχι ως ελλειμματικοί ή/και ποικιλοτρόπως πάσχοντες. Αυτό θα ήταν μεγάλο κρίμα. Δε θέλουν απλώς να μιλήσουν – δηλαδή να υπάρξουν απλώς ως μαριονέτες μέσα σ’ ένα ψυχαναλυτικό κλίμα κακοποίησης – αλλά και να ακουστούν, να αποκτήσουν δηλαδή μη πλασματική ορατότητα. Κι εδώ είναι που κρύβεται ο ρόλος του/της αναγνώστη/στριας, ο/η οποίος/α καλείται να υιοθετήσει και να διαχειριστεί έναν άλλον τρόπο συνύπαρξης και – κυρίως – αλληλεπίδρασης, μη κυριαρχικό, πατροναριστικό, χειριστικό και επιβαλλόμενο, να απολέσει το όποιο αίσθημα υπεροχής και να αμφισβητήσει τα κανονικοποιητικά πλαίσια δράσης.

Κλείνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω τη συγγράφισσα για την απόφασή της να μου παραχωρήσει τη συνέντευξη που παραθέτω εδώ. Τέλος, μία επισήμανση προς τον/την αναγνώστη/στρια. Το κείμενο της παρακάτω συνέντευξης είναι χρήσιμο να αναγνωστεί έχοντας πάντα στο νου ότι η συνέντευξη, ως εργαλείο, γειώνει – με την αρνητική έννοια – το συζητούμενο αντικείμενο.

 

Συνέντευξη με τη Γιώτα Τεμπρίδου

 

Πώς προσεγγίζετε τη γραφή;

 

Με αγάπη, όσο γλυκανάλατο κι αν ακούγεται αυτό. Και με λαχτάρα· και σεβασμό. Μου φαίνεται πως φέρομαι στα κείμενα σαν να είναι μωρά καμιά φορά: τα βλέπω να μεγαλώνουν και συγκινούμαι, τ’ αφήνω να πάρουν τον δρόμο τους και παρατηρώ τον απογαλακτισμό τους. Μια άλλη απάντηση θα ήταν: ως φανατική αναγνώστρια.

 

Τι είναι το μικρο-διήγημα;

 

Είδος στο οποίο διαπρέπουν οι ισπανόφωνοι. Η μικρότερη φόρμα της πεζογραφίας. Δεν είναι πάντως η παιδική ηλικία του μυθιστορήματος, άσκηση δηλαδή η προθάλαμος της μεγάλης φόρμας. Είναι ένα αύταρκες λογοτεχνικό σύμπαν, με πολυποίκιλα κατάφορτα δέντρα.

 

Τι σας ελκύει σε αυτό το είδος;

 

Η πυκνότητα κυρίως. Και που ένα μικρο-διήγημα μπορεί να διαβαστεί σε δευτερόλεπτα (στο πόδι, ανά πάσα στιγμή, όπου κι αν βρίσκεσαι), συνεχίζει όμως καμιά φορά να σε απασχολεί για χρόνια.

 

Ποιες θα λέγατε ότι είναι οι θεματικές των ‘Διαδοχικών ασυνεχειών’;

 

Οι κοινωνικές συμβάσεις, η έμφυλη βία, η φθαρτότητα, οι διακρίσεις, τα ανθρώπινα (κατορθώματα και κρίματα), ανάμεσα σε άλλα. Δεν τα θυμόμουν βέβαια όλα αυτά, πάνε χρόνια. Ξεφύλλισα το βιβλίο και μου φάνηκε πως τα διέκρινα στις σελίδες του.

 

Ως αφιέρωση υπάρχει το χαϊκού: «Για τη ζωή μου/που όλο ρωτάει να/βρει πώς γίνεται». Μπορείτε να το εξηγήσετε;

 

Ναι, αυτό το θυμάμαι καλά. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στη Ζωή, έγραψα όμως το όνομά της με πεζό αρχικό, για να πηγαίνει ο νους και στη ζωή που ζούμε. Δεν ήθελα να αποπροσανατολίσω, προσπαθούσα απλώς να μην περιορίσω την πρόσληψη. Είναι μια συγκεκριμένη αφιέρωση δηλαδή, που μπορεί να σημαίνει κάτι και για όσα άτομα δεν γνωρίζουν τη Ζωή, εμένα, τον κόσμο μας. Η συγκεκριμένη Ζωή λοιπόν, τα χρόνια εκείνα ρωτούσε συχνά πώς γίνεται το ένα και πώς γίνεται το άλλο – νομίζω μάλιστα πως δεν περίμενε συνήθως απάντηση, δεν ήταν η απάντηση που είχε σημασία. Το τελευταίο κομμάτι του παζλ είναι η φόρμα. Διάλεξα το χαϊκού γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση με εξυπηρετούσε. Αυτό που ήθελα να πω μπορούσε αβίαστα να απλωθεί σε τρεις στίχους, αποτελούμενους από πέντε, εφτά και πέντε συλλαβές, αντίστοιχα. Έτσι κι έγινε (απλώθηκε). Θεωρώ το χαϊκού πολύ δύσκολο είδος. Η λακωνικότητά του με κάνει να το σκέφτομαι καμιά φορά σαν μακρινό ξαδερφάκι του μικρο-διηγήματος. Η πειθαρχία που απαιτεί όμως είναι μια άλλη ιστορία.

 

Το βιβλίο έχει μια έντονη επιρροή από Κάφκα και Μπόρχες.

 

Δεν είμαι ειδική σε κανέναν από τους δύο, αν και τους έχω διαβάσει αρκετά. Τον Κάφκα μόνο από μετάφραση. Στους Λατινοαμερικανούς επιστρέφω συστηματικά – όχι στον Μπόρχες αποκλειστικά, είναι όμως τόσο πολυσχιδής που σχεδόν παντού μπορεί να έχει βάλει το χεράκι του. Ο χωρομέτρης των Διαδοχικών ασυνεχειών κατάγεται βέβαια από τον κόσμο του Κάφκα. Με τον τρόπο τους, περάσματα από το βιβλίο κάνουν κι άλλοι, όπως ο Αντώνης Σαμαράκης και η Μάργκαρετ Άτγουντ. Γενικά, η συνομιλία με τα κείμενα, αυτό που λέμε διακειμενικότητα, με γοητεύει πολύ.

 

Όλα τα κείμενα της συλλογής χαρακτηρίζονται από ‘ανοικτότητα’. Ήταν κάτι που το προσπαθήσατε;

 

Αν μιλάμε για ανοικτότητα στην ερμηνεία, σίγουρα. Μου είναι ζητούμενο. Δεν μ’ αρέσουν καθόλου τα κλειστά σχήματα/ συστήματα. Με κάνουν ν’ ασφυκτιώ.

 

Στις ‘Διαδοχικές ασυνέχειες’ αντικρίζω ποιητικότητα.

 

Έχουμε φάει ψωμί κι αλάτι με την ποίηση, μικρή κυλιόμουν μέσα της μετά μανίας, μετά ήρθε εκείνη μέσα μου. Βγαίνει προς τα έξω, φανερώνεται, χωρίς να το καταλάβω καλά καλά, δεν με ρωτάει, δεν με πειράζει, της έχω εμπιστοσύνη. Δεν σχεδιάζω να γράψω ποίηση πάντως. Αρκετά περίπλοκη είναι ήδη η σχέση μας.

 

Δίνετε κάποιους συγκριμένους στόχους στο βιβλίο;

 

Ένας στόχος ήταν να συγκοινωνούν μεταξύ τους τα κείμενα. Όχι όμως όλα με όλα και όχι συνεχώς με τον ίδιο τρόπο. Να μην είναι μονοδιάστατο το πράγμα δηλαδή, να μην είναι μονοκόμματο, συνεχές. Ν’ αποτελεί μια συλλογή, ταυτόχρονα όμως κάθε κομμάτι του να μπορεί να σταθεί και μόνο του. Κυρίως, να έχει κάτι να πει.

 

Οι ‘Διαδοχικές ασυνέχειες’ είναι γραφή από τα κάτω.

 

Μάλλον επειδή δεν έχω καμία σχέση με τους από πάνω.

(Ευχαριστώ πάντως γι’ αυτή την παρατήρηση.)

 

Θα μπορούσαν να γραφτούν ξανά οι ‘Διαδοχικές ασυνέχειες’;

 

Ασφαλώς. Μόνο που θα ήταν άλλες.

 

Ένα σχόλιο για τον χώρο της λογοτεχνίας (όχι του Maurice Blanchot).

 

Η λογοτεχνία θα μπορούσε και χωρίς χώρο.

 

Υπάρχει λογοτεχνία σήμερα;

 

Φυσικά και υπάρχει. Αν δεν υπήρχε, θα το είχα βάλει στα πόδια, δεν είναι και κανένα αριστούργημα ο κόσμος μας, να τον υπομένουμε στωικά. Εκείνο που μπορεί να μην υπάρχει είναι ο Παπαδιαμάντης (ο Φλομπέρ, ο Τολστόι…) του σήμερα. Αυτό όμως δεν είναι πρόβλημα. Έχουμε πάντα τον Παπαδιαμάντη του χθες, τον οποίο μπορούμε μάλιστα (εφόσον το θέλουμε) να διαβάσουμε με τα μάτια/ μυαλά/ εργαλεία του σήμερα. Αυτά που αναγνωρίζουμε ως αριστουργήματα του παρελθόντος δεν γίνεται να επαναληφθούν. Νέα αριστουργήματα θα προκύψουν, θα αργήσουμε να τα αναγνωρίσουμε ως τέτοια, θα δυσκολευτούμε καταρχάς να τα διακρίνουμε μέσα στο πλήθος· η παραγωγή τίτλων σήμερα είναι απελπιστικά μαζική. Μπορεί να είναι λίγο αποθαρρυντικό αυτό, ούτε κατά διάνοια δεν με τρομάζει όμως όσο το σενάριο μιας λογοτεχνίας που έχει πεθάνει.

 

Πρώτη δημοσίευση: Ποιείν - Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης, 2 Ιουλίου 2025

Συνέντευξη του ποιητή Γιάννη Λειβαδά στον Μιχάλη Κατσιγιάννη

Συνέντευξη του ποιητή Γιάννη Λειβαδά στον Μιχάλη Κατσιγιάννη

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


 

Ο Γιάννης Λειβαδάς είναι ένας ποιητής που δεν είναι εύκολο – για ποικίλους λόγους – να περάσει απαρατήρητος. Η ποιητική του αποτελεί μία καινοτόμα μέθοδο και ένα παράξενο, αινιγματικό αποτέλεσμα. Αυτό σημαίνει ότι ο Λειβαδάς είναι ένας ποιητής που για να τον εξιχνιάσει κανείς απαιτείται η βαθιά ενασχόληση – οριακά δέσμευση – από μέρους του αναγνώστη/μελετητή/κριτικού. Η γραφή του, πυκνή, αιχμηρή, ευμετάβλητη, έντονα δυσδιάκριτη και αποσυρμένη πότε βαθιά μέσα στον εαυτό της πότε στα μύχια των εξωτερικού περιβάλλοντος, μοιάζει να αναζητά το πώς της ανθρώπινης υπόστασής, το τι της δράσης της. Η ποιητική κίνηση του Γιάννη Λειβαδά αμφισβητεί τον τρόπο και τον λόγο που εννοείται και επιτελείται τόσο η ίδια η τέχνη της ποίησης όσο και η – με την ευρύτερη έννοια -- διαχείρισή της. Με άλλα λόγια, ο ποιητής διαρρηγνύει – χωρίς καμιά ελαφρότητα αλλά με συνείδηση της ποιητικής του αποστολής – τις καθιερωμένες δομές εντός των οποίων βρίσκεται η ποίηση καθώς και τις περιστάσεις που τις αναζωογονούν. Αυτό, αποτελεί θα έλεγα μια διαπίστωση – κλειδί για την ολιστική κατανόηση του έργου του.

Κλείνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον ποιητή για την απόφασή του να μου παραχωρήσει τη συνέντευξη που παραθέτω εδώ. Κυρίως όμως θα ήθελα να τον ευχαριστήσω για τη διάθεσή του. Τέλος, μία επισήμανση προς τον αναγνώστη. Το κείμενο της παρακάτω συνέντευξης είναι χρήσιμο να αναγνωστεί έχοντας πάντα στο νου ότι η συνέντευξη, ως εργαλείο, γειώνει – με την αρνητική έννοια – το συζητούμενο αντικείμενο.

 

Συνέντευξη με τον ποιητή Γιάννη Λειβαδά

 

Γιατί ασχολείσαι με την ποίηση; Τι θέλεις να πετύχεις μ’ αυτή;

 

Δεν ασχολούμαι με την ποίηση συνεπώς δεν είμαι σε θέση ν’ απαντήσω σ’ αυτή την ερώτηση. Το τι μπορεί κανείς να πετύχει μ’ αυτή δεν το γνωρίζω καθώς ουδέποτε με απασχόλησε.

 

Ποιες είναι οι πιο σημαντικές επιρροές σου (είτε από τη λογοτεχνία είτε και από άλλους τομείς);

 

Η επιρροή είναι μία, η ανθρώπινη κατάσταση. Από τη λογοτεχνία ή από άλλους τομείς δέχεται κανείς επιρροές μόνο σε προκαταρκτικό στάδιο.

 

Από πού αντλείς έμπνευση και πώς μετασχηματίζεις και ενσωματώνεις ένα ερέθισμα στον ποιητικό σου λόγο;

 

Σχετικά με την έμπνευση, θα μπορούσα να απαντήσω όσο ήμουν νεότατος, μετά τα τριάντα η έμπνευση είναι κάτι άσχετο με τη δημιουργία ποίησης. Όσο αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησης είμαι αναρμόδιος να απαντήσω διότι μήτε μετασχηματίζω μήτε ενσωματώνω κάτι.

 

Πώς σχολιάζεις την εξέλιξή σου μέσα στην ποίηση;

 

Δεν έχω το τέλος της εξέλιξης για να κάνω κάποια εκτίμηση. Θα μπορούσε όμως κανείς να διαπιστώσει επίσης πως δεν τέθηκε ούτε τίθεται ζήτημα εξέλιξης, ίσως αυτή να είναι εντέλει αντίστροφη, ίσως καταλήγει εκεί όπου ο ποιητής δεν πρόκειται να καταλήξει.

 

Η ποίηση ήταν πάντα - για ποικίλους λόγους - περιθωριοποιημένη. Ωστόσο, στις μέρες μας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι τελείως απομονωμένη και παρηκμασμένη. Πώς τοποθετείσαι σε αυτό;

 

Για την περιθωριοποίηση ενός τέτοιου πράγματος χρειάζεται είτε κάποιος να μη γνωρίζει τι ακριβώς είναι είτε να μην είναι σε θέση να το καταλάβει. Συνεπώς κάτι άλλο συνέβαινε και εξακολουθεί να συμβαίνει. Δεν πιστεύω πως η ποίηση είναι σήμερα απομονωμένη και παρηκμασμένη. Δεν είναι τίποτ’ απ’ τα δυο. Λειτουργεί τόσο στον τομέα των πρωτοβουλιών της όσο και έξω απ’ αυτόν. Παρηκμασμένη είναι μόνο η στιχική φενάκη, η κειμενική προπαγάνδα.

 

Η θεωρία της λογοτεχνίας -αλλά και η θεωρία ευρύτερα- μπορεί να συνεπικουρήσει τον ποιητή στο έργο του;

 

Όχι, διόλου. Η θεωρία της λογοτεχνίας ως επί το πλείστον αποσαφηνίζει ορισμένες από τις πτυχές της ποιητικής δημιουργίας οι οποίες είναι αδύνατο να γίνουν ευρύτερα κατανοητές ή έστω αποδεκτές. Ο ποιητής βρίσκεται σε άλλο πεδίο, σε άλλη ειδίκευση, σε άλλο πρόβλημα.

 

Σε αφορά ο αναγνώστης κατά τη διάρκεια της γραφής;

 

Όχι, εάν συμβαίνει κάτι τέτοιο, δεν υπάρχει ποίηση. Τον ποιητή εάν τον αφορά κάτι αυτό είναι το αντικείμενό του. Αυτή η ερώτηση θα ήταν σημαντική εάν διατηρούσε την αξία της όντας αντεστραμμένη – εάν ρωτούσε κανείς έναν αναγνώστη εάν τον αφορά ο ποιητής κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης.

 

Υπάρχει σύνδεση μεταξύ ποιητικού και δοκιμιακού λόγου;

 

Όλα τα είδη λογοτεχνίας συνδέονται μεταξύ τους, στενά. Το λέω αυτό διότι πιστεύω πως η άριστη δοκιμιογραφία αποτελεί λογοτεχνικό είδος.

 

Ποια η σχέση ποίησης και αναπαράστασης;

 

Δεν υπάρχει τέτοια σχέση διότι στην ποίηση δεν αναπαρίσταται κάτι. Αυτή η σχέση εντοπίζεται ως κάτι ιδιαίτερο και άξιο προσοχής μεταξύ ποιητικής έκφρασης και αναπαράστασης.

 

Ποια είναι η σχέση της ποίησης και του ποιητή με την κοινωνία, τον πολιτισμό και την πολιτική;

 

Αυτό το ανέπτυξα παλαιότερα σε μια σειρά ειδικών δοκιμίων, ωστόσο για να μην επαναλαμβάνομαι θα προσθέσω εδώ κάτι επιπλέον. Η έμπνευση υπερβαίνει, δεν κατασκευάζει μήτε ανακατασκευάζει, μήτε ξεθεμελιώνει, μήτε συγχωνεύει. Εκπληρώνεται, δεν εκπληρώνει. Τα γραμμένα «εσώψυχα» δεν είναι μόνο πανομοιότυπα, έχουν κοινή πρόθεση και κοινή απουσία νοήματος, σε αυτά, με αυτά, καταγγέλλονται και ευλογούνται τα πάντα εκτός από το αίτιο και το παρεπόμενο.

Βλέπω χαρακτήρες που έχουν αποκοπεί ακόμα κι απ’ τα υπολείμματά τους, ακόμα κι από τις αντιθετικές τους κλίσεις, οι οποίοι επιμένουν πως αυτό που τους συμβαίνει είναι κάτι ποιητικό. Η ποίηση δεν αποτελείται από καταθέσεις και εκφράσεις πόνου που ένωσή τους θα απαυγάσει επιτέλους νόημα. Ακόμα και η πολυπόθητη ενότητα(;) γίνεται παραδεκτή απ’ αυτούς μόνο σαν προϋποθέτει την ανθρώπινη παρέμβαση. Αυτή η ψευδαίσθηση παρέμβασης καθιστά την ενότητα όσο και τον πόνο φαινόμενα που διαφεύγουν αληθινής αναγνώρισης. Οι ενδιαφερόμενοι απλά τυρβάζουν – γι’ αυτό απάντησα όπως απάντησα στην πρώτη ερώτηση.

Η γλώσσα ποίησης είναι συγκεκριμένος τρόπος, δηλαδή συγκεκριμένο πρόβλημα, καθετί άλλο είναι μίμηση προτύπων αποκομμένων από οποιαδήποτε αξιόπιστη αντίληψη της πραγματικότητας. Τρόποι απόψεων, που κρατιούνται με νύχια και με δόντια από το απομεινάρι κάποιας επιθυμίας η οποία όσο εξακολουθεί παρατείνει την αίσθηση αδυνατότητας ένωσης με τα πάντα. Οι απόψεις αυτές είναι στη βάση τους τόσο ιδεολογικές, ανούσιες, που τίθενται ως υπαρξιακές προϋποθέσεις ή, ακόμα χειρότερα, συνιστούν ένα βιωματικό δόγμα. 

Εάν χρειάζεται να συνοψίσω θα πω ότι κάτι άλλο τεκμηριώνεται: με τον απρόσμενο εντοπισμό έστω μιας παραμικρής ένδειξης αλήθειας αυξάνεται αμέσως η ανάγκη για αυταπάτη. 


Πρώτη δημοσίευση: εξιτήριον – ψηφιακές εκδόσεις ανοικτού περιεχομένου,  27 Ιουνίου 2025