Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνική κριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνική κριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

Για τα «Ποιήματα» (Ηριδανός, 2007), του Τζακ Κέρουακ

Για τα «Ποιήματα» (Ηριδανός, 2007), του Τζακ Κέρουακ[1]

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη



 

Τζακ Κέρουακ, ο μεγάλος beat γραφιάς. Τζακ Κέρουακ, ο ιδιότυπος οραματιστής. Τζακ Κέρουακ, ο ανυπέρβλητος ποιητής. Τζακ Κέρουακ, ο τζαζ λογοτέχνης. Τζακ Κέρουακ, ο ανθολόγος της ζωής (μας). Τζακ Κέρουακ, ο εθνογράφος. Τζακ Κέρουακ, ο ανατρεπτικός, ο συγκρουσιακός. Τζακ Κέρουακ, ο ριζοσπάστης. Θα μπορούσα να συνεχίσω αυτόν τον κατάλογο των χαρακτηρισμών, ο οποίος είναι σίγουρα πολύ μακρύς γιατί μιλάμε για τον Κέρουακ. Και τι μ' αυτό; Απαντώ – αυτό που μάλλον είναι οφθαλμοφανές και αυταπόδεικτο: ο Τζακ Κέρουακ απέδειξε με κάθε τρόπο, με κάθε λογοτεχνικό μέσο και παίζοντας εντός κάθε διάστασης το μεγαλείο που μπορεί να κατασκευάσει και να προσφέρει εντελώς απλόχερα η δημιουργία και ο λόγος.

Ο Κέρουακ αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα, θα έλεγα, λογοτέχνη που αφιερώθηκε πραγματικά και ανιδιοτελώς στην τέχνη της γραφής, αφέθηκε πλήρως στη βία που είναι η γραφή και πλήρωσε – το πνεύμα του – τα απαιτούμενα αντίτιμα. Γιατί όπως πολλοί γνωρίζουμε – και ο Τζακ Κέρουακ άριστα προφανώς – η γραφή είναι «διακινδύνευση» (βλ. Blanchot, 2018),[2] είναι παραγωγή και συμμετοχή σε μια ανελέητη και ταυτόχρονα γλυκιά βία. Ο Κέρουακ συνειδητοποίησε και θέλησε να εμπλακεί στην εξορία που είναι η γραφή, στη σιωπηλή απόσυρση (που πολλοί νομίζουν ότι πρόκειται για παραίτηση) από τον κόσμο, στην ενδελεχή παρατήρηση των σημείων.

 

61 (σελ. 68)

 

Είμαι ποιητής 

Και

Ιδού το ποίημά μου

Κοίτα πόσο ιδιότροπα γράφω

Σκελετοί Συμπόνιας γίνονται σκόνη

Μέσα στο άπειρο ατέρμονων ουρανών

Την ώρα που χοντροί γερομαλάκες τους θυμούνται

Καλά

Εδώ κάτω 

Ασταμάτητα – άγρια –

Ο κόσμος – νεκρογούρουνα –

 

Ο Κέρουακ είδε αναλυτικά και διέκρινε κριτικά τι μπορεί να καταφέρει η ποίηση και η ποιητική δημιουργία, έβαλε ως σκοπό του την πλήρη υποταγή του εαυτού του –  έναν μάλλον αποκεντρωμένο (ευτυχώς) εαυτό – στην ατέρμονα ευδαιμονική χασούρα της γραφής, θέλησε να εγκλωβιστεί για τα καλά στις άπειρες και πολλαπλές ροές της ποίησης, να καταστεί λατρεμένο, αγαπημένο υποχείριο της ολοφώτεινης και – προφανέστατα (εδώ νομίζω ότι ακολουθούν/κατανοούν αρκετοί) – αληθινής μαγείας της.

 

Στον Έντουαρντ Ντάλμπεργκ (σελ. 93)

 

Μη χρησιμοποιείς τηλέφωνο. 

Οι άνθρωποι δεν είναι ποτέ έτοιμοι να απαντήσουν. 

Χρησιμοποίησε ποίηση. 

 

Ο Τζακ Κέρουακ, ο δολοφόνος της χυδαίας ύπαρξης, που μας εγκαλεί από αλλού, πάντα από αλλού μας εγκαλεί, αλλάζει θέσεις και στάσεις, διαχειρίζεται μία σειρά ήχων, μετασχηματίζεται σε υποστάσεις που συχνά οι μη μυημένοι δεν φαντάζονται και έπειτα – λογικό κι επόμενο – δυσαρεστούνται και συχνά επιτίθενται γιατί απλά δεν κατανοούν, δεν μπορούν να κατανοήσουν την έξαρση του μη ανώριμου λόγου, του «ανώμαλου», του «outsider» (βλ. Ντελέζ & Παρνέ, 2022)[3] υποκειμένου, την κραυγή και το πάθος μιας αμήχανης ύπαρξης. Ο Κέρουακ μέσα από την ποίηση είδε τον κόσμο και τις ποιότητές του αλλιώς.

Ο Κέρουακ ήρθε αντιμέτωπος με το αναπάντεχο, το απρόοπτο, αλλά δεν αφομοιώθηκε αυτός στους εν λόγω χώρους. Όχι. Συνέβη μάλλον το αντίθετο. Ο Κέρουακ, (και) με τη γραφή του, επιχείρησε – ποικιλοτρόπως – να αποδομήσει, να βεβηλώσει τις κατεστημένες αξίες, τις πεντακάθαρες συνειδήσεις, τις αστείες και σίγουρες συνταγές. Σίγουρα κλόνισε τις βεβαιότητες του σαθρού μας κόσμου. Τζακ Κέρουακ λοιπόν, ο ορισμός του ποιητή. Τι άλλο;

 

Ο ορισμός του ποιητή (σελ. 67)

 

Ο ποιητής είναι ένας τύπος που

περνά τον χρόνο του σκεπτόμενος 

τι είναι αυτό που πάει στραβά,

και παρότι γνωρίζει δεν γίνεται

πότε να ανακαλύψει, περί

τίνος πρόκειται, συνεχίζει γι' αυτό,

να στοχάζεται και να γράφει. 

Ο ποιητής είναι ένας τυφλός οπτιμιστής.

Ο κόσμος είναι εναντίον του για

πολλούς λόγους. Ο ποιητής όμως

επιμένει. Πιστεύει

πως βρίσκεται στον σωστό δρόμο,

ό,τι κι αν του λένε 

οι συνάνθρωποί του. Σ' αυτή την

αιώνια αναζήτηση αλήθειας, ο

ποιητής είναι μόνος.

Προσπαθεί να γίνει παντοτινός σε μια

κοινωνία που βασίζεται στον χρόνο. 

 

Ο Κέρουακ λάτρεψε την αοριστία που χαρίζει η επαφή με την υβριδικότητα, σαγηνεύθηκε από τη γαλήνη που χαρίζει η επαφή με τη δυνητικότητα, εξασκήθηκε μόνο εκτός των τειχών, δραστηριοποιήθηκε στην ταραχώδη μεριά του απρόβλεπτου, ερωτεύθηκε την άρνηση, την έκανε ποίηση. Η ομιλία του βαθιά, αλλοπρόσαλλη και συγκινητική, συνίσταται σε έναν άλλο αξιακό κώδικα, ακουμπά άλλα είδη διαλεκτικής, συνομιλεί με φαντάσματα (όπως συμβαίνει με κάθε σπουδαίο γραφιά) και βρίσκεται πάντοτε εντός μιας αχαλίνωτης διαύγειας που όμως – κι εδώ είναι που έγκειται η μαεστρία του – έχει διάρκεια, ακανόνιστη διάρκεια, ένταση και καταφέρνει αλλεπάλληλες δονήσεις και εκρήξεις.

 

Ποίημα (σελ. 91)

 

Η Τζαζ αυτοκτόνησε

Μα μην αφήσεις την ποίηση να αυτοκτονήσει. 

 

Μη φοβηθείς 

Της νύχτας τον παγωμένο αέρα

 

Μη δίνεις βάση στα ιδρύματα

Σαν απαντάς με χειρόγραφα

Στα πλούσια γραφεία

 

Μην υποκλίνεσαι και λογοφέρνεις 

Για το προβάδισμα της Ήντιθ Γουόρτον

Ή για την πρόζα μιας αποφοίτου ούρσουλας απ' τη νεμπράσκα

Άραξε στην αυλή σου

Και γέλα παίξε όμορφα

Σαν παλαβός τρομπόνι 

Και αν κάποιος σου χαρίσει χάντρες

Φυλαχτό, γιορντάνι, ή κάτι, 

 

Κοιμήσου έχοντάς τες κρεμασμένες στο λαιμό 

 

Τα όνειρά σου θα' ναι μάλλον καλύτερα 

 

Δεν υπάρχει βροχή 

Δεν υπάρχω εγώ,

Σου λέω άνθρωπέ μου

Να' σαι σίγουρος. 

 

Έχω την εδραιωμένη θέση ότι για να καταστεί επιτυχημένη μια αλληλεπίδραση με έναν ποιητή σαν τον Τζακ Κέρουακ υπάρχουν προϋποθέσεις που πρέπει πρώτα να εκπληρωθούν. Υποχρεωτικά. Διαφορετικά έχουμε να κάνουμε με απόπειρα αλληλεπίδρασης, δηλαδή αποτυχία – κι αυτή η περίπτωση έχει φυσικά τη δική της αίγλη. Ποιες και πόσες είναι αυτές οι προϋποθέσεις δεν θα συζητηθεί εδώ αλλά και πουθενά δεν πρέπει να συζητηθεί κάτι τέτοιο. Άλλωστε, είναι φανερό νομίζω το ποιες τουλάχιστον. Σαν έρθεις αντιμέτωπος με μία τέτοια γραφή, με έναν τέτοιο τρόπο γραφής, καταλαβαίνεις αυτόματα αν θα κατανοήσεις, τι θα κατανοήσεις και γιατί θα κατανοήσεις, αν είσαι ικανός να συμβαδίσεις και γιατί, τι πρέπει να προστατέψεις και πώς πρέπει – γιατί θα χρειαστεί αυτό – να προστατευθείς εσύ ο ίδιος. 

 

167ο Χορικό (σελ. 26)

 

Οι λεπτομέρειες είναι όλες ίδιες, 

Σαν τ' αποθηκευμένο μέλι στις κυψέλες,

Σαν την ατομική δύναμη, τόσα πολλά

Άτομα, οι λεπτομέρειες ανά

Τετραγωνική ίντσα είναι η ζωή της

Και ο θάνατός της 

Ο κρίσιμος όγκος καταρρέει

Και σαν ένα σωριασμένο  Κάστρο από άμμο

Όταν το κύμα της σύντριψης 

Και η ιδέα της εγείρονται, 

Τινάζεται μες στ' απαλό στόμα της θάλασσας 

Η άμμος σώζεται, καμπάνες

Δεν το σημαίνουν πέρα απ' την ακτή

Το κάστρο ήταν όνειρο

Μάθε τώρα

Ότι το νερό ειν' ένα όνειρο

Γιατί όταν το Κύμα της Καταστροφής 

Σηκώνεται το νερό θα διαλυθεί

Και όλα θα αφεθούν. 

Είναι ο Επιτυχών Σωτήρας

Απανταχού Παρών σαν

Άναρχος Εκστατικός Κανένας.

 

Τέλος, μην έχοντας να προσθέσω τίποτα άλλο πέρα από το αληθές, θα κλείσω σημειώνοντας τούτο. Ο Κέρουακ, σε ηλικία που δεν προοριζόταν, έφυγε από τη ζωή – με υπαιτιότητά του. Τότε, ο Κέρουακ εξαφανίστηκε (όχι) και μαζί με αυτόν καταστράφηκε εν μέρει η λογοτεχνία. 

 

ΥΓ. Όταν ο Κέρουακ γράφει στο ποίημα «Μπλουζ του κονιάκ» (σελ. 42): «Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα/πιο γελοίο από εμένα πάνω/στη γη –/Στ' αλήθεια!», να σκεφτούμε παρά πολύ καλά τι, πώς και γιατί μας λέει ό,τι τέλος πάντων θέλει να μας πει.



[1] Η έκδοση που ακολουθεί το κείμενο είναι η εξής: Κέρουακ, Τζ. (2007). Ποιήματα (Γ. Λειβαδάς, Μτφρ.). Ηριδανός.

[2] Blanchot, M. (2018). Ο χώρος της λογοτεχνίας (Δ. Δημητριάδης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

[3] Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Μερικές σκέψεις για τα «Ποιήματα» (Νεφέλη, 1980), του Ηλία Πετρόπουλου

Μερικές σκέψεις για τα «Ποιήματα» (Νεφέλη, 1980), του Ηλία Πετρόπουλου


του Μιχάλη Κατσιγιάννη


 

Ηλίας Πετρόπουλος το όνομα. Γνωστό. Η προσωπικότητα πασίγνωστη. Η ριζοσπαστική, συγκρουσιακή και ανατρεπτική δράση του επίσης. Έτσι ξεκινώ να γράφω για τον στοχαστή, ποιητή, κριτικό, λαογράφο και μελετητή του ελληνικού πολιτισμού Ηλία Πετρόπουλο. Ο Πετρόπουλος υπήρξε ένας από τους (πιο) καταραμένους της ελληνικής σκηνής (λαογραφικής αλλά και ευρύτερα), ένα μαύρο πρόβατο για τη διαχρονικά και έντονα καθυστερημένη και προβληματική ελληνική κοινωνία, ένα (κατα)κόκκινο πανί για τους πάσης φύσεως συντηρητικούς, αυταρχικούς, δογματικούς και καθεστωτικούς, από τους οποίους κυνηγήθηκε άγρια – χωρίς όμως ποτέ να καταφέρουν να τον στιγματίσουν αρνητικά.[1]

Υπερασπίστηκε και μίλησε για εκείνα τα είδη και τις μορφές δράσης που λειτουργούν ως ρωγμές στα συμπαγή εξουσιαστικά συστήματα, ένωσε τη φωνή τους με όλες εκείνες τις επιτελέσεις που επιχειρούν τη διάβρωση του περιχαρακωμένου και περίκλειστου κόσμου που καταδυναστεύει την προοπτική αλλαγής, τη δημιουργικότητα, την ελευθερία να πράττει κανείς με οδηγό τη βούλησή του, την αδογμάτιστη συσχέτιση με τον «άλλο».

Ο Πετρόπουλος, σαν άλλος Μπουκόβσκι, τίμησε και χρύσωσε το περιθώριο στο οποίο βρέθηκε και έζησε, αναζωογόνησε την κουλτούρα του δρόμου και επανανοηματοδότησε με θετικό τρόπο τους απόβλητους μιας ολόκληρης κοινωνίας. Η ζωή του και τα γραπτά του, πρωτοποριακά, προσεγμένα και εναλλακτικά, εμπνέουν μέχρι και σήμερα τα μυαλά εκείνα που δεν καθησυχάζονται με τις έτοιμες – και από τα πάνω λύσεις – και δεν αρέσκονται με την κυρίαρχη καταπιεστική κοινωνική οργάνωση και τους λόγους που επικρατούν. Το έργο του να ιδωθεί, έχω την άποψη, ως ένα εργαλείο αποδόμησης των λόγων της εξουσίας, της κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής δυσφορίας, της επιφανειακής συσχέτισης και της δογματικής σκέψης.

Εδώ, θα ασχοληθώ με το βιβλίο του «Ποιήματα» (Νεφέλη, 1980), το οποίο χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Η πρώτη ενότητα, με τίτλο «Σώμα», γράφτηκε το 1969. Η δεύτερη ενότητα, με τίτλο «Αυτοκτονία», γράφτηκε το 1970 και η τρίτη ενότητα, με τίτλο «Πέντε ερωτικά ποιήματα», γράφτηκε το 1974.

 


Η ποίηση του Πετρόπουλου, ποίηση αντι-ποίηση προφανώς και ξεκάθαρα κοινωνική, εκκινεί από μέσα, από τον εαυτό, από τον προσωπικό χώρο και λόγο, από τα ιδιωτικά, θα μπορούσαμε να πούμε, κίνητρα χωρίς όμως πολλά εξομολογητικά στοιχεία, για να φτάσει να ανοιχτεί στο συλλογικό, στις κοινές σκέψεις, ανησυχίες, ανάγκες και θελήσεις που μοιράζονται οι άνθρωποι και από τις οποίες πότε ανυψώνονται πότε κατακρεουργούνται και θρυμματίζονται και πάλι από την αρχή. Με άλλα λόγια, η γραφή του Πετρόπουλου δεν είναι παρά η εξερεύνηση της ίδιας της ζωής, των ποιοτήτων και των ειδών του κόσμου.

Ο ποιητικός λόγος του Πετρόπουλου χαρακτηρίζεται από μια χαλαρή εμμεσότητα, σίγουρα προκλητικότητα, χιούμορ, τη γνωστή του εριστικότητα, άρνηση και μια – πότε λιγότερο πότε περισσότερο – γλαφυρή υποβόσκουσα επαναστατικότητα. Οι σελίδες του βιβλίου του κατακλύζονται αναμφίβολα από ερωτικό πάθος, προσμονή και λατρεία, υπαρξιακή αγωνία και περίσκεψη πάνω στη ζωή και τον άνθρωπο και έντονη σωματικότητα. Το τελευταίο αυτό στοιχείο είναι κοινό και κυρίαρχο και στις τρεις ενότητες του βιβλίου.

Κάθε φορά, με διαφορετικό τρόπο (αλλά με ίδιο – σχεδόν – λόγο), το σώμα και οι αισθήσεις, οι εκρήξεις και οι πλάνες του, είναι ο φορέας της πραγματικότητας και των θέσεων του ποιητή, αλλά και το μέσο εκείνο με το οποίο προσλαμβάνει τα ερεθίσματα και διαμορφώνει τη σκέψη του: μια τέχνη από το σώμα, με το σώμα, για το σώμα. Θα μπορούσε κανείς να πει διαβάζοντας τα ποιήματά του ότι ο ρόλος του σώματος είναι πέρα, πολύ πέρα, από ένα ποιητικό σύμβολο, δεν εξυπηρετεί δηλαδή απλώς τις καλλιτεχνικές ανάγκες της αφήγησης, της αλληγορίας και του παραδείγματος, αλλά αποτελεί το προσωπικό του μεθοδολογικό όργανο. Προχωρώ. 

 


Ο κόσμος, έτσι όπως τον ξέρουν οι αντιφρονούντες και οι διαγραμμένοι, κουράζει, εξουθενώνει για την ακρίβεια, και εξαντλεί το νου, το σώμα, τη διαύγεια, την ενέργεια, την εγρήγορση, την ενεργητικότητα. Καταστέλλει, δηλαδή, παθητικοποιεί. Οδεύει το υποκείμενο στην ήττα, στην ηττοπάθεια, στην αδιέξοδη συνθήκη ότι όλα έχουν ολοκληρωθεί – με τη γλαφυρή υποβόσκουσα επαναστατικότητα όμως να ενυπάρχει πάντοτε διακριτικά εντός του ποιητικού λόγου.

Διαβάζω από την Αυτοκτονία:

 

Αυτοκτονώ γιατί εστέρεψαν λύπες και χαρές

Εαυτού δήμιος ο αυτόχειρ στερείται χιούμορ. 

Καταστροφική (κατά την άνετη γνώμη σας)

Σύνθεση αντιμαχομένων ψυχικών τάσεων είναι η αυτοκτονία

Και ο θάνατος εις την νιοστήν.

Το κακό της αυτοκτονίας βαραίνει τους επιζήσαντες, 

Ενώ το καλό θάπτεται με τον αυτόχειρα. (σελ. 24)


Και αλλού (στην ίδια ενότητα):

 

Ο φίλος αυτοκτόνησε̇ ένας ευαίσθητος και καλός και εκλεκτός έλλειψε.

Ούτε λεπτό δεν έζησα εν γαλήνη.

Ας ντρέπεται όποιος δεν εσκέφτηκε, έστω μια φορά στη ζωή του, να αυτοκτονήσει. 

Ο αυτοκτόνος ένας παθητικά αναρχικός (σελ. 21)


Όμως, η διάσταση της σωματικότητας έχει κι άλλες λειτουργίες και εκφάνσεις στην ποιητική του Ηλία Πετρόπουλου: τον ερωτισμό, την σεξουαλική διέγερση, την σαρκική και πνευματική απόλαυση που μπορεί κάποιος να βιώσει από και με ένα άλλο σώμα. Το ερωτικό και σεξουαλικό στοιχείο στον Πετρόπουλο, απελευθερωμένο από δήθεν ηθικές αγκυλώσεις και συντηρητικά συμπλέγματα, διαλύει την επικίνδυνη, πρακτική και πεζή – με την αρνητική έννοια – σημασία που ως επί το πλείστον του αποδίδεται από τους κυριάρχους λόγους και σηματοδοτεί τη γαλήνη της ανθρώπινης επαφής, την ησυχία έτσι όπως αυτή προκύπτει αβίαστα από τη διανοητικο-σαρκική ένωση: την οφθαλμοφανή επαναστατικότητα αυτών. Και ίσως αυτή η διάσταση, που είναι βέβαια πάντοτε σε διαλεκτική με την προηγούμενη, να είναι και αυτή που δίνει μεγαλύτερη και πιο κρίσιμη αξία ο ποιητής (αφού κυριαρχεί στο βιβλίο τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά).

Διαβάζω από τα Πέντε ερωτικά ποιήματα:


Απόσπασμα από το ποίημα  «2»


Μου λέγανε στο σχολείο ότι

Η τέχνη εξαγνίζει το γυναικείο κορμί

Και τα αρχαία αγάλματα λευκά και λευκά

Και να μην είμαι πονηρός

Και οι ζωγραφιστές ολόγδυτες καλλονές

Εκείνες της Αναγεννήσεως παρθένες κόρες αγνές

(Αμάν δάσκαλε  γιατί με θάβεις ζωντανό;)

Η τέχνη δεν διεγείρει ταπεινάς ορέξεις – επιμένουν

Παιδί μου ήθος ηθική ηθικότης – επιμένουν τα κνώδαλα

Μα εγώ ο άθλιος διαβλέπω ερωτικήν διάθεση

Και στο πώς φουμάρει μια γυναίκα (σελ. 30)

 

Διαβάζω από το Σώμα:

 

Εμπορεύεται από την αγάπη, η μελαγχολία, 

Αλλά και συντρίβει την αγάπη, η μελαγχολία. 

Η ηδονή απωτάτη εκδίκηση του χρόνου.

Μισάνθρωπους αποκαλούν τους φίλους της οικουμένης οι μισάνθρωποι.

Η γραμματική των φιλιών εξίσου απαραίτητη 

Με την γραμματική των λέξεων.

Κακή νίκη η των σωμάτων συνουσία. 

Το μέλλον θα καταδείξει αν έρως σημαίνει εξαγρίωση

Ηθών και αισθημάτων.

Αυτά, και κάποια άλλα που με τρομάζουν και που δεν γράφονται, σκέφτομαι σαν βλέπω γυμνές γυναίκες (σελ. 14)

 


Κλείνοντας, θα σημειώσω για τον Ηλία Πετρόπουλο το εξής. Πέρασε τη ζωή του υπηρετώντας – ποικιλοτρόπως – την άρνηση της κατεστημένης πραγματικότητας, δεν εγκλωβίστηκε σε διπολικά σχήματα, δεν ενστερνίστηκε ποτέ δογματισμούς, δεν προσχώρησε ποτέ σε κάθε είδους σέχτες. Ο Πετρόπουλος, επειδή είχε γνώση των πραγμάτων, των ανθρώπων και των καταστάσεων, ήξερε ότι ο κόσμος είναι φοβερά άσχημος και βλαπτικός και γι' αυτό προσπάθησε να τον φανταστεί αλλιώς. Δανείζομαι τα λόγια του Ionesco: «μέσα σε αυτό τον κόσμο που δεν αποτελεί καταφύγιο, ψάχνω το δικό μου καταφύγιο» (2007: 72).[2] Στα «Ποιήματα» (και σε αυτά), νομίζω ότι είναι πολύ ευδιάκριτα όλα αυτά.



[1] Εκτός του ογκώδους και πολυποίκιλου έργου του, βλ. και τα ακόλουθα:  https://www.youtube.com/watch?v=padQm1N9tco και https://www.youtube.com/watch?v=b1YX489sBN0.

[2] Ionesco, E. (2007). Η ελεγεία ενός παράλογου κόσμου (Μ. Σκάρα, Μτφρ.). Αθήνα: Ροές.

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Λογοτεχνία και ολοκληρωτισμός στη σκέψη του Τζορτζ Όργουελ

Λογοτεχνία και ολοκληρωτισμός στη σκέψη του Τζορτζ Όργουελ


του Μιχάλη Κατσιγιάννη



Εισαγωγικά

 

Ο Τζορτζ Όργουελ, Βρετανός πεζογράφος, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος, υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες του 20ου αιώνα, με βαθιά διεισδυτικό βλέμμα στα κακώς κείμενα της εποχής του, μέριμνα για τις κοινωνικές ανισότητες και τον ανθρώπινο πόνο και δυστυχία, υπερβάλλουσα – με τη θετική έννοια – αγάπη για τη λογοτεχνία και φυσικά σφοδρός πολέμιος κάθε είδους και μορφής ολοκληρωτισμού.

Ο Όργουελ αφιέρωσε τη ζωή του σε «αυτό που πάνω απ’ όλα» θέλησε. Όπως το λέει ο ίδιος: «να μετατρέψω την πολιτική γραφή σε τέχνη» (Orwell, 2011: 19), κάτι που είναι οφθαλμοφανές ότι πέτυχε. Όπως γράφει και ο ίδιος χαρακτηριστικά στην πασίγνωστη δήλωσή του: «κάθε γραμμή σοβαρού έργου που έχω γράψει από το 1936 γράφτηκε, άμεσα ή έμμεσα, εναντίον του ολοκληρωτισμού και υπέρ του δημοκρατικού σοσιαλισμού,  όπως τον καταλαβαίνω» (Όργουελ, 2011: 19).

Έγραψα αλλού για τον Τζορτζ Όργουελ:

 

είναι προφανώς και εμφανώς ένας πολιτικός, στρατευμένος συγγραφέας στις αξίες της αριστερής και δημοκρατικής κουλτούρας και νοοτροπίας και στα ιδανικά μιας καλύτερης, ανοικτής, δικαιότερης και ανθρώπινης κοινωνίας. Πορεύθηκε στη ζωή του χωρίς την υιοθέτηση δογμάτων, ορθοδοξιών, ιδεοληψιών και κομματικών εμμονών και κήρυξε έναν λογοτεχνικό λόγο ενάντια στη βαρβαρότητα του ολοκληρωτισμού – με τα πλέον χαρακτηριστικά του έργα 1984 και Η φάρμα των ζώων (Κατσιγιάννης 2026).

 

Οι κριτικοί στοχασμοί που διατύπωσε ο Τζορτζ Όργουελ σχετικά με τη σχέση λογοτεχνίας και ολοκληρωτισμού, έτσι όπως αυτοί καταγράφηκαν στα δοκίμιά του (αλλά εκτείνονται και στο πλούσιο λογοτεχνικό του έργο), θα αποτελέσουν το αντικείμενο μελέτης του παρόντος κειμένου. Οι κριτικοί στοχασμοί του Τζορτζ Όργουελ εκκινούν από την αφετηρία της δημοκρατικής, προοδευτικής και ανθρώπινα σοσιαλιστικής σκέψης κι έχω την άποψη ότι πρέπει να ιδωθούν ως πολύ σημαντικά ερμηνευτικά και αναλυτικά εργαλεία για όποιον ενδιαφέρεται να εντρυφήσει στην κατά τον Όργουελ «παρεμπόδιση της λογοτεχνίας» (2021). Οι σκέψεις του συγγραφέα περί του θέματος μπορούν να συνοψιστούν στο ότι η λογοτεχνία απειλείται σε απόλυτο βαθμό από τον ολοκληρωτισμό, είναι αδύνατος ο συγχρονισμός τους: ο ολοκληρωτισμός εξαλείφει, καταστρέφει τη λογοτεχνία.

Το γεγονός ότι οι αναλύσεις του Τζορτζ Όργουελ είναι εξαιρετικά επίκαιρες αποδεικνύεται, πρώτον, από το γεγονός ότι σήμερα εξακολουθούν να υπάρχουν ολοκληρωτικά καθεστώτα και, δεύτερον, οι χώρες που δεν έχουν τέτοια καθεστώτα δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να αποκτήσουν κάποια στιγμή στο μέλλον και, επιπλέον, αυτές οι χώρες μπορεί να μην έχουν σήμερα ολοκληρωτικά καθεστώτα αλλά έχουν προσίδιες σε αυτά εκφάνσεις και πρακτικές. Συνεπώς, το ζήτημα του ολοκληρωτισμού, τόσο ως αυτοτελές πρόβλημα όσο και η σχέση του με την λογοτεχνία, αποτελεί ένα θέμα που ναι μεν έχει εξερευνηθεί σημαντικά, αλλά δεν πρέπει να υπάρχει κανενός είδους εφησυχασμός επ’ αυτού.

 

Ο ολοκληρωτισμός στη σκέψη του Τζορτζ Όργουελ

 

Η σχέση του Όργουελ με τον ολοκληρωτισμό, τόσο σε επίπεδο κοινωνικο-πολιτικής ανάλυσης και κριτικής όσο και σε επίπεδο μελέτης της σχέσης του με την λογοτεχνική δημιουργία, δεν είναι ούτε επιδερμική ούτε απλώς αποτελεί μια φιλοσοφική ασχολία. Το δίχως άλλο θα έλεγα. Ο Όργουελ έδρασε και μεγαλούργησε στην εποχή του ολοκληρωτισμού και όντας γνήσιος αντιδογματικός και πολιτικά και «ηθικά δέσμιος του ιδεώδους του δημοκρατικού σοσιαλισμού» ήταν προφανώς «αντιιμπεριαλιστής» και «αντιφασίστας», αλλά ήταν επίσης και «αντισταλινικός», «αντισοβιετικός» και «αντιαυταρχικός» (2022: 548), όπως καταγράφει την πραγματικότητα της πολιτικής προσωπικότητας του Τζορτζ Όργουελ ο Ζουμπουλάκης.

Αναφορικά με την ισχυρή αντίθεσή του προς την υποτιθέμενη επίγεια ουτοπία της ΕΣΣΔ, στάση για την οποία συκοφαντήθηκε και συκοφαντείται εντόνως μέχρι και σήμερα, ο Τζορτζ Όργουελ εκτός των λογοτεχνικών του κειμένων, γράφει χαρακτηριστικά.

Αναφέρω ενδεικτικά τρία αποσπάσματα:

 

όταν υπεράσπιζε κανείς την ελευθερία του πνεύματος, όφειλε να την υπερασπιστεί απέναντι σε συντηρητικούς, απέναντι σε καθολικούς [...] απέναντι σε φασίστες. Σήμερα οφείλει κανείς να την υπερασπιστεί απέναντι σε κομμουνιστές και «συνοδοιπόρους» (Όργουελ, 2021: 46)

 

μπορεί να δεχτεί κανείς [...] ότι είναι ορθή η κομμουνιστική θέση σύμφωνα με την οποία καθαρή ελευθερία δεν υπάρχει πάρα μονάχα σε μιαν αταξική κοινωνία, και ότι είσαι πιο σιμά στην ελευθερία όταν μοχθείς για να κάνεις πραγματικότητα μια τέτοια κοινωνία. Αλλά μαζί μ' αυτό γλιστράει στο παιχνίδι ο απολύτως αβάσιμος ισχυρισμός ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα σκοπεί καθαυτό στην εγκαθίδρυση της αταξικής κοινωνίας, και ότι στην Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών ο σκοπός αυτός τείνει να πραγματωθεί (Όργουελ, 2021: 45).

 

στους κύκλους των νοημόνων κομμουνιστών κυκλοφορεί ένας λαθραίος θρύλος σύμφωνα με τον οποίο η Ρωσική Κυβέρνηση, μολονότι είναι υποχρεωμένη τώρα να καταπιάνεται με την ψευδολόγο προπαγάνδα, τις στημένες δικές και πάει λέγοντας, στα κρυφά καταγράφει τα αληθινά γεγονότα και θα τα δημοσιοποιήσει κάποτε στο μέλλον [...] είμαστε απολύτως σίγουροι ότι αυτό δεν αληθεύει, διότι η νοοτροπία που απαιτείται για κάτι τέτοιο είναι αυτή ενός φιλελεύθερου ιστορικού που πιστεύει ότι το παρελθόν δεν δύναται να αλλοιωθεί (Όργουελ, 2021: 49).

 

Σε μια ολοκληρωτική, κυριαρχική κοινωνία η ατομικότητα, η ιδιωτικότητα και η αυτονομία υποχωρούν και καταστρέφονται για χάρη μιας παράλογης και παρανοϊκής συλλογικότητας. «Ένα ολοκληρωτικό καθεστώς», γράφει ο Όργουελ, «είναι στην ουσία του μια θεοκρατία, και η διοικούσα κάστα του, προκειμένου να διατηρήσει τη θέση της, πρέπει να κάνει τους άλλους να πιστεύουν ότι είναι αλάθητη» (2021: 49). Πρόκειται για τη θεωρητική αλλά και έμπρακτη αποθέωση της έννοιας της μάζας.

Το καθεστώς του ολοκληρωτισμού καταπατά κάθε ελευθερία με σκοπό να επιβληθεί και να συντηρηθεί, αλλά ακόμη ελαχιστοποιεί κάθε δυνατότητα ελευθερίας. Προσπαθεί δηλαδή να ελέγχει τη δυνητικότητα στη δράση (σκέψη και πράξη) των ανθρώπων με σκοπό την αποφυγή της όποιας απειλής και ανατροπής του. Στη λογική του ολοκληρωτισμού, η ελευθερία ως αξία και ως άσκηση, αλλά και η «πνευματική εντιμότητα» αναπαρίστανται ως «μια μορφή αντικοινωνικού εγωισμού» (Όργουελ, 2021: 43). Το ολοκληρωτικό κράτος, γράφει ο Όργουελ, «δεν αφήνει και πιθανώς δεν μπορεί να αφήσει στο άτομο καμία ελευθερία, όποια κι αν είναι η περίσταση» (2022: 238). Όπως γράφει χαρακτηριστικά: «μια ολοκληρωτική κοινωνία που θα κατάφερνε να παρατείνει την ύπαρξή της θα μας εγκλώβιζε πιθανόν σε ένα σχιζοφρενικό σύστημα σκέψης» (Όργουελ, 2021: 50).

Σχολιάζοντας τη δυστοπία και την παραπλάνηση της πολιτικής επικράτησης του ολοκληρωτισμού, ο Όργουελ σημειώνει σχετικά:

 

είναι προφανές ότι η περίοδος του ελεύθερου καπιταλισμού φτάνει στο τέλος της και ότι η μία χώρα μετά την άλλη υιοθετούν κεντροποιημένη οικονομία που μπορεί κανείς να αποκαλέσει σοσιαλισμό ή κρατικό καπιταλισμό ανάλογα με τις προτιμήσεις του. Με αυτόν, η οικονομική ελευθερία του ατόμου, και σε έναν μεγάλο βαθμό η ελευθερία του να δρα όπως επιθυμεί, να επιλέγει την εργασία του, να μετακινείται ελεύθερα πάνω στην υδρόγειο, φτάνει σε ένα τέλος [...] δεν είχε γίνει ποτέ πλήρως αντιληπτό ότι η εξαφάνιση της οικονομικής ελευθερίας θα είχε οποιοδήποτε αντίκτυπο στη διανοητική ελευθερία. Ο σοσιαλισμός γινόταν συνήθως αντιληπτός αποκλειστικά ως ένα είδος μοραλιστικού φιλελευθερισμού. Το κράτος θα αναλάμβανε τα ηνία της οικονομικής σου ζωής με αντάλλαγμα να σε απελευθερώσει από τον φόβο της φτώχειας, της ανεργίας και ούτω καθεξής, αλλά δεν θα είχε κάποιον λόγο να εμπλακεί στην ιδιωτική, πνευματική σου ζωή. Η τέχνη θα ανθούσε ακριβώς όπως και στη φιλελεύθερη – καπιταλιστική εποχή, απλώς λίγο παραπάνω απ' ό,τι τότε, καθώς οι καλλιτέχνες δεν θα βρίσκονταν πλέον κάτω από οικονομικούς καταναγκασμούς (2022: 239).

 

Ωστόσο, οι υποθέσεις αυτές μάλλον βγήκαν λανθασμένες πέρα ως πέρα. Γράφει γι’ αυτό ο Όργουελ:

 

πρέπει κανείς να παραδεχτεί ότι αυτές οι ιδέες διαψεύστηκαν. Ο ολοκληρωτισμός έχει καταλύσει την ελευθερία της σκέψης σε σημείο ανήκουστο σε σχέση με οποιαδήποτε προηγούμενη εποχή. Και είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι αυτός ο έλεγχος της σκέψης δεν είναι μόνο αρνητικός, αλλά και θετικός. Δεν σου απαγορεύει μόνο να εκφράσεις – ακόμα και να σκεφτείς – συγκεκριμένες απόψεις, αλλά σου υπαγορεύει τι πρέπει να σκεφτείς, δημιουργεί μία ιδεολογία για σένα, προσπαθεί να κυβερνήσει τη συναισθηματική σου ζωή θέτοντάς σου παράλληλα έναν κώδικα δεοντολογίας. Και όσο το δυνατόν περισσότερο σε απομονώνει από τον έξω κόσμο, σε κλείνει σε ένα τεχνητό σύμπαν στο οποίο δεν έχεις μέτρο σύγκρισης. Το ολοκληρωτικό  κράτος προσπαθεί με κάθε τρόπο να ελέγξει τις σκέψεις και τα συναισθήματα των υποτελών του, τουλάχιστον όσο απόλυτα ελέγχει τις πράξεις τους (2022: 239-240).

 

Η σχέση λογοτεχνίας και ολοκληρωτισμού στη σκέψη του Τζορτζ Όργουελ

 

Η – από κάθε άποψη – απελπιστική και εκκωφαντικά μονότονη, μονόχρωμη και μονοφωνική σύνθεση του ολοκληρωτικού συστήματος, η «πανοπτική» και «πειθαρχική» (βλ. Foucault, 1982̇ Φουκώ 1989̇ 2008) δομή, οργάνωση και λειτουργία της ολοκληρωτικής κοινωνίας παράγει δυσλειτουργικές, από την άποψη της  δράσης ως ρωγμή, ως «γραμμή φυγής» (βλ. Ντελέζ, 2024· Ντελέζ, & Παρνέ, 2022̇ Ντελέζ, 2025), υποκειμενικότητες, πειθήνιες σωματικότητες που ενεργούν σε μη συμμετοχικά περιβάλλοντα, επιτελώντας μηχανιστικά προοργανωμένα και προαποφασισμένα πλάνα.

Η ζωή στον ολοκληρωτισμό, το ίδιο το περιβάλλον του ολοκληρωτισμού, ο εγκλεισμός, η περιχαράκωση και η ομοιομορφία που επιβάλλει, δημιουργεί τεράστια προβλήματα στο σύνολο του σύμπαντος του υποκειμένου, μέρος της οποίας είναι η λογοτεχνία και η πραγματική παραγωγή της: «Το πρώτο που ζητάμε από έναν συγγραφέα είναι να μη λέει ψέματα, να λέει αυτό που πραγματικά σκέφτεται,  αυτό που πραγματικά νιώθει.  Το χειρότερο που μπορούμε να πούμε για ένα έργο τέχνης είναι ότι είναι ανειλικρινές» (Όργουελ, 2022: 238).

Αυτό ακριβώς είναι που διαταράσσει ο ολοκληρωτισμός. Τι δηλαδή; Παρακωλύει την ελεύθερη σκέψη και βούληση, διακόπτει, περιορίζει, ελέγχει και καλουπώνει τη διακίνηση των ιδεών. Αυτό είτε μετατρέπει τη λογοτεχνία σε όργανο καθαρής και χυδαίας προπαγάνδας είτε την εξαλείφει πλήρως: «μια γραφή με σημασία μπορεί να παραχθεί μόνο όταν ένας άνθρωπος νιώθει την αλήθεια όσων λέει· χωρίς αυτό, η δημιουργική παρόρμηση απουσιάζει» (Όργουελ, 2022: 241).

Διαβάζω από τον Όργουελ:

 

ο ολοκληρωτισμός […] δεν μοιάζει να επαγγέλλεται τόσο μια εποχή πίστεως όσο μια εποχή σχιζοφρένειας. Μια κοινωνία γίνεται ολοκληρωτική όταν η δομή της καθίσταται κατάφωρα τεχνητή: δηλαδή όταν η άρχουσα τάξη της έχει απολέσει πια τη λειτουργία της, αλλά εξακολουθεί να παραμένει γαντζωμένη στην εξουσία με τη δύναμη ή τον δόλο. Μια τέτοια κοινωνία […] δεν μπορεί ποτέ να καταφέρει να γίνει είτε ανεκτική είτε διανοητικά σταθερή. Δεν μπορεί ποτέ να επιτρέψει είτε την πιστή στην αλήθεια καταγραφή και δημοσιοποίηση των γεγονότων, είτε τη συναισθηματική ειλικρίνεια την οποία η λογοτεχνική δημιουργία απαιτεί […] όποτε υπάρχει μια επιβεβλημένη δια της βίας ορθοδοξία […] το καλό γράψιμο σταματάει (Όργουελ, 2021: 57).

 

Σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, ο συγγραφέας, όπως και όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι, είναι ανελεύθερος, βιώνει το τέρας της μη ελεύθερης κατάθεσης της γνώμης και δημιουργίας. Έτσι, δεν μπορεί να γράψει για ό,τι επιθυμεί, αλλά για ό,τι του επιτρέπει η αρχή του καθεστώτος που τον καταπιέζει: «ο δημιουργικός συγγραφέας είναι ανελεύθερος όταν αναγκάζεται να παραποιήσει τα υποκειμενικά του συναισθήματα, τα οποία από τη δική του σκοπιά είναι γεγονότα» (Όργουελ, 2021: 53).

Σε αυτό το πλαίσιο απώλειας της γενικής ελευθερίας, «η λογοτεχνία είναι καταδικασμένη» (Όργουελ, 2021: 67), γιατί ο συγγραφέας, ακόμα κι αν συνεχίσει να δημιουργεί, παύει στην πραγματικότητα να δρα ως τέτοιος: «ένας ξεπουλημένος νους είναι ένας χαλασμένος νους. Εάν δεν υπεισέρχεται ο αυθορμητισμός στο ένα ή στο άλλο σημείο, η λογοτεχνική δημιουργία είναι ανέφικτη, και η ίδια η γλώσσα απολιθώνεται» (Όργουελ, 2021: 68). Ο συγγραφέας είναι υπηρέτης, φρουρός και φρουρούμενος της φαντασίας και, όπως είναι γνωστό, «η φαντασία, όπως μερικά ανήμερα ζώα, δεν μπορεί να μεγαλώσει μες στην αιχμαλωσία» (Όργουελ, 2021: 68).

Επομένως, η αγωνία του Όργουελ για τη διάσωση της τέχνης της λογοτεχνίας και τη διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας της εντός των κοινωνιών έγκειται στο ότι «αν ο ολοκληρωτισμός γίνει παγκόσμιος και μόνιμος» (Όργουελ, 2022: 240), «αν ο ολοκληρωτισμός θριαμβεύσει σε ολόκληρο τον κόσμο, η λογοτεχνία, όπως την ξέραμε μέχρι σήμερα, φτάνει σε ένα τέλος» (Όργουελ, 2022: 241). Άλλωστε, αυτό το υπαρξιακό και πολιτικό άγχος του Όργουελ δεν πρόκειται μόνο για εκτίμηση, αλλά βασίζεται και σε πραγματικά περιστατικά:

 

για του λόγου το αληθές, ο ολοκληρωτισμός φαίνεται να έχει μέχρι στιγμής αυτό το αποτέλεσμα. Στην Ιταλία η λογοτεχνία έχει παραλύσει και στη Γερμανία φαίνεται να έχει σχεδόν παύσει. Ακόμα και στη Ρωσία η πολυπόθητη λογοτεχνική επανάσταση δεν έγινε ποτέ και οι πολλά υποσχόμενοι Ρώσοι συγγραφείς παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη τάση να αυτοκτονούν ή να εξαφανίζονται σε κάποια φυλακή (Όργουελ, 2022: 241-242).

 

Ωστόσο, ο Όργουελ δεν μένει μόνο στις διαπιστώσεις ούτε και περιορίζεται σε έναν άκαρπο πεσιμισμό. Δεν αφήνει τη δυστοπική πραγματικότητα να τον κατακλύσει. Αντίθετα, τοποθετείται σχετικά με το πώς φαντάζεται την επιβίωση της (πραγματικής) λογοτεχνίας στο μέλλον. Στην σκέψη του συγγραφέα, «η ελπίδα για την επιβίωση της λογοτεχνίας βρίσκεται σε εκείνες τις χώρες όπου ο φιλελευθερισμός έχει ριζώσει βαθύτερα, στις μη μιλιταριστικές χώρες» (Όργουελ, 2022: 242). Όπως σημειώνει και αλλού: «η τέχνη της λογοτεχνίας» θα χαθεί «εάν η φιλελεύθερη κουλτούρα που εντός της έχουμε ζήσει, από την Αναγέννηση και μετά, φτάσει σ’ ένα τέλος» (Όργουελ, 2021: 62).

Ο Όργουελ πιστεύει ότι η διάσωση και η μη ελεγχόμενη και επιτηρουμένη άνθιση και δράση της λογοτεχνίας είναι εφικτή μόνο με «μία μορφή σοσιαλισμού που δεν θα είναι ολοκληρωτική, στην οποία η ελευθερία της σκέψης θα μπορεί να επιβιώσει μετά την εξαφάνιση του οικονομικού ατομισμού» (Όργουελ, 2022: 242). «Είναι η μοναδική ελπίδα πάνω στην οποία μπορεί να προσδεθεί όποιος ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνία», όπως γράφει χαρακτηριστικά (Όργουελ, 2022: 242), για να καταλήξει: «όποιος νιώθει την αξία της λογοτεχνίας, όποιος βλέπει τον κεντρικό ρόλο που παίζει στην εξέλιξη της ανθρώπινης Ιστορίας, πρέπει να δει ως ζήτημα ζωής και θανάτου την αντίσταση στον ολοκληρωτισμό, είτε αυτός μας επιβάλλεται απέξω είτε από μέσα» (Όργουελ, 2022: 242).

 

Συμπερασματικά

 

Η λογοτεχνία, ως ο καταλληλότερος φορέας αναπαράστασης, μετάδοσης, περιγραφής και καταγραφής, το καταλληλότερο είδος χαρτογράφησης των ιδεών και των πρακτικών τους, έχει δώσει πάρα πολλά παραδείγματα που στηλιτεύουν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα και τις πρακτικές τους. Ενδεικτικά αναφέρω τα εξής: Ο Πύργος και Η Δίκη, του Φραντς Κάφκα, Φαρενάιτ 451, του Ρέι Μπράντμπερι, Εμείς, του Γιεβγκένι Ζαμιάτιν, Θαυμαστός καινούργιος κόσμος, του Άλντους Χάξλεϋ, Ο βομβιστής του Παρθενώνα, του Χρήστου Χρυσόπουλου.[1] Τέτοιου είδους λογοτεχνικά κείμενα αναδεικνύουν με τον καταλληλότερο τρόπο τις εφιαλτικές συνέπειες μιας οποιασδήποτε ολοκληρωτικής διακυβέρνησης και κοινωνικής οργάνωσης για οποιαδήποτε – κυριολεκτικά – αιτία προφασίζεται ότι συστήνεται και δρα. Έργο εκείνων που πραγματικά δυσφορούν και δεν αρέσκονται στη σκέψη του εφιαλτικού φαντάσματος του ολοκληρωτισμού που καταστρέφει τον άνθρωπο, τον πυρήνα του, είναι να σκύψουν πάνω στα κείμενα αυτά (και όχι μόνο σε αυτά προφανώς), να τα μελετήσουν και να τα κρίνουν άφοβα και μη δογματικά. 

 

Βιβλιογραφία

 

Foucault, M. (1982). Ιστορία της σεξουαλικότητας, 1: Η δίψα της γνώσης (μτφρ. Γ. Ροζάκη, εκδ. Ράππα.

 

Κατσιγιάννης, M. (2025α). Κριτικό σημείωμα για το βιβλίο ‘Ο βομβιστής του Παρθενώνα’, του Χρήστου Χρυσόπουλου. Ologramma. Ανακτήθηκε 18 Ιουνίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_92.html

 

Κατσιγιάννης, M. (2025β). "Ο βομβιστής του Παρθενώνα", του Χρήστου Χρυσόπουλου: ένα παιχνίδι με σύμβολα, ή η γραφή ως ασταθές ερωτηματικό. Χάρτης. Ανακτήθηκε 18 Ιουνίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_69.html

 

Κατσιγιάννης, M. (2026). Η συγγραφική νοοτροπία του Τζορτζ Όργουελ ως παρακαταθήκη. τοβιβλίο.net. Ανακτήθηκε 18 Ιουνίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/02/blog-post_27.html

 

Ντελέζ, Ζ (2024). Κριτικά και κλινικά (Χ. Κολύρη, Μτφρ., Γ. Ρήγας, Επιμ.). Αθήνα:Κέδρος.

 

Ντελέζ, Ζ. (2025). Δύο καθεστώτα τρελών: Κείμενα και συνεντεύξεις 1975-1995 (Κ. Μπούντας, Μτφρ., Ντ. Λαπουζάντ, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

 

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

 

Orwell. G. (2011). Δοκίμια (Γ. Λυκιαρδόπουλος & Στ. Ροζάνης, Μτφρ.). Έρασμος.

 

Όργουελ, Τζ. (2021). Βιβλία εναντίον τσιγάρου (Γ. Ί. Μπαμπασάκης, Μτφρ.). Μεταίχμιο.

 

Όργουελ, Τζ. (2022). Ό,τι μου κάνει κέφι (Ο. Πάππος, Μτφρ.). Μεταίχμιο.

 

Φουκό, Μ. (1989). Επιτήρηση και τιμωρία: Η γέννηση της φυλακής (Κ. Χατζηδήμου & Ι. Ράλλη, Μτφρ.), Ράππας.

 

Φουκό, Μ. (2008). Το μάτι της εξουσίας (μτφρ, Τ. Μπέτζελος), Βάνιας.

 


Πρώτη δημοσίευση: τοβιβλίο.net | Διάβασέ το!, 18 Ιουνίου 2026


* Αναζητήστε κι άλλα κείμενά μου για τον συγγραφέα στο παρόν ιστολόγιο.


[1] Βλ.: Κατσιγιάννης, 2025α, 2025β.