Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνική κριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνική κριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Η συγγραφική νοοτροπία του Τζορτζ Όργουελ ως παρακαταθήκη

Η συγγραφική νοοτροπία του Τζορτζ Όργουελ ως παρακαταθήκη 


του Μιχάλη Κατσιγιάννη


 

Η σκέψη και η συζήτηση γύρω από τον Τζορτζ Όργουελ εγείρει πάντοτε ζητήματα υπαρξιακής φύσης γύρω από την τέχνη ως λειτουργία. Τι είναι και πώς δρα η πολιτική γραφή; Η αισθητική είναι – και πρέπει να μείνει – καθαρή; Ποιος είναι ο σκοπός του καλλιτέχνη; Τέτοιου είδους θεμελιακά ερωτήματα απασχολούν νομίζω σχεδόν κάθε άνθρωπο που έρχεται αντιμέτωπος με το έργο του Τζορτζ Όργουελ είτε πρόκειται για τα λογοτεχνικά του κείμενα είτε πρόκειται για τα δοκιμιακά του κείμενα.

Ο Όργουελ είναι προφανώς και εμφανώς ένας πολιτικός, στρατευμένος συγγραφέας στις αξίες της αριστερής και δημοκρατικής κουλτούρας και νοοτροπίας και τα ιδανικά μιας καλύτερης, ανοικτής, δικαιότερης και ανθρώπινης κοινωνίας. Πορεύθηκε στη ζωή του χωρίς την υιοθέτηση δογμάτων, ορθοδοξιών, ιδεοληψιών και κομματικών εμμονών και κήρυξε έναν λογοτεχνικό λόγο ενάντια στη βαρβαρότητα του ολοκληρωτισμού – με τα πλέον χαρακτηριστικά του έργα 1984 και Η φάρμα των ζώων.

Ο Μπαμπασάκης σημειώνει σχετικά: «ένας ανοιχτομάτης επικριτής των κακώς κειμένων, δίχως ποτέ να περνάει στην όχθη της απόλυτης άρνησης, και δίχως, επίσης, πότε να ενστερνίζεται μονοκόμματες λαμαρίνες ιδεών, δογματικά πακέτα και σύνολα ιδεολογημάτων» (Όργουελ, 2021: 198). 

Ή όπως το θέτει και ο ίδιος ο Όργουελ με την πασίγνωστη δήλωσή του: «κάθε γραμμή σοβαρού έργου που έχω γράψει από το 1936 γράφτηκε, άμεσα ή έμμεσα, εναντίον του ολοκληρωτισμού και υπέρ του δημοκρατικού σοσιαλισμού,  όπως τον καταλαβαίνω» (Orwell, 2011: 19).

Ο Όργουελ, γράφει ο Μπαμπασάκης, ήταν «κόκκινο πανί για τους αντιδραστικούς και μαύρο πρόβατο για όσους λογίζονταν ως σύντροφοί» του (Όργουελ, 2021: 198). Αυτό είναι κάτι που όλοι γνωρίζουμε. Όμως, όπως επίσης όλοι γνωρίζουμε, ο Όργουελ δεν πτοήθηκε στιγμή, προσπάθησε και κατάφερε «να φτάσει στις αλήθειες της ζωής, της κοινωνίας και της πολιτικής, και να τις εκφράσει με έναν τρόπο που έκανε τους φίλους της αλήθειας να τον λατρέψουν και τους εχθρούς της να τον μισήσουν και να τον διαβάλλουν», συμπληρώνει ο Μπαμπασάκης (Όργουελ, 2021: 202-203).

Η γραφή του Όργουελ είναι η πιο αντιπροσωπευτική ίσως σε ολόκληρο το λογοτεχνικό φάσμα σε ζητήματα που αφορούν την κοινωνική οργάνωση μέσω του ολοκληρωτισμού, τη βαθιά επιτήρηση και τον τοξικό έλεγχο της σκέψης, την παραβίαση ακόμη και των πιο θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την απόλυτη ανελευθερία, αλλά και τις συνθήκες του ακραίου παραλόγου. Με την πένα του εντόπισε και στηλίτευσε έντονα την κυριολεκτική πολιτική παρακμή – αλλά και την κυριολεκτική πολιτική παρακμή που έρχεται μετά το όνειρο και αυτό είναι ακόμη πιο βαρύ. Ο τρόπος του, εύγλωττος και εύληπτος, καθιστά τη λογοτεχνία και τη σκέψη του κατανοητή ακόμη και στον πιο άσχετο ή/και ανώριμο πολιτικά αναγνώστη. 

Ο φόβος προς τον ολοκληρωτισμό, για τον Όργουελ, δεν περιορίζεται μόνο στο αμιγώς πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο, αλλά απειλεί και την ίδια την ύπαρξη της λογοτεχνίας ως τέχνης και του συγγραφέα ως καλλιτέχνη, αφού «η λογοτεχνία είναι καταδικασμένη εάν χαθεί η ελευθερία της σκέψης» (Όργουελ, 2021: 67). Αυτό ακριβώς δηλαδή που συμβαίνει στα ολοκληρωτικά καθεστώτα: η δημιουργία, ο αυθορμητισμός και «η φαντασία [...] δεν μπορεί να μεγαλώσει μες στην αιχμαλωσία» (Όργουελ, 2021: 68).

Στο δοκίμιό του Λογοτεχνία και ολοκληρωτισμός γράφει, μεταξύ άλλων, γι' αυτό το ζήτημα: «αν ο ολοκληρωτισμός θριαμβεύσει σε ολόκληρο τον κόσμο, η λογοτεχνία, όπως την ξέραμε μέχρι σήμερα,  φτάνει σε ένα τέλος» (Όργουελ, 2022: 241). Και συνεχίζει ζητώντας την προσοχή των ενδιαφερόμενων: «όποιος νιώθει την αξία της λογοτεχνίας, όποιος βλέπει τον κεντρικό ρόλο που παίζει στην εξέλιξη της ανθρώπινης Ιστορίας, πρέπει να δει ως ζήτημα ζωής και θανάτου την αντίσταση στον ολοκληρωτισμό, είτε αυτός μας επιβάλλεται απέξω είτε από μέσα» (Όργουελ, 2022: 242).

Ο Όργουελ άφησε πολύ έντονα το στίγμα του σε αυτού του είδους τη λογοτεχνική πρόθεση και πρακτική και γι' αυτό πολεμήθηκε και συνεχίζει μέχρι και σήμερα να δέχεται δηλητηριώδεις και συχνά ανεδαφικές επικρίσεις και κριτικές. Το ότι πολεμήθηκε όσο λίγοι δεν πρόκειται για κάποιο νέο, όλοι το γνωρίζουν ότι δεν είναι λίγοι αυτοί που τον κατατάσσουν στις αμφιλεγόμενες προσωπικότητες είτε του λογοτεχνικού στερεώματος είτε και γενικότερα. Ωστόσο, έχει πολύ μεγάλη σημασία να κοιτά κανείς πρώτα και να ελέγχει ποιος και από ποια ιδεολογικο-πολιτική θέση και κατεύθυνση μιλά. Συνεχίζω. 

Το μεγάλο ζήτημα για τον Τζορτζ Όργουελ είναι η ισορροπία μεταξύ του πολιτικού και του αισθητικού. Κάτι που απασχολεί αρκετούς συγγραφείς ανεξάρτητα από το αν εν τέλει επιτυγχάνουν μια τέτοια ισορροπία. Αυτό είναι το μεγάλο συγγραφικό άγχος του Όργουελ, εκεί εντοπίζεται η ουσία της συγγραφικής του νοοτροπίας. Για να καταλάβει κανείς τη συγγραφική νοοτροπία του Όργουελ νομίζω ότι οφείλει πρώτα να καταλάβει το θεμέλιο πάνω στο οποίο υπάρχει, δρα και δημιουργεί. Το θεμέλιο αυτό συνοψίζεται στην κοσμοθεωρητική άποψη ότι τα πάντα είναι πολιτικά, τα πάντα είναι ζητήματα πολιτικής ερμηνείας και ιδεολογικής επεξεργασίας:

Τα πάντα είναι πολιτική. Όχι απαραίτητα με την καθιερωμένη έννοια, αλλά με την έννοια ότι το κάθε υποκείμενο επιτελεί ποικίλες πρακτικές οι οποίες δεν είναι ούτε ανεξάρτητες ούτε περιφερειακές στην ιδεολογική του βάση. Αντίθετα, πηγάζουν ευθέως απ’ αυτή και συνομιλούν, αναγκαστικά, μαζί της. Επομένως, δεν υφίσταται η κατάσταση και θέση ενός απολίτικου, μη ιδεολογικού, ουδέτερου λόγου: κάθε λόγος κατασκευάζεται και κατασκευάζει σκόπιμα ιδεολογικά φορτισμένες «αλήθειες», οι οποίες, ανεξάρτητα από το τι λένε, βρίσκονται εντός του δυναμικού πεδίου των σχέσεων εξουσίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο (και λόγο), οι ανθρώπινες σχέσεις [...] οφείλουν να ιδωθούν και να αναλυθούν στη βάση μιας μάχης συμφερόντων, όπου κάθε υποκείμενο και κάθε πλευρά, εκπροσωπεί κι επιτελεί όχι μια καθολική, αναλλοίωτη «αλήθεια», αλλά μια άποψη για το πώς επιλέγει να εννοήσει και να αναπαραστήσει το κάθε τι (Κατσιγιάννης, 2025).[1]

Στην βάση αυτή κινείται ο Όργουελ και, επομένως, η τέχνη γι' αυτόν δεν μπορεί παρά να αποτελεί μια εγγενώς πολιτική δραστηριότητα. Το βασικό του μέλημα είναι η αλλαγή της πρόσληψης της πολιτικής γραφής: «αυτό που πάνω απ' όλα θέλησα [...] είναι να μετατρέψω την πολιτική γραφή σε τέχνη» (Orwell, 2011: 19). Μας λέει ο ίδιος: «κανένα βιβλίο δεν είναι αυθεντικά ελεύθερο πολιτικών προκαταλήψεων. Η άποψη πώς η τέχνη δεν έχει καμιά δουλειά με την πολιτική αποτελεί η ίδια μια πολιτική στάση (Orwell, 2011: 16)». Και αλλού: «η προπαγάνδα με κάποια μορφή υφίσταται σε κάθε βιβλίο [...] κάθε έργο τέχνης έχει ένα νόημα και ένα σκοπό – πολιτικό, κοινωνικό και θρησκευτικό» (Orwell, 2011: 72).

Στη σκέψη του Όργουελ λοιπόν το αισθητικό δεν βρίσκεται εκτός του πολιτικού (και το αντίθετο), δεν πρόκειται δηλαδή για μια προαιρετική διαλεκτική, αλλά για ενοποίηση που έτσι, και ως τέτοια, επιτελείται από το συγγραφικό υποκείμενο. Δεν δύναται να συμβαίνει διαφορετικά. Ο Όργουελ αντιτίθεται στο δόγμα (και σε αυτό) η τέχνη για την τέχνη και προωθεί ένα διαφορετικό λογοτεχνικό μοντέλο, το οποίο δεν αναγνωρίζει καμία ουδετερότητα, καμία καθαρότητα στην τέχνη: «οι αισθητικές μας κρίσεις χρωματίζονται πάντα από τις προκαταλήψεις και τα πιστεύω μας» (Orwell, 2011: 72).

Διαβάζω σχετικά με αυτό από τον ίδιο: «ο καθένας γράφει γι' αυτά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Το πρόβλημα είναι απλώς με ποια πλευρά τάσσεται κανείς και με ποιον τρόπο την προσεγγίζει. Κι όσο πιο πολύ συνειδητές είναι οι πολιτικές κλίσεις σου, τόσο πιο πολλές πιθανότητες έχεις να δράσεις πολιτικά χωρίς να θυσιάσεις την αισθητική και πνευματική σου ακεραιότητα» (Orwell, 2011: 19).

Με άλλα λόγια, για τον Όργουελ η τέχνη κάνει κι αυτή, με τον δικό της τρόπο, πολιτική:

πάντοτε υποστήριζα ότι κάθε καλλιτέχνης είναι προπαγανδιστής. Δεν εννοώ πολιτικός προπαγανδιστής. Εάν διαθέτει την οποιαδήποτε ειλικρίνεια ή ταλέντο, δεν μπορεί να είναι αυτό. Το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής προπαγάνδας έχει να κάνει με το να λες ψέματα, όχι μόνο σε σχέση με τα γεγονότα, αλλά και σε σχέση με τα ίδια σου τα συναισθήματα. Όμως κάθε καλλιτέχνης είναι προπαγανδιστής με την έννοια ότι προσπαθεί, άμεσα ή έμμεσα, να προβάλλει μία οπτική της ζωής η οποία του φαίνεται ποθητή» (Όργουελ, 2022: 215).

Στον Όργουελ, αλλά και σε πολλούς άλλους συγγραφείς, το κέντρο βάρους βρίσκεται στον πόλο του πολιτικού, όχι του αισθητικού, όπως ο καθένας είναι σε θέση να διακρίνει σχετικά. Αποκαλύπτεται εξάλλου ο ίδιος: «κοιτώντας αναδρομικά όλο μου το έργο, βλέπω ότι κατά κανόνα όταν μου' λειπε ένας πολιτικός στόχος έγραφα άψυχα βιβλία και ξεστράτιζα σε φανταχτερά κατεβατά, σε προτάσεις δίχως νόημα, σε διακοσμητικά επίθετα και γενικά σε αερολογίες» (Orwell, 2011: 22).

Όμως, χρειάζεται μεγάλη προσοχή εδώ. «Η πολιτική ευθύτητα» δεν αρκεί από μόνη της όπως δεν αρκεί από μόνη της και «η αισθητική ευσυνειδησία» (Orwell, 2011: 72), μας προειδοποιεί ο συγγραφέας. Όταν κυριαρχεί η τελευταία το λογοτεχνικό κείμενο παραπαίει στην υποτιθέμενη καθαρή αισθητική και στον φορμαλισμό, υιοθετεί ο συγγραφέας το δόγμα η τέχνη για την τέχνη. Όταν κυριαρχεί το πρώτο παρατηρείται συχνά μια στρεβλή, περιχαρακωμένη και εξίσου δογματική «πολιτική πειθαρχία» και μετατρέπεται η λογοτεχνία σε ένα άκαρπο και στεγνό περιβάλλον, σε μια «άγονη πεδιάδα» (Orwell, 2011: 72).

Αυτή η μεγάλη έγνοια και μέριμνα του συγγραφέα αναφορικά με την εύρεση του πολυπόθητου εκείνου τρόπου που θα θέσει σε ισορροπία το αισθητικό με το πολιτικό μπορεί να διαφανεί και από το πώς αυτο-κρίνεται και επί του πεδίου: 

όταν κάθομαι να γράψω ένα βιβλίο, δεν λέω στον εαυτό μου «Πρόκειται να κάνω ένα έργο τέχνης». Το γράφω επειδή υπάρχει κάποιο ψέμα που θέλω ν' αποκαλύψω, κάποιο γεγονός στο οποίο θέλω να επισύρω την προσοχή, και το πρωταρχικό μου μέλημα είναι να δημιουργήσω ένα ακροατήριο. Αλλά δεν θα μπορούσα να καταπιαστώ με το γράψιμο ενός βιβλίου ή ακόμα ενός εκτεταμένου άρθρου σε περιοδικό, αν αυτό δεν αποτελούσε συγχρόνως  και μια αισθητική εμπειρία. Οποιοσδήποτε εξετάσει προσεκτικά το έργο μου θα δει ότι ακόμα κι όταν αποτελεί μια ξεκάθαρη προπαγάνδα περιέχει πολύ από εκείνο το στοιχείο που ένας επαγγελματίας πολιτικός θα το θεωρούσε άσχετο με την πολιτική» (Orwell, 2011: 19-20).

Συνεπώς, η ρευστή διαδικασία της λογοτεχνικής δημιουργίας, της γραφής (γι' αυτό επικίνδυνη, γι' αυτό γοητευτική), απαιτεί από το συγγραφικό υποκείμενο έναν ιδιότυπο έλεγχο στα πάθη τόσο στα μεν (αισθητική αξία και επεξεργασία) όσο και στα δε (πολιτική κατεύθυνση, θέση και τοποθέτηση). Αυτό μας δίδαξε και μας διδάσκει ο Τζορτζ Όργουελ.

 

Βιβλιογραφία

 

Κατσιγιάννης, M. (2025). Λογοτεχνικό τοπίο και ανθρώπινες σχέσεις. Art in Vivo. Ανακτήθηκε 19 Φεβρουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_76.html

 

Orwell. G. (2011). Δοκίμια (Γ. Λυκιαρδόπουλος & Στ. Ροζάνης, Μτφρ.). Έρασμος.

 

Όργουελ, Τζ. (2021). Βιβλία εναντίον τσιγάρου (Γ. Ί. Μπαμπασάκης, Μτφρ.). Μεταίχμιο.

 

Όργουελ, Τζ. (2022). Ό,τι μου κάνει κέφι (Ο. Πάππος, Μτφρ.). Μεταίχμιο.

 

Πρώτη δημοσίευση: τοβιβλίο.net | Διάβασέ το!20.02.2026


[1] Περισσότερα γι’ αυτό, βλ. τη σχετική βιβλιογραφία (Peter L. Berger & Thomas Luckmann, Michel Foucault, Judith Butler κ.λπ.).

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Σημειώσεις για τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Σημειώσεις για τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Bertrand Daullé, Jorge Luis Borges
 

Ισχύει για κάθε είδος και μορφή τέχνης, ισχύει επομένως και για τη λογοτεχνία: καλή γραφή είναι η γραφή εκείνη που δεν ακολουθεί τις μορφές ζωής που έχουν ήδη παραχθεί και δεν συμβιβάζεται μαζί τους προσπαθώντας απλώς να τις διαχειριστεί, αλλά εκείνη που αγαπά και αναλαμβάνει πολλά ρίσκα. Δηλαδή; Καλή γραφή είναι η γραφή που παράγει καινούργιες μορφές ζωής, που στέκεται πάντοτε στο όριο της συνείδησης, που πασχίζει για την υβδριδικότητα, που αναζητά και προωθεί την ετερότητα, που διασχίζει τις ροές της ζωής βρισκόμενη εντός τους. Αυτή είναι αναμφίβολα η καλή λογοτεχνία και νομίζω ότι ένα πολύ αντιπροσωπευτικό της παράδειγμα είναι, μεταξύ άλλων, ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες.

Διηγηματογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος, ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί μια δίχως τέλος πηγή άντλησης έμπνευσης και δημιουργικότητας για πολλούς ανθρώπους. Με το έργο του άφησε το δικό του ξεχωριστό αποτύπωμα στην παγκόσμια λογοτεχνία και, κατά την γνώμη μου, την έστρεψε προς άλλες, καινούργιες κατευθύνσεις και της έδωσε ξεχωριστές προοπτικές που ανέτρεψαν πολλά πράγματα.

Η λογοτεχνία του Μπόρχες βρίσκεται καθαρά σε μια φιλοσοφική διάσταση, ο λόγος της γραφής του δεν περιορίζεται μονάχα στο αισθητικά ευρηματικό, αλλά συνομιλεί βαθιά και ανοικτά θα έλεγε κανείς με ποικίλα κοσμοθεωρητικά ζητήματα, πολλές φορές μάλιστα και μέσα από την οδό μιας πλήρους ορατότητας. Αυτή η λογοτεχνικο-φιλοσοφική του διάθεση, οπτική και πρακτική αναβαθμίζει τα κείμενά του, ενδυναμώνει την ήδη υπάρχουσα σε αυτά φαντασία, αλλά και την εκτρέπει προς την ενσωμάτωση υψηλότερων ποιοτήτων και μετατρέπει την λογοτεχνική δημιουργία σε κάτι πολύ σημαντικότερο από αυτό που διαχρονικά οι περισσότεροι υποπτεύονται ότι είναι. 

Τι είναι ο Μπόρχες; Απαντώ με το τι πιστεύω ότι κάνει:

 

τι έκανε ακριβώς ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες ως συγγραφέας; Τι προσπάθησε; Ο Μπόρχες, με το πολυσχιδές του λογοτεχνικό – και μη – έργο, δίδαξε ασφάλεια ή μάλλον το γεγονός ότι η γραφή είναι ασφάλεια, παρέχει ασφάλεια και χαρίζει ασφάλεια. Όμως, τι θα πει αυτό; Εδώ, η ασφάλεια έχει την έννοια της σαγήνης, της γαλήνης που ο/η αναγνώστης/στρια δέχεται ποικιλοτρόπως μέσα από τη γραφή και απομακρύνεται από το βιωμένο, το άλλοτε πραγματικό και ρεαλιστικό, και αφήνεται στις δυνάμεις της φαντασίας και της ονειροπόλησης μέχρι που χάνεται στα βάθη της πλήρους ακινησίας, της μεγάλης σιωπής, και εκεί κρύβεται η σπουδαιότερη ενεργητικότητα (Κατσιγιάννης, 2025).[1]


Η γραφή του Μπόρχες, μεταμοντέρνα πριν τον μεταμοντερνισμό, αποτελεί ένα τυπικό παράδειγμα λογοτεχνικής φιγούρας και έκφρασης που χαρακτηρίζεται από το πειραματικό, υβδρικό και ενδεχομενικό στοιχείο. Το έργο του μπορεί να ιδωθεί σαν μια πολύχρωμη μάζα με ειδικές, έκτακτες αισθητηριακές ικανότητες, σαν μια αύρα που μεταγράφει το βιωμένο και το ονειρικό, σαν ένας αέναος λαβύρινθος εντός του οποίου δεν κρύβεται καμουφλαρισμένη κάποια ειδική ουσία ικανή να ερμηνεύσει τα πράγματα και τη δράση ούτε βέβαια μπερδεύεται ο κόσμος (ως μορφή και περιεχόμενο), αλλά μετασχηματίζεται η θεωρούμενη ως στιβαρή και αντικειμενική πραγματικότητά του.

Στα κείμενα του Μπόρχες διαβρώνεται ο μηχανισμός της λογικής ικανότητας ως παντοδύναμο και αξιόπιστο εργαλείο πρόσληψης του κόσμου και ως μέσο ανταπόκρισης σε αυτόν. Χρειάζεται μια προσοχή σε αυτό το σημείο: δεν υπάρχει αντικατάσταση μεθοδολογικών εργαλείων, αλλά επανανοηματοδότηση και επανακατασκευή των υπάρχοντων. Η γραφή του Μπόρχες θολώνει τα όρια (που προσπαθεί η ορθολογική, θετικιστική νοοτροπία στην πραγματικότητα να συντηρήσει και να τονώσει), μεταξύ του μαγικού και του υπαρκτού, του αφηρημένου και του συγκεκριμένου, του κανονικού και εδραιωμένου και του εναλλακτικού και ενδεχομενικου. Το θεμέλιο της λογοτεχνίας του: η γραφή του Μπόρχες είναι αντιουσιοκρατική, ανατρέπει το μοναδικό, το καθολικό, το οικουμενικό.

Στον Μπόρχες υπάρχει μια μηχανή (ή είναι ο ίδιος μια μηχανή) που ονειροποιεί τον κόσμο και τον θέτει εκτός ορίων τόσο ως προς το πεδίο της σκέψης όσο και ως προς το πεδίο της δράσης. Αυτή είναι η βάση του έργου του, ο καμβάς πάνω στον οποίο ξεκινά να δημιουργεί. Τι θα πει αυτό; Η αποδόμηση των εγκλωβιστικών και εξουσιαστικών δίπολων, ψεύτικο και αληθινό, σωστό και λάθος, λογικό και παράλογο, εφικτό και αδύνατο, άπειρο και συγκεκριμένο και άλλα πολλά, δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να επανανοηματοδοτεί τον τρόπο της διαλεκτικής του με τον κόσμο ως σύνολο. Το δυνητικό κυριαρχεί, η απειρότητα εκλαμβάνεται ως θετική και αναπόφευκτη, η μορφή ζωής που κατασκευάζεται από τον συγγραφέα λειτουργεί πάντοτε στο μέσον των δρόμων, στα σύνορα των λόγων, και οι τρόποι συσχέτισής της με τις υβριδικές συνθήκες πάνω και μέσα στις οποίες δρα την καθιστούν απρόσωπη, μη ανιχνεύσιμη και μη ελέγξιμη. 

Marcelo Neira, Borges (2014)
Στα κείμενα του Μπόρχες τα λογοτεχνικά υποκείμενα, οι κάτοικοι της γραφής του είναι μεταιχμιακοί, συνδεδεμένοι με ένα «έξω» που όλο πλάθεται χωρίς να ολοκληρώνεται και χωρίς να πρέπει να ολοκληρωθεί. Υπό αυτή την έννοια, κάποιες φορές οι χαρακτήρες του Μπόρχες απουσιάζουν ακόμη κι αν δηλώνουν εμφατικά παρόντες. Αλληλεπιδρούν ούτως ή άλλως με την αλλότητα, απλώς κάποιες φορές κλείνονται στον χώρο της και ενεργούν χωρίς να καταφέρνουν να διακριθούν εκτός της. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι η υποκειμενοποίηση της αλλότητας αποτελεί κυρίαρχο χαρακτηριστικό της τεχνοτροπίας του συγγραφέα.

Πρόκειται για μια ριζοσπαστική επανανοηματοδότηση του ανολοκλήρωτου. Ιδού ο ιδιαίτερος ρεαλισμός του Μπόρχες: ο κόσμος στο όριο της γέννησης και της καταστροφής, ο κόσμος ως συνεχόμενη ροή, η δύναμη της φαντασίας που είναι, μένει ως τέτοια και δεν χάνεται μόνο εφόσον μεταβάλλεται συνεχώς. Σε αυτόν τον τύπο κόσμου που κατασκευάζει ο Μπόρχες, τα πλάσματά του βρίσκονται σε μια φαινομενική αδράνεια (αυτή του Μπέκετ), στερούνται συνήθως την έκπληξη ή μάλλον την προσλαμβάνουν ως προϋπάρχουσα στα γεγονότα με κάποιον τρόπο και αναμειγνύονται διαρκώς με τα ερεθίσματα, όποια κι αν μπορούν να είναι αυτά.

Επίσης, στα κείμενα του συγγραφέα η δράση δεν επαφίεται αποκλειστικά στα πρόσωπα και τις ενέργειές τους, δηλαδή η όποια δράση δεν είναι αποκλειστικά έργο της κατονομασίας. Κρίσιμος βαθμός συμμετοχής αποδίδεται και στον (με την ευρύτερη έννοια) χωροχρόνο εντός του οποίου συντελείται το σύνολο των δράσεων των υποκειμένων και των πραγμάτων. Αυτό, η επιτελεστικοποίηση δηλαδή του αφηγηματικού πλαισίου, η διαχείρισή του όχι μόνο ως σκηνικού, αλλά και ως συγκροτητικού στοιχείου των συμβάντων της γραφής, είναι ένα πολύ σημαντικό λογοτεχνικό τέχνασμα του Μπόρχες.

Ο χωροχρόνος λειτουργεί ως μια προσωποποίηση της αίσθησης της απειρότητας, της αιωνιότητας που διατρέχει ολόκληρο το έργο του συγγραφέα. Δεν είναι δηλαδή ότι απλώς συμβάλει στην ενεργητική κινητοποίηση του αφηγηματικού πλαισίου, αλλά ζωντανεύει το ίδιο το υπόβαθρο του αφηγηματικού πλαισίου, δραστικοποιεί το πρώτο επίπεδο θα λέγαμε πάνω στο οποίο συμβαίνουν τα φανερά λογοτεχνικά τεκταινόμενα. Με άλλα λόγια, ο χωροχρόνος στον Μπόρχες αποτελεί ο ίδιος από μόνος του μια δράση, τη θεμελιώδη δράση που υποδέχεται τις άλλες δράσεις, αυτές των προσώπων και των πραγμάτων και, υπό αυτή την έννοια, ίσως να έχει και τη μεγαλύτερη αξία.

Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφέρω κάτι που μάλλον είναι προφανές. Το λογοτεχνικό έργο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες δεν σκιαγραφεί τον κόσμο που γνωρίζουμε και συμμετέχουμε, δεν προσφέρει στον αναγνώστη, στον κριτικό και στον ομότεχνο κανένα είδος χάρτη, καμία μεθοδολογία σύνδεσης της γραφής με την κοινή, βιωμένη μας ζωή. Υπό αυτή την έννοια, η λογοτεχνία του Μπόρχες δεν είναι περιγραφική, αναπαραστατική, αλλά αποδομητική ή, για να το θέσω καλύτερα, διότι κάτι τέτοιο δεν δύναται να συμβαίνει, αναπαριστά τη ρευστότητα που ενυπάρχει σε κάθε αποδομητική πρακτική.

Jorge Luis Borges, self portrait
Τέλος, διαβάζοντας τον Μπόρχες, οποιοδήποτε λογοτεχνικό του κείμενο, αποκτάς σταδιακά μια αίσθηση αδυναμίας και απώλειας σχετικά με τη θέση και τη συμμετοχή σου στο γίγνεσθαι του εξω-λογοτεχνικού κόσμου και εισχωρείς στο πειραματικό παιχνίδι της γραφής. Αυτή η κατάσταση είναι έντονη ειδικά αν κάποιος διαβάζει Μπόρχες για αρκετή ώρα συνεχόμενα. Σπάνια ένας συγγραφέας μπορεί να φτάσει τον αναγνώστη σε τέτοια επίπεδα (συν)ύπαρξης, σπάνια ένας συγγραφέας μπορεί να γίνει απειλητικός για τον αναγνώστη. Και οι ρόλοι αυτοί όμως δεν έχουν και τόση αξία στο διάτρητο σύμπαν του Μπόρχες. Τι εννοώ; Η λογοτεχνία του Μπόρχες, μια λογοτεχνία θαρρείς ακυβέρνητη, ρευστή και αφηρημένη, προκαλεί τον κατακερματισμό των ιδιοτήτων, εσω- και εξω-λογοτεχνικών. Από ένα σημείο, για να το θέσουμε απλοϊκά, της ανάγνωσης κι έπειτα, αναγνώστης και συγγραφέας ενοποιούνται σε ένα σώμα και αποτελούν μαζί τον ριψοκίνδυνο εξερευνητή, αλλά και πιο σημαντικό τον επαναδημιουργό του κόσμου. Και ναι, αυτό είναι κάτι που έχει επιπτώσεις.

 

* Αναζητήστε κι άλλα κείμενά μου για τον συγγραφέα στο παρόν ιστολόγιο.



[1] Βλ.: Κατσιγιάννης, M. (2025). Χόρχε Λουίς Μπόρχες: ένας λόγος για τη λογοτεχνία εκ των έσω. Βακχικόν. Ανακτήθηκε 14 Φεβρουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_39.html

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Στην επικράτεια του κέρδους και της άγνοιας

Στην επικράτεια του κέρδους και της άγνοιας  


του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Lesser Ury, Woman at writing desk (1898)
 

Το κείμενο αυτό αποτελεί την τρίτη επιστροφή μου αμιγώς στο ζήτημα της λογοτεχνικής κριτικής (για τις άλλες δύο αναλύσεις μου, βλ. Κατσιγιάννης, 2025α, 2025β). Η λογοτεχνική κριτική ήταν πάντοτε μία αμφιλεγόμενη ασχολία, ένα πολεμικό πεδίο εντός του οποίου συχνά παρατηρούμε να προκαλείται χάος. Ωστόσο, όσο επιμένει κανείς να το αναλύει διεξοδικά, όσο εισχωρεί εντός του πεδίου αυτού με κριτικές διαθέσεις, τα πράγματα δεν ξεμπλέκονται φυσικά, αλλά αποσαφηνίζονται σε μεγάλο βαθμό. 

Ξεκινώ με μία προσωπική παρατήρηση σχετικά με το πώς αντιλαμβάνομαι και επιτελώ την κριτική. Δεν γράφω για ό,τι διαβάζω. Σέβομαι τα κείμενα και τους δημιουργούς τους, καθώς και την ίδια την πρακτική της (λογοτεχνικής) κριτικής. Έτσι, αρνούμαι να γράψω τόσο για ό,τι διαβάζω όσο και για ό,τι μου πλασάρεται ως αριστούργημα. Προσωπικά, αντιλαμβάνομαι την κριτική και αναλυτική έκφραση ως στάση, συμπεριφορά και κουλτούρα. Θεωρώ την κριτική ένα πολύ σημαντικό εργαλείο και τα κείμενα με τα οποία καταπιάνομαι τα νοηματοδοτώ ως σημεία ζωής των δημιουργών που τα παρήγαγαν, αλλά και σημεία ζωής δικά μου. Γράφω λοιπόν για ό,τι κατάφερε να με συγκινήσει, να με πείσει να συνομιλήσω μαζί του, να αφεθώ στις σκέψεις που έχει να μου προσφέρει, να περιπλανηθώ στις διαδρομές της νοοτροπίας του και να αλλάξω όσο και αν γίνεται μέσα από αυτό. Γράφω για κείμενα στα οποία προσδίδω εγώ ο ίδιος αξία και λόγο ύπαρξης. 

Ας δούμε όμως τι συμβαίνει γενικώς. Τι κάνουν αυτοί που γράφουν για ό,τι διαβάζουν; Τι κάνουν αυτοί που διαβάζουν σαν να πρέπει να διαβάσουν; Τι κάνουν αυτοί που γράφουν σαν να δουλεύουν (με την αρνητική έννοια);

Απαντώ με μία θέση που νομίζω ότι δεν μπορεί εύκολα να αμφισβητηθεί: είναι απίθανο σε κάποιον να αρέσει ό,τι διαβάζει και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που να γράφει γι' αυτά. Επομένως, ο κριτικός – ακόμη κι αν δεν αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοιος με σκοπό την παροχή άλλοθι στον τρόπο που επιτελεί το έργο του – που γράφει για ό,τι διαβάζει εκπίπτει σε μια υποκριτική και διαμεσολαβητική εργασία, δεν είναι παρά ένας βιβλιο-έμπορος που επιτελεί το έργο εξυπηρέτησης διαπροσωπικών/φιλικών και εμπορικών/οικονομικών συμφερόντων. Δεν έχει προφανώς ως ανάγκη να εκφραστεί για ένα κείμενο μέσα από ένα κείμενο κι ούτε τον απασχολεί πραγματικά να μας το συστήσει. Αντίθετα, ενδιαφέρεται για μια προώθηση προϊόντος και μάλιστα τυποποιημένου στυλ. Για τον βιβλιο-έμπορο κριτικό αξία έχει μόνο ό,τι δύναται να ιδωθεί υπό την οπτική της κατανάλωσης και να μετατραπεί σε εμπόρευμα (βλ. Bauman, 2005).

Στην Ελλάδα σήμερα είναι πολύ λίγοι οι κριτικοί που ασχολούνται με κάποιο κείμενο όχι υπό όρους παρουσίασης. Αυτό επηρεάζει και την επιλογή των κειμένων που κατά καιρούς βλέπουμε να κρίνονται, να σχολιάζονται και να προτείνονται. Θέλω να πω, η κριτική ενός κειμένου ως παρουσίαση προσιδιάζει σε εύκολα, τυποποιημένα και νορμοποιημένα κείμενα, σε κείμενα που κατά μία έννοια προκαλούν αυτού του είδους την ασχολία μαζί τους. Με τον ίδιο τρόπο, η κριτική ενός κειμένου όχι ως παρουσίαση, μάλλον εύλογα προτιμά να εμπλακεί με κείμενα άλλα, τελείως διαφορετικά που ακριβώς εξαιτίας της κακής κριτικής που κυκλοφορεί και κυριαρχεί παραμένουν είτε αθέατα είτε διαστρεβλωμένα.

Ο βιβλιο-έμπορος κριτικός κάνει σε μεγάλο βαθμό κακό. Είναι αλήθεια αυτό. Ο κριτικός αυτός δεν έχει τα γνωστικά (με την ευρύτερη έννοια) και ίσως και άλλα εργαλεία να αποκωδικοποιήσει μια καλλιτεχνική παρέμβαση, να εμβαθύνει σε μια αισθητική εμπειρία και αγνοεί την αρχιτεκτονική τόσο της γραφής όσο και της ανάγνωσης καθώς και όλων εκείνων των άπειρων και αόριστων σημείων που ανάλογα με τη συναρμολόγηση που τους γίνεται κάθε φορά (κάθε φορά είναι πάντοτε μία άλλη φορά, ακόμη κι όταν μία φορά είναι ίδια με μια άλλη, είναι πάντοτε διαφορετική), παράγεται το λογοτεχνικό κείμενο.

Με άλλα λόγια, ο βιβλιο-έμπορος κριτικός παρουσιάζει σοβαρή άγνοια και αδυναμία να λειτουργήσει μέσα σε (και με) την πολλαπλή και απρόσωπη γλώσσα της λογοτεχνίας, είναι γυμνός (με την αρνητική έννοια) μπροστά της. Έτσι, ο κριτικός αυτός καταστρέφει τη δημιουργία τόσο ως έννοια (αέναη και μεταβαλλόμενη) όσο και ως αποτέλεσμα, αφού εισχωρεί στη διάστασή της χωρίς να είναι σε θέση να την κατανοήσει, πόσο μάλλον να την (δια)χειριστεί.

Σκέφτομαι συχνά αυτή την κατάσταση και μετά σκέφτομαι ότι η κατάσταση αυτή δεν έχει μεγάλη επισκεψιμότητα από πολλές σκέψεις. Γενικότερα, υπάρχει είτε μια αδιαφορία είτε μια ανακούφιση γι' αυτή την κατάσταση. Συνεχίζω όμως. 

Για να γράψει κανείς ένα κείμενο για ένα κείμενο, δεν οφείλει απλώς να διαβάσει το δεύτερο κείμενο. Η τελευταία αυτή πράξη είναι με πολύ απλά λόγια το έργο του αναγνώστη. Αν και το ξέρουμε καλά από αρκετούς κριτικούς, όπως τον Hawthorn για παράδειγμα, ότι η κριτική δεν είναι παρά η κοινοποίηση μιας προσωπικής ανάγνωσης (1993), η πρακτική της γραφής για μια γραφή νομίζω ότι επιβάλλει και ένα άλλο όχι είδος άλλα μάλλον επίπεδο συνομιλίας με το κείμενο, ένα εμβριθές επαναληπτικό κοίταγμα σε αυτό από άλλες οπτικές γωνίες τόσο νοητές όσο και μη. Έχω την άποψη ότι αυτή η παρατήρηση οφείλει να είναι πλήρως κατανοητή.

Η κριτική ως πρακτική είναι μια μετάβαση από την αναγνώριση και την ανάγνωση μιας γραφής στην δομημένη κατασκευή μιας γραφής για μια γραφή. Τι σημαίνει αυτό; Η γραφή για μια γραφή δεν είναι τίποτα πέρα από την προέκταση της αναγνωστικής συνθήκης από το μέρος του ιδιωτικού (όχι του προσωπικού) και της εσωστρέφειας στο μέρος του δημόσιου και της εξωστρέφειας. Γράφοντας για ένα κείμενο επανασυγκροτώ την ανάγνωσή μου, αλλά την σχεδιάζω κιόλας στρεφόμενος προς το πεδίο του ορατού λόγου και της εμφανούς εξερεύνησης.  Απομονολογοποιώ δηλαδή τον λόγο μου και μετασχηματίζω τη διαλεκτική, της δίνω δηλαδή σαφή, ορατό και ξεκάθαρο προσανατολισμό: αποκτώ συνομιλητές με την κυριολεκτική έννοια και με κυριολεκτική μορφή, ανεξάρτητα από τον τρόπο της παρουσίας τους και της επαφής μου μαζί τους.

Η γραφή της κριτικής φεύγει, εγκαταλείπει το βλέμμα της ανάγνωσης στον βαθμό που το υποκείμενο αποσύρεται από το μοναχικό γέλιο και την ονειρική περιπλάνηση και προσχωρεί σε ένα είδος εργασίας που προσιδιάζει στην κούραση της ημέρας, της επικοινωνίας και αντικαθιστά την καλώς εννοούμενη αδράνεια που ενυπάρχει στην αναγνωστική διαδικασία με ένα είδος διαρκούς εγρήγορσης. Έχει σημασία αυτή η παρατήρηση. Με την πρακτική της κριτικής, ο κριτικός αφήνει αυτό το «ελαφρύ, αθώο ναι» της ανάγνωσης και επιχειρεί να προσεγγίσει τη «διακινδύνευση» στην οποία υπάρχει ο συγγραφέας και να δοκιμάσει το έργο ως ανοικτή βία και απώλεια (βλ. Blanchot, 2018).

Ο κριτικός, από τη στιγμή που αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο, οφείλει να μας μιλήσει, δεν μπορεί να καταρρεύσει ούτε και μπορεί να αποσυρθεί στον εαυτό του χωρίς τουλάχιστον να μας δείξει τόσο τον δρόμο όσο και την μεθοδολογία της επιστροφής. Ο κριτικός οφείλει (προς τους πάντες: στο λογοτεχνικό κείμενο, στο δικό του κείμενο, στον εαυτό του και στους αναγνώστες) να έχει (λιγότερο ή περισσότερο ρευστή) άποψη και θέση όχι μόνο αίσθηση και εντύπωση. Η κριτική λοιπόν τι είναι; Είναι η μεταφορά της ανάγνωσης υπό τους όρους της εξουσίας και της συγκεκριμενοποίησης των σημείων της αορατότητας. Με άλλα λόγια, η έξοδος από το αχανές πεδίο του παραληρηματικού αγγίγματος και η είσοδος στην κλίμακα του λόγου και της διαβάθμισης των ποιοτήτων του.

Η γραφή για τη γραφή (γιατί αυτό είναι εν τέλει η κριτική) δεν είναι ότι γίνεται από ενική πληθυντική, άλλα ότι ξεσκεπάζει την πληθυντικότητα της συνθήκης της ανάγνωσης και την κάνει να δρα στο φως. Δεν είναι η ονειρική εμπειρία πια που κινητοποιεί τη σκέψη, άλλα το γεγονός ότι η σκέψη είναι πλέον μια πραγματική, υλική επαφή στο υπαρκτό πλαίσιο του χωροχρόνου της ζωής του κριτικού. Με άλλα λόγια, η γραφή της κριτικής είναι η καταγραφή μιας ονειρικής εμπειρίας μέσα από τα φίλτρα της συνειδητοποίησης αυτής.

Ο λόγος της κριτικής δεν είναι ένας λογοτεχνικός λόγος, άλλα ένας μετα-λογοτεχνικός λόγος, μια μετα-γλώσσα, δηλαδή ένας λόγος, είτε γενικός είτε ειδικός, για τη λογοτεχνία και τα κείμενά της, ο οποίος μπορεί να πάρει ποικίλες υποστάσεις και να λειτουργήσει μέσω ποικίλων εκφραστικών διεξόδων. Αυτό δεν τον καθιστά μη προσωπικό, άλλα σίγουρα τον αποσύρει από μία αμιγώς εμπειρική και ιμπρεσιονιστική καταγραφή. Έτσι, ο κριτικός δεν είναι ότι πρέπει απλώς να μας εκθέσει την ανάγνωσή του (αυτό είναι ό,τι συμβαίνει κατά κόρον σήμερα), αλλά ότι πρέπει να μας την εξηγήσει (την ανάγνωσή του) με κάποιον τρόπο. Πρέπει δηλαδή να μας εκθέσει στην πρότερη έκθεσή του.

Υπό το πρίσμα όλων των παραπάνω, εκείνο το οποίο κρίνεται και αξιολογείται σε ένα κριτικό κείμενο δεν είναι μόνο το λογοτεχνικό κείμενο το οποίο κρίνεται, δηλαδή το κείμενο που προκάλεσε το κείμενο του κριτικού, άλλα και το ίδιο το κείμενο του κριτικού, η δομή, η κατασκευή, η διαδρομή και ο λόγος του.

Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς πώς ακριβώς λειτουργεί ο βιβλιο-έμπορος κριτικός, βλέπει κανείς την πρόθεσή του. Ποια είναι; Να τοποθετηθεί το λογοτεχνικό κείμενο στο πάνθεον της αγοραπωλησίας, άλλα όχι απλώς αυτό. Δεν φτάνει μόνο αυτό. Πρέπει οι αναγνώστες του να μην σκεφτούν να το συλλάβουν αλλιώς, έξω από την καταναλωτική και καπιταλιστική διάθεση και οπτική. Το κείμενο του βιβλιο-έμπορου κριτικού είναι μια διαφήμιση για το κείμενο ενός συγγραφέα που έτσι πρέπει να καταστεί αντιληπτό τόσο το ένα όσο και το άλλο.

Αυτή η κατάπτωση που βιώνει σήμερα  η κριτική αναμφίβολα χαλά τη λογοτεχνία, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ο μοναδικός παράγοντας στον οφείλεται η κατάσταση της σημερινής λογοτεχνίας. Πολλά από τα κείμενα που εκδίδονται, εκδίδονται για να μεταχειριστούν από την σημερινή κριτική όπως αυτή ξέρει, δηλαδή υπό το πρίσμα του καπιταλισμού και σαν καταναλωτικά προϊόντα. Αυτό άλλωστε είναι κάτι που το ξέρουμε και από τον Ντελέζ (Ντελέζ, & Παρνέ, 2022).

Τέλος, σημειώνω ότι η κριτική οφείλει να ξανασκεφτεί τον εαυτό της, να ξανασκεφτεί για τον εαυτό της και να συστηθεί στον κόσμο εκ νέου. Έχει πραγματικά πάρα πολλά που πρέπει να σκεφτεί και να αναθεωρήσει. Είναι δύσκολο αυτό, αλλά τι είναι και εύκολο; Η σημερινή κοινωνία, κάθε της τομέας, λειτουργεί σε αυτή την κατεύθυνση: τους κέρδους, της καταναλωτικής ηθικής, της χυδαίας διαφήμισης και προβολής, της επιφανειακής συσχέτισης, του άκρατου λιντσαρίσματος στο άλλο, στο διαφορετικό. Όμως, το γεγονός ότι πρόκειται για δύσκολο εγχείρημα, αυτό δεν θα πει ότι δεν πρέπει να επιχειρηθούν αναγκαίες ενέργειες. Πρέπει να επιχειρηθούν αναγκαίες ενέργειες τουλάχιστον από αυτούς που πραγματικά δυσφορούν με αυτό το σύστημα της κριτικής. Ο χώρος της λογοτεχνικής κριτικής χρειάζεται σειρά αναζωογονητικών επεμβάσεων αν δεν θέλουμε να συνεχίσουμε να τον βλέπουμε να απολαμβάνει την κατρακύλα. 


Βιβλιογραφία

 

Bauman, Z. (2005). Σπαταλημένες ζωές: οι απόβλητοι της νεοτερικότητας (Μ. Κρασαρίνης, Μτφρ., Π. Λέκκας, Επιμ.). Αθήνα: Κατάρτι.

 

Blanchot, M. (2018). Ο χώρος της λογοτεχνίας (Δ. Δημητριάδης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

 

Hawthorn, J. (1993). Ξεκλειδώνοντας το κείμενο: Μια εισαγωγή στην έννοια της θεωρίας της λογοτεχνίας (Μ. Αθανασοπούλου, Μτφρ.). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

 

Κατσιγιάννης, M. (2025α). Η λογοτεχνική κριτική ως μέσο και ως πεδίο. Θράκα. Ανακτήθηκε 11 Φεβρουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_5.html

 

Κατσιγιάννης, M. (2025β). Λογοτεχνία και κριτική: μια σύντομη αλλά απαραίτητη επιστροφή. Ologramma. Ανακτήθηκε 11 Φεβρουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_84.html

 

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Τα σύμπαντα των συγγραφέων: μια αναφορά στα «Ημερολόγια», του Φραντς Κάφκα

Τα σύμπαντα των συγγραφέων: μια αναφορά στα «Ημερολόγια», του Φραντς Κάφκα 

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Andy Warhol, μέρος από το Ten Portraits of Jews of the Twentieth Century (1980)
 

Δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που ασχολήθηκαν με την παραγωγή κειμένων έξω από τον αισθητικό λόγο, όπως για παράδειγμα ημερολόγια, επιστολές και γράμματα, δόκιμα κ.λπ. Στις σελίδες τέτοιων κειμένων ο αναγνώστης είναι σε θέση μεγαλύτερης ευχέρειας ως προς τη βύθιση στη σκέψη των συγγραφέων. Αποκτά ευκολότερη πρόσβαση στον τρόπο με τον οποίο οι συγγραφείς νοηματοδοτούν, ερμηνεύουν και αλληλεπιδρούν με τα ποικίλα σημεία του κόσμου. Τέτοιου είδους κείμενα είναι σημαντικά βοηθήματα για όποιον θέλει όχι απλά να συνομιλήσει με έναν συγγραφέα, αλλά να επιχειρήσει να εισαχθεί στο σύμπαν του. Κάτι που ομολογουμένως δεν είναι εύκολο και πολύ συχνά όχι ευχάριστο. 

Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι οι συγγραφείς εκείνοι που δεν ασχολήθηκαν με την παραγωγή κειμένων ανεξάρτητα από το αμιγώς λογοτεχνικό πλαίσιο έχουν μικρότερο σύμπαν ή ότι το σύμπαν τους δεν μπορεί να κατανοηθεί πλήρως από τον αναγνώστη. Σημαίνει μόνο ότι στην περίπτωση των συγγραφέων που δεν ισχύει κάτι τέτοιο ο βαθμός της αμφισημίας ως προς τη γενικότερη αντίληψή τους για τον κόσμο και τα πράγματα μειώνεται (λιγότερο ή περισσότερο).


Εδώ ο λόγος είναι για τον Φραντς Κάφκα και τα ημερολόγιά του, στα οποία δεν υπάρχουν και λίγες αναφορές σχετικά με την πρακτική αυτού του ιδιαίτερου και χρήσιμου είδους γραφής:

 

ένα πλεονέκτημα του να κρατάς ημερολόγιο είναι ότι συνειδητοποιείς με καθησυχαστική σαφήνεια τις αλλαγές που υφίστασαι διαρκώς, στις οποίες φυσικά πιστεύεις γενικά, τις οποίες μαντεύεις και ομολογείς, αλλά που αργότερα πάντα τις αρνείσαι ασυνείδητα όταν πρόκειται να αντλήσεις ελπίδα ή ηρεμία από μια τέτοια ομολογία. Στο ημερολόγιο βρίσκεις αποδείξεις ότι, ακόμα και σε καταστάσεις που σήμερα φαίνονται ανυπόφορες, ζήσαμε, κοιτάξαμε γύρω μας και σημειώσαμε παρατηρήσεις, ότι δηλαδή αυτό το δεξί χέρι κινήθηκε όπως σήμερα, που είμαστε βέβαια σοφότεροι χάρη στη δυνατότητά μας για μια αναδρομή στην τότε κατάστασή μας, αυτό όμως μας αναγκάζει να αναγνωρίσουμε ακόμα περισσότερο την τόλμη της τότε προσπάθειάς μας, που πραγματώθηκε μέσα στην άγνοια (σελ. 153-154).

Ο Φραντς Κάφκα αποτελεί ίσως ένα από τα μεγαλύτερα παραδείγματα συγγραφέων που τα μη λογοτεχνικά του κείμενα συνιστούν ένα πολύτιμο δώρο, εφάμιλλο με την λογοτεχνία του, για τον αναγνώστη. Όλα όσα λέγονται γι' αυτόν τον σπουδαίο συγγραφέα αντλούνται από το σύνολο του έργου του, λογοτεχνικό και μη. Στα ημερολόγιά του Κάφκα υπάρχουν αναφορές στην προσωπική του ζωή, στις οικογενειακές σχέσεις, σε όνειρα, σκέψεις και αναστοχασμοί, λογοτεχνικά προσχέδια, απόψεις σχετικά με τη λογοτεχνική δημιουργία, σχόλια, σκέψεις και παρατηρήσεις στο έργο συγγραφέων κ.λπ.

Ωστόσο, το σημαντικότερο στα ημερολόγια του Φραντς Κάφκα δεν φυσικά τα λόγια του ως τέτοια αλλά αυτό που κρύβουν, αυτό που εμμέσως εννοούν. Στα ημερολόγια διαβάζει κανείς τη μεγάλη ρήξη του συγγραφικού υποκειμένου, ενός πραγματικού συγγραφικού υποκειμένου που ζει με και από την γραφή, με τον κόσμο και την καθημερινή ζωή που επιβάλει άλλα αντιαισθητικά σχήματα και μηχανιστικούς τρόπους σκέψης, παρατήρησης και ζωής. Διαβάζει κανείς την ενοχλητική ένταση που υπάρχει στην οριακή σχέση του συγγραφέα που ζητά μονάχα το πάθος της γραφής με τον κόσμο που επιβάλει την κοινοτυπία, την αποχαύνωση και την αλλοτρίωση.

Gabriele Donelli, Portrait of Franz Kafka (1992)


Αυτή είναι η ουσία των ημερολογίων του Κάφκα, ότι δηλαδή ο κόσμος αυτός και οι κυρίαρχοι λόγοι του δεν ταιριάζουν, δεν μπορούν να ταιριάξουν με έναν άνθρωπο που δεν ασχολείται απλώς με την γραφή, αλλά είναι βουτηγμένος στη γραφή, είναι η ίδια η ζωή του και ο σκοπός της. Πρόκειται για την κοπιώδη προσπάθεια του συγγραφέα έναντι του λάθους γι' αυτόν κόσμο να καταφέρει να υπάρξει αληθινά και αξιοπρεπώς ως τέτοιος, να καταφέρει να ξεπεράσει τα εμπόδια, να μην τον αγγίζουν πια, να μην τον ενδιαφέρουν.

Παραθέτω δύο ενδεικτικά αποσπάσματα:

 

δεν μπορώ πια να συνεχίσω να γράφω. Βρίσκομαι στο τελειωτικό όριο, στο οποίο θα σταθώ και πάλι για χρόνια, μέχρι να μπορέσω ίσως να ξαναρχίσω ένα καινούργιο διήγημα, που και πάλι θα μείνει ημιτελές. Αυτή η μοίρα με κυνηγάει (σελ. 335).

 

όλο και πιο φοβισμένος στις σημειώσεις μου. Είναι κατανοητό. Κάθε λέξη, αναποδογυρισμένη στο χέρι των πνευμάτων – αυτή η στροφή του χεριού είναι η χαρακτηριστική τους κίνηση –, γίνεται σουβλί, στραμμένο ενάντια σ' αυτόν που την προφέρει. Ιδιαίτερα μια παρατήρηση όπως αυτή εδώ. Κι έτσι ως το άπειρο. Η παρηγοριά θα ήταν μόνο: θα συμβεί είτε το θέλεις είτε όχι. Κι αυτό που θέλεις βοηθάει ελάχιστα, ανεπαίσθητα. Περισσότερο από παρηγοριά είναι: κι εσύ έχεις όπλα (σελ. 449).

Ο Κάφκα αρνήθηκε σε όλη την διάρκεια της ζωής του να προσαρμοστεί με τα πρότυπα (ακόμη και τα λογοτεχνικά/συγγραφικά) και να συμβιβαστεί με έναν τρόπο ύπαρξης μέσα στον κόσμο όπου η γραφή και όχι μόνο η λογοτεχνία θα αποτελούσε ένα δευτερεύον γεγονός, μια ασχολία ελεύθερου χρόνου. Πρόκειται για έναν άνθρωπο του λόγου, της λέξης με την πλέον κυριολεκτική σημασία. Η γραφή στον Κάφκα δεν είναι ιδιαιτερότητα που πρέπει να ακολουθήσει τους κανόνες της ζωής, αλλά το ακριβώς αντίθετο. Και αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που ως συγγραφέας ασφυκτιούσε μέσα στον κόσμο. Για να καταλάβει κανείς τον Φραντς Κάφκα πρέπει να προσπαθήσει να τον συλλάβει ως γραφή (τόσο ως σκέψη όσο και ως πρακτική), διαφορετικά δεν έχει νόημα.

Για τον Κάφκα λοιπόν η γραφή είναι η ζωή στην ολότητά της. Έχω την άποψη ότι με βάση αυτή τη σκέψη πρέπει να κατανοηθούν τα ημερολόγια που μας άφησε. Γράφω αλλού γι' αυτό το ζήτημα:


η πολεμική κίνηση του Κάφκα δεν ήταν άλλη από τη γραφή και αυτή η διατύπωση είναι πολύ πιο σημαντική από ότι ίσως φαντάζεται κανείς. Ο Κάφκα δεν ασχολήθηκε με την λογοτεχνία μόνο εξαιτίας των λογοφιλικών, καλλιτεχνικών/δημιουργικών και αισθητικών του τάσεων, αλλά για δύο ακόμη λόγους. Ο πρώτος είναι ότι ο Κάφκα δεν έπασχε από αυτό που έπασχαν οι περισσότεροι, δηλαδή δεν τον διακατείχε η απουσία κριτικής συνείδησης, δεν τον είχε υπνωτίσει η αλλοτρίωση, και ο δεύτερος η βαθιά του γνώση ότι μόνο με την τέχνη μπορεί να κατορθωθεί η αναπαράσταση ενός άλλου ιδεώδους ικανού να συγκρουστεί με ποικίλους τρόπους και επιστρατεύοντας πληθώρα μέσων με την κατεστημένη τάξη πραγμάτων [...] για τον Κάφκα η λογοτεχνία δεν είναι ένα εξάρτημα, μία διάθεση ή μία πτυχή του εαυτού, αλλά ο ίδιος ο εαυτός, είναι μία απελευθερωτική συνθήκη, μία υπαρξιακή εστία, η οποία τον γονιμοποιεί και στην οποία συσσώρευε όλες του τις εμπειρίες (υλικές και μη) και τις μετασχημάτιζε μέσω της γραφής σε τρόπους αντίληψης και σκέψης, συναρμολογώντας έτσι τη βιοθεωρία του (Κατσιγιάννης, 2024).[1]

Σχέδιο του Franz Kafka


Η άδικη πάλη της πολυπόθητης ανάγκης για γραφή με τον κόσμο είναι στην ουσία το βασικό, το κεντρικό θέμα των ημερολογίων του, όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς. Υπό αυτήν την οπτική, δεν παρουσιάζουν καμία διαφορά με τα λογοτεχνικά του κείμενα. Μάλλον τα ημερολόγια λειτουργούν επεξηγηματικά στην λογοτεχνική του γραφή, αποσαφηνίζουν έννοιες, θέματα και γεγονότα που τον απασχολούν διαρκώς κι εντόνως. 

Οι εξοικειωμένοι αναγνώστες τόσο με το λογοτεχνικό έργο του Φραντς Κάφκα όσο και με παρόμοιες εμπειρίες (αυτό το δεύτερο είναι κρίσιμης σημασίας) διαβάζοντας τα ημερολόγιά του ίσως να μην αισθανθούν τίποτα πέρα από την ηχηρή και ταυτόχρονα σκιώδη παρουσία του συγγραφέα δίπλα τους, μέσα τους. Ευχάριστα ανατριχιαστική αναγνωστική συνθήκη που όσο τίποτα άλλο λειτουργεί ευδαιμονικά και γιατί όχι, απελευθερωτικά.

Τέλος, παραθέτω ένα ενδεικτικό απόσπασμα από το βιβλίο:

 

θέλω να γράψω, με ένα διαρκές τρεμούλιασμα στο μέτωπο. Κάθομαι στο δωμάτιο μου στο γενικό επιτελείο του θορύβου ολόκληρου του σπιτιού. Ακούω όλες τις πόρτες να χτυπούν, μόνο ο θόρυβος τους με γλιτώνει από τα βήματα αυτών που τρέχουν ανάμεσα τους, ακόμα και το χτύπο του φούρνου που κλείνει στην κουζίνα ακούω. Ο πατέρας γκρεμίζει τις πόρτες του δωματίου και περνάει σέρνοντας πίσω του τη νυχτικιά του, κάποιος ξύνει τη στάχτη από τη σόμπα στο διπλανό δωμάτιο, η Βάλι ρωτάει στο κενό, μέσα από τον προθάλαμο, σαν να φωνάζει σ' ένα παριζιάνικο σοκάκι, αν το καπέλο του πατέρα έχει καθαριστεί, ένα σσσστ, υποτίθεται φιλικό για μένα, ξεσηκώνει τις κραυγές μιας φωνής που απαντάει. Η πόρτα της εισόδου ξεσυρτώνεται και τρίζει σαν λαιμός με βρογχίτιδα, ύστερα ανοίγει περισσότερο, ακούγεται το σύντομο τραγούδισμα μιας γυναικείας φωνής, και κλείνει με μια υπόκωφη αντρίκεια σπρωξιά που έχει τον πιο βίαιο αντίκτυπο στ' αυτί. Ο πατέρας έχει φύγει, τώρα αρχίζει ο απαλότερος, πιο αφηρημένος και πιο απελπιστικός θόρυβος, οι φωνές των δύο καναρινιών. Ήδη πρωτύτερα το σκεφτόμουν, μου ξανάρθε όμως η ιδέα ακούγοντας τα καναρίνια, αν δεν θα έπρεπε ν' ανοίξω τις πόρτες μια μικρή χαραμάδα, να συρθώ σαν φίδι στο διπλανό δωμάτιο και έτσι, στο πάτωμα, να ικετέψω τις αδερφές μου και τη δεσποινίδα τους για λίγη ησυχία (σελ. 108-109).


* Φραντς Κάφκα, Τα ημερολόγια, Εξάντας, 1998, μτφρ.: ΕΡΥΚΟΚΑΚΗ ΑΓΓΕΛΑ

** Αναζητήστε κι άλλα κείμενά μου για τον συγγραφέα στο παρόν ιστολόγιο είτε ως Franz Kafka είτε ως Φραντς Κάφκα.


[1] Βλ.: Κατσιγιάννης, M. (2024). Φραντς Κάφκα: η λογοτεχνία της αμηχανίας. Χάρτης. Ανακτήθηκε 10 Φεβρουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_24.html

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Ένα μάθημα για τη γραφή: σχόλια «Για τη γραφή», του Τσαρλς Μπουκόβσκι

Ένα μάθημα για τη γραφή: σχόλια «Για τη γραφή», του Τσαρλς Μπουκόβσκι 


του Μιχάλη Κατσιγιάννη


 

Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι, τόσο ως γραφιάς όσο και ως κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο, σίγουρα δεν αποτελεί μια απλή και ήρεμη περίπτωση. Όπως συμβαίνει με όλους και όλα, έχει εχθρούς και φίλους. Ωστόσο, στην περίπτωσή του τα πράγματα είναι κάπως πιο πολωτικά, πιο οριακά.

Έχω την άποψη ότι οι άνθρωποι που σχετίζονται με τον Τσαρλς Μπουκόβσκι μοιράζονται ως κοινό χαρακτηριστικό έναν αρνητικό ναρκισσισμό, αρκετά βαθύ και μπορούν σχετικά εύκολα να χωριστούν σε δύο κατηγορίες, αν και βέβαια πρέπει να πω ότι πάντοτε υπάρχουν και ρωγμές, σαν τα έργα του συγγραφέα, μεταξύ (όλων) των κατηγοριών. 

Στην πρώτη κατηγορία, βρίσκονται οι άνθρωποι που αισθάνονται κυριευμένοι από το υψηλό, την βαθιά και ποιοτική κουλτούρα, την ευρυμάθεια, την αγάπη για τη γνώση και γενικότερα βρίσκονται αυτοί που αισθάνονται ότι, εξαιτίας του είδους άλλα και του βαθμού της πνευματικότητάς τους, είναι άξιοι να αποτελούν παραδείγματα προς μίμηση για τους πολλούς. Με άλλα λόγια, υπολείμματα και νοσταλγοί αυταρχικών στιγμών, ελπιδοφόροι καθοδηγητές της κοινής γνώμης (μιας έννοιας που δεν υπάρχει δηλαδή) και προπαγανδιστές του αστικού κύρους με ό,τι αυτό σημαίνει. Γι' αυτούς τους ανθρώπους ο Μπουκόβσκι αποτελεί κάτι σαν βδέλυγμα, μια απειλή, κάτι σαν ιός της λογοτεχνίας που αποσυντονίζει τους αναγνώστες και τον γενικότερο χώρο από τη σοβαρή, πραγματική και ποιοτική λογοτεχνία. 

Στη δεύτερη κατηγορία, βρίσκονται οι άνθρωποι που αγαπούν τη λογοτεχνία (και ενδεχομένως κι άλλες τέχνες) αλλά με έναν τρόπο τόσο όσο. Χρησιμοποιούν τσιτάτα από βιβλία, ταινίες, στίχους από τραγούδια και ποιήματα για να προκαλέσουν εντύπωση στον συνομιλητή και στον εαυτό τους και, αν κάποτε η συζήτηση προχωρήσει λίγο πιο βαθιά, δημιουργείται σοβαρό πρόβλημα. Γι' αυτούς τους ανθρώπους, τα κείμενα του Μπουκόβσκι αποτελούν έναν ακόμη τρόπο να φιγουράρουν και να παρουσιαστούν ως «εναλλακτικοί» και «ψαγμένοι».

Με το παρόν κείμενο θα προσπαθήσω να εξηγήσω την υβδριδικότητα και την ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει τον Τσαρλς Μπουκόβσκι – και που μάλλον είναι αυτά τα θεμελιακά του γνωρίσματα που τον καθιστούν μη εύκολα διαχειρίσιμο – μιλώντας για το βιβλίο του με τίτλο Για τη γραφή (Πατάκης, 2019, μτφρ.: Γιώργος Λαμπράκος) το οποίο αντιλαμβάνομαι σαν ένα αναγκαίο και διαχρονικό μάθημα προς όλους μας για τη γραφή (με κάθε έννοια).

Το βιβλίο περιέχει γράμματα και επιστολές που έστελνε ο Μπουκόβσκι, την χρονική περίοδο από το 1945 ως το 1993, σε εκδότες, συγγραφείς, φίλους, περιοδικά κ.λπ., αλλά και αρκετά σκίτσα του συγγραφέα. Στις επιστολές αυτές μαθαίνουμε χρήσιμα πράγματα για τη σκέψη του Μπουκόβσκι σχετικά με το πώς αντιλαμβάνεται τη λογοτεχνία, την κατάσταση της γραφής και της σχέσης του μαζί της, τον χώρο της λογοτεχνίας και το λογοτεχνικό κατεστημένο, τις απορρίψεις που είχε βιώσει, καθώς και τις απόψεις του για διάφορους λογοτέχνες.

Όπως σε κάθε του βιβλίο έτσι κι εδώ ο Μπουκόβσκι λειτουργεί σαν ένας εθνογράφος που μελετά κι εξερευνά ανθρώπους, μέρη και σημεία του κόσμου και της κοινωνίας που είτε μένουν αθέατα είτε βανδαλίζονται. Αυτό έχει κατά την γνώμη μου πολύ μεγάλη σημασία. Ο Μπουκόβσκι τοποθετείται στο ζήτημα της γραφής πάντα με κοινωνικό πρόσημο, θέλοντας να τη συλλάβει και να την εξηγήσει ως ρευστή διαδικασία και λειτουργία (και όχι ως οικουμενική και αναλλοίωτη κατάσταση), η οποία διαμορφώνεται και ενεργεί όχι μόνο ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις του εκάστοτε υποκειμένου, αλλά και ανεξάρτητα από τις κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες. Έτσι, για τον Μπουκόβσκι ο λόγος περί της γραφής δεν εξαντλείται μόνο στην περιγραφή της αντίστοιχης πράξης και πρακτικής, αλλά συνδέεται και με εξω-λογοτεχνικά χαρακτηριστικά τα οποία επηρεάζουν (ποικιλοτρόπως) την εργασία ενός συγγραφέα. 

Σε συνέχεια αυτού διαβάζουμε και αρκετές σκέψεις του συγγραφέα σχετικά με τον χώρο της λογοτεχνίας και το λογοτεχνικό κατεστημένο, δηλαδή τις σχέσεις των ανθρώπων εντός του, τις λογοτεχνικές κλίκες, τα περιοδικά, τις λέσχες αναγνώσεις, τις βιβλιοπαρουσιάσεις, κ.λπ. Με το χαρακτηριστικό ωμό, κυνικό και αθυρόστομο ύφος που τον διακρίνει επιτίθεται στον συντηρητισμό και στηλιτεύει την υποκρισία, την ανοησία, τη ματαιοδοξία και τον ναρκισσισμό που διακρίνει τόσο διάφορους συγγραφείς, εκδότες και αναγνώστες, που ασχολούνται με την λογοτεχνία όσο και τις πρακτικές που εφαρμόζουν και τη νοοτροπία που προβάλλουν και επιβάλλουν:

 

κάνουν όλο και περισσότερες αναγνώσεις, γνωρίζουν άλλους του σιναφιού τους. Συζητούν μεταξύ τους. Αρχίζουν να νιώθουν πανέξυπνοι [...] ξέρουν τα πάντα εκτός από τα υδραυλικά [...] είναι πραγματικά αποκαρδιωτικό να τους βλέπεις να εξελίσσονται [...] γίνονται δάσκαλοι, στέκονται μπροστά σε άλλους και τους λένε πώς να το κάνουν. Όχι απλώς πώς να γράφουν, αλλά πώς να κάνουν τα πάντα. Τους ρουφάει κάθε διαθέσιμη παγίδα [...] πρέπει να τους δεις να διαβάζουν: το ΛΑΤΡΕΥΟΥΝ, το κοινό, τους μικροεκδότες [...] όλη αυτήν τη σύναξη ηλιθίων που πηγαίνουν σε αναγνώσεις ποίησης- κρυόκωλες σειρές ανθρώπων με ελαστικές κωλοτρυπίδες και μυαλό σαν κινέζικα ντουντλ (μαλακά). Πόσο λατρεύουν να διαβάζουν αυτοί οι ποιητές. Πόσο λατρεύουν να αφήνουν τη φωνή τους να αναδύεται. «Τώρα» λένε «θα διαβάσω μονάχα 3 ακόμη ποιήματα!» [...] και, φυσικά, τα 3 ποιήματα είναι μακροσκελή [...] για μένα, συγγραφέας είναι αυτός που γράφει [...] όχι να διδάσκεις στους άλλους το πώς, όχι να κάθεσαι σε σεμινάρια, όχι να διαβάζεις σ' ένα μαινόμενο πλήθος. Γιατί είναι τόσο εξωστρεφείς; Αν ήθελα να γίνω ηθοποιός, θα είχα δοκιμάσει τις κάμερες του Χόλυγουντ [...] η γραφή τραβάει τους χειρότερους, όχι τους καλύτερους [...] οι εκδοτικοί οίκοι του κόσμου απλώς τυπώνουν ασταμάτητα τη σαβούρα ανεπαρκών ψυχών που οι ανεπαρκείς κριτικοί αποκαλούν λογοτεχνία, ποίηση, πεζογραφία (σελ. 207-209).

 

Εξαιτίας του ότι σε αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας στοχάζεται και μιλά εκτός του λογοτεχνικού πλαισίου και εντός ενός δοκιμιακού λόγου, ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με την κουλτούρα του Τσαρλς Μπουκόβσκι σε αρκετά μεγαλύτερη πληρότητα. Αν και έχω την άποψη ότι τα λογοτεχνικά του έργα επαρκούν για την κατανόησή της, θεωρώ ότι με το Για τη γραφή γίνονται σημαντικές αποσαφηνίσεις πάνω σε αρκετά θέματα, λιγότερο ή περισσότερο περίπλοκα, οι οποίες δίνουν ένα ξεκάθαρο στίγμα σχετικά με το πώς ο Μπουκόβσκι συνδέει τη γραφή, τη λογοτεχνία με την ίδια τη ζωή. Και αυτό το τελευταίο νομίζω είναι το σημαντικότερο πράγμα στην σκέψη του:

 

όταν γράφω, το κάνω αγαπώντας τη λέξη, το χρώμα, είναι σαν να πετάω μπογιά στον καμβά, και χρησιμοποιώντας πολύ το αυτί (σελ. 34).

 

Ο Μπουκόβσκι, αντισυμβατικός όπως πάντα αλλά όχι αναίτια, εξαπολύει πυρά εναντίον του καθωσπρεπισμού και της υποτιθέμενης «σωστής» λογοτεχνίας και γραφής που οργανώνεται με τα εργαλεία του θετικισμού και της ορθολογικής και αστικής σκέψης. Η γραφή για τον Μπουκόβσκι είναι κάτι πολύ πιο βαθύ από έναν λόγο που αποτυπώνεται σε μια επιφάνεια: «προσπαθώ να φτιάξω απόθεμα και θα τινάξω τον κόσμο στον αέρα με τα ποιήματά μου» (σελ. 174):

 

έχω αυτή την αίσθηση πως είμαι ένας αρχάριος συγγραφέας. Υπάρχει αυτός ο παλιός ενθουσιασμός και θαυμασμός... Είναι σκέτη τρέλα. Πιστεύω πως τόσοι και τόσοι συγγραφείς, αφότου είναι μέσα στο παιχνίδι για ένα διάστημα, γίνονται πολύ μεθοδικοί, πολύ προσεκτικοί. Φοβούνται να κάνουν λάθη. Ρίχνεις τα ζάρια, θα σου έρθουν άσοι καμιά φορά. Μου αρέσει να κρατάω το πράγμα χαλαρό και άγριο. Ένα καλό στιβαρό ποίημα μπορεί να συμβεί, αλλά έρχεται ενώ εσύ δουλεύεις κάτι άλλο (σελ. 253).

 

Έρχομαι ξανά στον τίτλο μου: «Ένα μάθημα για τη γραφή». Ο Μπουκόβσκι απεχθάνεται τις θεωρητικολογίες, τις κριτικές αναλύσεις και τη σκέψη που προσπαθεί συνειδητά να αναδειχθεί. Ωστόσο, μέσα από τη διεξοδική αναγνώστη και μελέτη των επιστολών αυτών είναι κανείς σε θέση να εξάγει πολύ χρήσιμα συμπεράσματα και να διακρίνει διαδρομές σκέψης που φανερώνουν έναν διαυγή, οξυδερκή και πολύτροπο νου, που, όπως αποδεικνύεται (ανεξάρτητα από το ενδεχόμενο συμφωνίας ή όχι μαζί του), έχει εντρυφήσει στη λογοτεχνία, στη λογοτεχνία ως γραφή και στο γενικότερο πλαίσιο αυτής της ρευστής διαδικασίας και λειτουργίας. 

 

Στο Για τη γραφή, του Τσαρλς Μπουκόβσκι, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια άλλη ποιητική, μια ποιητική της άρνησης, της μη συμπόρευσης με την κουλτούρα της κανονικότητας που μαστίζει και τη λογοτεχνία και της αποφυγής κάθε είδους νόρμας: μια ποιητική που εμπαίζει το κατεστημένο (λογοτεχνικό και μη) και αποφασίζει όχι απλώς να μην το υιοθετήσει, να το αγνοήσει, αλλά να αναμετρηθεί μαζί του, θέτοντας τον εαυτό του σε ίση, αν όχι ανώτερη, βάση:

 

Δεν είμαι καν αληθινός καλλιτέχνης – ξέρω πως είμαι ψιλπαπατεώνας – γράφω από τα έγκατα της αηδίας, σχεδόν αποκλειστικά (σελ. 27).

 

Καταληκτικά, γράφω το εξής. Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι δεν είναι συγγραφέας με την έννοια που έχει επικρατήσει για αυτή την ιδιότητα. Είναι ανώφελη η πρόσληψή του με αυτόν τον τρόπο. Ο Μπουκόβσκι έρχεται από αλλού για να μας πάει αλλού:

 

η γραφή μου είναι μάλλον υπερβολικά πολλή. Για μένα δε γίνεται αλλιώς. Είμαι κολλημένος πάνω της [...] είχα την καλύτερη εκπαίδευση στη Λογοτεχνία που είχε ποτέ κανείς. Είμαι εδώ για να δυναμιτίσω το ταβάνι των πάντων (σελ. 252).



* Αναζητήστε κι άλλα κείμενά μου για τον συγγραφέα στο παρόν ιστολόγιο.



Πρώτη δημοσίευση: τοβιβλίο.net | Διάβασέ το!, 8 Φεβρουαρίου 2026