Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνική κριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνική κριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Στην επικράτεια του κέρδους και της άγνοιας

Στην επικράτεια του κέρδους και της άγνοιας  


του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Lesser Ury, Woman at writing desk (1898)
 

Το κείμενο αυτό αποτελεί την τρίτη επιστροφή μου αμιγώς στο ζήτημα της λογοτεχνικής κριτικής (για τις άλλες δύο αναλύσεις μου, βλ. Κατσιγιάννης, 2025α, 2025β). Η λογοτεχνική κριτική ήταν πάντοτε μία αμφιλεγόμενη ασχολία, ένα πολεμικό πεδίο εντός του οποίου συχνά παρατηρούμε να προκαλείται χάος. Ωστόσο, όσο επιμένει κανείς να το αναλύει διεξοδικά, όσο εισχωρεί εντός του πεδίου αυτού με κριτικές διαθέσεις, τα πράγματα δεν ξεμπλέκονται φυσικά, αλλά αποσαφηνίζονται σε μεγάλο βαθμό. 

Ξεκινώ με μία προσωπική παρατήρηση σχετικά με το πώς αντιλαμβάνομαι και επιτελώ την κριτική. Δεν γράφω για ό,τι διαβάζω. Σέβομαι τα κείμενα και τους δημιουργούς τους, καθώς και την ίδια την πρακτική της (λογοτεχνικής) κριτικής. Έτσι, αρνούμαι να γράψω τόσο για ό,τι διαβάζω όσο και για ό,τι μου πλασάρεται ως αριστούργημα. Προσωπικά, αντιλαμβάνομαι την κριτική και αναλυτική έκφραση ως στάση, συμπεριφορά και κουλτούρα. Θεωρώ την κριτική ένα πολύ σημαντικό εργαλείο και τα κείμενα με τα οποία καταπιάνομαι τα νοηματοδοτώ ως σημεία ζωής των δημιουργών που τα παρήγαγαν, αλλά και σημεία ζωής δικά μου. Γράφω λοιπόν για ό,τι κατάφερε να με συγκινήσει, να με πείσει να συνομιλήσω μαζί του, να αφεθώ στις σκέψεις που έχει να μου προσφέρει, να περιπλανηθώ στις διαδρομές της νοοτροπίας του και να αλλάξω όσο και αν γίνεται μέσα από αυτό. Γράφω για κείμενα στα οποία προσδίδω εγώ ο ίδιος αξία και λόγο ύπαρξης. 

Ας δούμε όμως τι συμβαίνει γενικώς. Τι κάνουν αυτοί που γράφουν για ό,τι διαβάζουν; Τι κάνουν αυτοί που διαβάζουν σαν να πρέπει να διαβάσουν; Τι κάνουν αυτοί που γράφουν σαν να δουλεύουν (με την αρνητική έννοια);

Απαντώ με μία θέση που νομίζω ότι δεν μπορεί εύκολα να αμφισβητηθεί: είναι απίθανο σε κάποιον να αρέσει ό,τι διαβάζει και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που να γράφει γι' αυτά. Επομένως, ο κριτικός – ακόμη κι αν δεν αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοιος με σκοπό την παροχή άλλοθι στον τρόπο που επιτελεί το έργο του – που γράφει για ό,τι διαβάζει εκπίπτει σε μια υποκριτική και διαμεσολαβητική εργασία, δεν είναι παρά ένας βιβλιο-έμπορος που επιτελεί το έργο εξυπηρέτησης διαπροσωπικών/φιλικών και εμπορικών/οικονομικών συμφερόντων. Δεν έχει προφανώς ως ανάγκη να εκφραστεί για ένα κείμενο μέσα από ένα κείμενο κι ούτε τον απασχολεί πραγματικά να μας το συστήσει. Αντίθετα, ενδιαφέρεται για μια προώθηση προϊόντος και μάλιστα τυποποιημένου στυλ. Για τον βιβλιο-έμπορο κριτικό αξία έχει μόνο ό,τι δύναται να ιδωθεί υπό την οπτική της κατανάλωσης και να μετατραπεί σε εμπόρευμα (βλ. Bauman, 2005).

Στην Ελλάδα σήμερα είναι πολύ λίγοι οι κριτικοί που ασχολούνται με κάποιο κείμενο όχι υπό όρους παρουσίασης. Αυτό επηρεάζει και την επιλογή των κειμένων που κατά καιρούς βλέπουμε να κρίνονται, να σχολιάζονται και να προτείνονται. Θέλω να πω, η κριτική ενός κειμένου ως παρουσίαση προσιδιάζει σε εύκολα, τυποποιημένα και νορμοποιημένα κείμενα, σε κείμενα που κατά μία έννοια προκαλούν αυτού του είδους την ασχολία μαζί τους. Με τον ίδιο τρόπο, η κριτική ενός κειμένου όχι ως παρουσίαση, μάλλον εύλογα προτιμά να εμπλακεί με κείμενα άλλα, τελείως διαφορετικά που ακριβώς εξαιτίας της κακής κριτικής που κυκλοφορεί και κυριαρχεί παραμένουν είτε αθέατα είτε διαστρεβλωμένα.

Ο βιβλιο-έμπορος κριτικός κάνει σε μεγάλο βαθμό κακό. Είναι αλήθεια αυτό. Ο κριτικός αυτός δεν έχει τα γνωστικά (με την ευρύτερη έννοια) και ίσως και άλλα εργαλεία να αποκωδικοποιήσει μια καλλιτεχνική παρέμβαση, να εμβαθύνει σε μια αισθητική εμπειρία και αγνοεί την αρχιτεκτονική τόσο της γραφής όσο και της ανάγνωσης καθώς και όλων εκείνων των άπειρων και αόριστων σημείων που ανάλογα με τη συναρμολόγηση που τους γίνεται κάθε φορά (κάθε φορά είναι πάντοτε μία άλλη φορά, ακόμη κι όταν μία φορά είναι ίδια με μια άλλη, είναι πάντοτε διαφορετική), παράγεται το λογοτεχνικό κείμενο.

Με άλλα λόγια, ο βιβλιο-έμπορος κριτικός παρουσιάζει σοβαρή άγνοια και αδυναμία να λειτουργήσει μέσα σε (και με) την πολλαπλή και απρόσωπη γλώσσα της λογοτεχνίας, είναι γυμνός (με την αρνητική έννοια) μπροστά της. Έτσι, ο κριτικός αυτός καταστρέφει τη δημιουργία τόσο ως έννοια (αέναη και μεταβαλλόμενη) όσο και ως αποτέλεσμα, αφού εισχωρεί στη διάστασή της χωρίς να είναι σε θέση να την κατανοήσει, πόσο μάλλον να την (δια)χειριστεί.

Σκέφτομαι συχνά αυτή την κατάσταση και μετά σκέφτομαι ότι η κατάσταση αυτή δεν έχει μεγάλη επισκεψιμότητα από πολλές σκέψεις. Γενικότερα, υπάρχει είτε μια αδιαφορία είτε μια ανακούφιση γι' αυτή την κατάσταση. Συνεχίζω όμως. 

Για να γράψει κανείς ένα κείμενο για ένα κείμενο, δεν οφείλει απλώς να διαβάσει το δεύτερο κείμενο. Η τελευταία αυτή πράξη είναι με πολύ απλά λόγια το έργο του αναγνώστη. Αν και το ξέρουμε καλά από αρκετούς κριτικούς, όπως τον Hawthorn για παράδειγμα, ότι η κριτική δεν είναι παρά η κοινοποίηση μιας προσωπικής ανάγνωσης (1993), η πρακτική της γραφής για μια γραφή νομίζω ότι επιβάλλει και ένα άλλο όχι είδος άλλα μάλλον επίπεδο συνομιλίας με το κείμενο, ένα εμβριθές επαναληπτικό κοίταγμα σε αυτό από άλλες οπτικές γωνίες τόσο νοητές όσο και μη. Έχω την άποψη ότι αυτή η παρατήρηση οφείλει να είναι πλήρως κατανοητή.

Η κριτική ως πρακτική είναι μια μετάβαση από την αναγνώριση και την ανάγνωση μιας γραφής στην δομημένη κατασκευή μιας γραφής για μια γραφή. Τι σημαίνει αυτό; Η γραφή για μια γραφή δεν είναι τίποτα πέρα από την προέκταση της αναγνωστικής συνθήκης από το μέρος του ιδιωτικού (όχι του προσωπικού) και της εσωστρέφειας στο μέρος του δημόσιου και της εξωστρέφειας. Γράφοντας για ένα κείμενο επανασυγκροτώ την ανάγνωσή μου, αλλά την σχεδιάζω κιόλας στρεφόμενος προς το πεδίο του ορατού λόγου και της εμφανούς εξερεύνησης.  Απομονολογοποιώ δηλαδή τον λόγο μου και μετασχηματίζω τη διαλεκτική, της δίνω δηλαδή σαφή, ορατό και ξεκάθαρο προσανατολισμό: αποκτώ συνομιλητές με την κυριολεκτική έννοια και με κυριολεκτική μορφή, ανεξάρτητα από τον τρόπο της παρουσίας τους και της επαφής μου μαζί τους.

Η γραφή της κριτικής φεύγει, εγκαταλείπει το βλέμμα της ανάγνωσης στον βαθμό που το υποκείμενο αποσύρεται από το μοναχικό γέλιο και την ονειρική περιπλάνηση και προσχωρεί σε ένα είδος εργασίας που προσιδιάζει στην κούραση της ημέρας, της επικοινωνίας και αντικαθιστά την καλώς εννοούμενη αδράνεια που ενυπάρχει στην αναγνωστική διαδικασία με ένα είδος διαρκούς εγρήγορσης. Έχει σημασία αυτή η παρατήρηση. Με την πρακτική της κριτικής, ο κριτικός αφήνει αυτό το «ελαφρύ, αθώο ναι» της ανάγνωσης και επιχειρεί να προσεγγίσει τη «διακινδύνευση» στην οποία υπάρχει ο συγγραφέας και να δοκιμάσει το έργο ως ανοικτή βία και απώλεια (βλ. Blanchot, 2018).

Ο κριτικός, από τη στιγμή που αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο, οφείλει να μας μιλήσει, δεν μπορεί να καταρρεύσει ούτε και μπορεί να αποσυρθεί στον εαυτό του χωρίς τουλάχιστον να μας δείξει τόσο τον δρόμο όσο και την μεθοδολογία της επιστροφής. Ο κριτικός οφείλει (προς τους πάντες: στο λογοτεχνικό κείμενο, στο δικό του κείμενο, στον εαυτό του και στους αναγνώστες) να έχει (λιγότερο ή περισσότερο ρευστή) άποψη και θέση όχι μόνο αίσθηση και εντύπωση. Η κριτική λοιπόν τι είναι; Είναι η μεταφορά της ανάγνωσης υπό τους όρους της εξουσίας και της συγκεκριμενοποίησης των σημείων της αορατότητας. Με άλλα λόγια, η έξοδος από το αχανές πεδίο του παραληρηματικού αγγίγματος και η είσοδος στην κλίμακα του λόγου και της διαβάθμισης των ποιοτήτων του.

Η γραφή για τη γραφή (γιατί αυτό είναι εν τέλει η κριτική) δεν είναι ότι γίνεται από ενική πληθυντική, άλλα ότι ξεσκεπάζει την πληθυντικότητα της συνθήκης της ανάγνωσης και την κάνει να δρα στο φως. Δεν είναι η ονειρική εμπειρία πια που κινητοποιεί τη σκέψη, άλλα το γεγονός ότι η σκέψη είναι πλέον μια πραγματική, υλική επαφή στο υπαρκτό πλαίσιο του χωροχρόνου της ζωής του κριτικού. Με άλλα λόγια, η γραφή της κριτικής είναι η καταγραφή μιας ονειρικής εμπειρίας μέσα από τα φίλτρα της συνειδητοποίησης αυτής.

Ο λόγος της κριτικής δεν είναι ένας λογοτεχνικός λόγος, άλλα ένας μετα-λογοτεχνικός λόγος, μια μετα-γλώσσα, δηλαδή ένας λόγος, είτε γενικός είτε ειδικός, για τη λογοτεχνία και τα κείμενά της, ο οποίος μπορεί να πάρει ποικίλες υποστάσεις και να λειτουργήσει μέσω ποικίλων εκφραστικών διεξόδων. Αυτό δεν τον καθιστά μη προσωπικό, άλλα σίγουρα τον αποσύρει από μία αμιγώς εμπειρική και ιμπρεσιονιστική καταγραφή. Έτσι, ο κριτικός δεν είναι ότι πρέπει απλώς να μας εκθέσει την ανάγνωσή του (αυτό είναι ό,τι συμβαίνει κατά κόρον σήμερα), αλλά ότι πρέπει να μας την εξηγήσει (την ανάγνωσή του) με κάποιον τρόπο. Πρέπει δηλαδή να μας εκθέσει στην πρότερη έκθεσή του.

Υπό το πρίσμα όλων των παραπάνω, εκείνο το οποίο κρίνεται και αξιολογείται σε ένα κριτικό κείμενο δεν είναι μόνο το λογοτεχνικό κείμενο το οποίο κρίνεται, δηλαδή το κείμενο που προκάλεσε το κείμενο του κριτικού, άλλα και το ίδιο το κείμενο του κριτικού, η δομή, η κατασκευή, η διαδρομή και ο λόγος του.

Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς πώς ακριβώς λειτουργεί ο βιβλιο-έμπορος κριτικός, βλέπει κανείς την πρόθεσή του. Ποια είναι; Να τοποθετηθεί το λογοτεχνικό κείμενο στο πάνθεον της αγοραπωλησίας, άλλα όχι απλώς αυτό. Δεν φτάνει μόνο αυτό. Πρέπει οι αναγνώστες του να μην σκεφτούν να το συλλάβουν αλλιώς, έξω από την καταναλωτική και καπιταλιστική διάθεση και οπτική. Το κείμενο του βιβλιο-έμπορου κριτικού είναι μια διαφήμιση για το κείμενο ενός συγγραφέα που έτσι πρέπει να καταστεί αντιληπτό τόσο το ένα όσο και το άλλο.

Αυτή η κατάπτωση που βιώνει σήμερα  η κριτική αναμφίβολα χαλά τη λογοτεχνία, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ο μοναδικός παράγοντας στον οφείλεται η κατάσταση της σημερινής λογοτεχνίας. Πολλά από τα κείμενα που εκδίδονται, εκδίδονται για να μεταχειριστούν από την σημερινή κριτική όπως αυτή ξέρει, δηλαδή υπό το πρίσμα του καπιταλισμού και σαν καταναλωτικά προϊόντα. Αυτό άλλωστε είναι κάτι που το ξέρουμε και από τον Ντελέζ (Ντελέζ, & Παρνέ, 2022).

Τέλος, σημειώνω ότι η κριτική οφείλει να ξανασκεφτεί τον εαυτό της, να ξανασκεφτεί για τον εαυτό της και να συστηθεί στον κόσμο εκ νέου. Έχει πραγματικά πάρα πολλά που πρέπει να σκεφτεί και να αναθεωρήσει. Είναι δύσκολο αυτό, αλλά τι είναι και εύκολο; Η σημερινή κοινωνία, κάθε της τομέας, λειτουργεί σε αυτή την κατεύθυνση: τους κέρδους, της καταναλωτικής ηθικής, της χυδαίας διαφήμισης και προβολής, της επιφανειακής συσχέτισης, του άκρατου λιντσαρίσματος στο άλλο, στο διαφορετικό. Όμως, το γεγονός ότι πρόκειται για δύσκολο εγχείρημα, αυτό δεν θα πει ότι δεν πρέπει να επιχειρηθούν αναγκαίες ενέργειες. Πρέπει να επιχειρηθούν αναγκαίες ενέργειες τουλάχιστον από αυτούς που πραγματικά δυσφορούν με αυτό το σύστημα της κριτικής. Ο χώρος της λογοτεχνικής κριτικής χρειάζεται σειρά αναζωογονητικών επεμβάσεων αν δεν θέλουμε να συνεχίσουμε να τον βλέπουμε να απολαμβάνει την κατρακύλα. 


Βιβλιογραφία

 

Bauman, Z. (2005). Σπαταλημένες ζωές: οι απόβλητοι της νεοτερικότητας (Μ. Κρασαρίνης, Μτφρ., Π. Λέκκας, Επιμ.). Αθήνα: Κατάρτι.

 

Blanchot, M. (2018). Ο χώρος της λογοτεχνίας (Δ. Δημητριάδης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

 

Hawthorn, J. (1993). Ξεκλειδώνοντας το κείμενο: Μια εισαγωγή στην έννοια της θεωρίας της λογοτεχνίας (Μ. Αθανασοπούλου, Μτφρ.). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

 

Κατσιγιάννης, M. (2025α). Η λογοτεχνική κριτική ως μέσο και ως πεδίο. Θράκα. Ανακτήθηκε 11 Φεβρουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_5.html

 

Κατσιγιάννης, M. (2025β). Λογοτεχνία και κριτική: μια σύντομη αλλά απαραίτητη επιστροφή. Ologramma. Ανακτήθηκε 11 Φεβρουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_84.html

 

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Τα σύμπαντα των συγγραφέων: μια αναφορά στα «Ημερολόγια», του Φραντς Κάφκα

Τα σύμπαντα των συγγραφέων: μια αναφορά στα «Ημερολόγια», του Φραντς Κάφκα 

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Andy Warhol, μέρος από το Ten Portraits of Jews of the Twentieth Century (1980)
 

Δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που ασχολήθηκαν με την παραγωγή κειμένων έξω από τον αισθητικό λόγο, όπως για παράδειγμα ημερολόγια, επιστολές και γράμματα, δόκιμα κ.λπ. Στις σελίδες τέτοιων κειμένων ο αναγνώστης είναι σε θέση μεγαλύτερης ευχέρειας ως προς τη βύθιση στη σκέψη των συγγραφέων. Αποκτά ευκολότερη πρόσβαση στον τρόπο με τον οποίο οι συγγραφείς νοηματοδοτούν, ερμηνεύουν και αλληλεπιδρούν με τα ποικίλα σημεία του κόσμου. Τέτοιου είδους κείμενα είναι σημαντικά βοηθήματα για όποιον θέλει όχι απλά να συνομιλήσει με έναν συγγραφέα, αλλά να επιχειρήσει να εισαχθεί στο σύμπαν του. Κάτι που ομολογουμένως δεν είναι εύκολο και πολύ συχνά όχι ευχάριστο. 

Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι οι συγγραφείς εκείνοι που δεν ασχολήθηκαν με την παραγωγή κειμένων ανεξάρτητα από το αμιγώς λογοτεχνικό πλαίσιο έχουν μικρότερο σύμπαν ή ότι το σύμπαν τους δεν μπορεί να κατανοηθεί πλήρως από τον αναγνώστη. Σημαίνει μόνο ότι στην περίπτωση των συγγραφέων που δεν ισχύει κάτι τέτοιο ο βαθμός της αμφισημίας ως προς τη γενικότερη αντίληψή τους για τον κόσμο και τα πράγματα μειώνεται (λιγότερο ή περισσότερο).


Εδώ ο λόγος είναι για τον Φραντς Κάφκα και τα ημερολόγιά του, στα οποία δεν υπάρχουν και λίγες αναφορές σχετικά με την πρακτική αυτού του ιδιαίτερου και χρήσιμου είδους γραφής:

 

ένα πλεονέκτημα του να κρατάς ημερολόγιο είναι ότι συνειδητοποιείς με καθησυχαστική σαφήνεια τις αλλαγές που υφίστασαι διαρκώς, στις οποίες φυσικά πιστεύεις γενικά, τις οποίες μαντεύεις και ομολογείς, αλλά που αργότερα πάντα τις αρνείσαι ασυνείδητα όταν πρόκειται να αντλήσεις ελπίδα ή ηρεμία από μια τέτοια ομολογία. Στο ημερολόγιο βρίσκεις αποδείξεις ότι, ακόμα και σε καταστάσεις που σήμερα φαίνονται ανυπόφορες, ζήσαμε, κοιτάξαμε γύρω μας και σημειώσαμε παρατηρήσεις, ότι δηλαδή αυτό το δεξί χέρι κινήθηκε όπως σήμερα, που είμαστε βέβαια σοφότεροι χάρη στη δυνατότητά μας για μια αναδρομή στην τότε κατάστασή μας, αυτό όμως μας αναγκάζει να αναγνωρίσουμε ακόμα περισσότερο την τόλμη της τότε προσπάθειάς μας, που πραγματώθηκε μέσα στην άγνοια (σελ. 153-154).

Ο Φραντς Κάφκα αποτελεί ίσως ένα από τα μεγαλύτερα παραδείγματα συγγραφέων που τα μη λογοτεχνικά του κείμενα συνιστούν ένα πολύτιμο δώρο, εφάμιλλο με την λογοτεχνία του, για τον αναγνώστη. Όλα όσα λέγονται γι' αυτόν τον σπουδαίο συγγραφέα αντλούνται από το σύνολο του έργου του, λογοτεχνικό και μη. Στα ημερολόγιά του Κάφκα υπάρχουν αναφορές στην προσωπική του ζωή, στις οικογενειακές σχέσεις, σε όνειρα, σκέψεις και αναστοχασμοί, λογοτεχνικά προσχέδια, απόψεις σχετικά με τη λογοτεχνική δημιουργία, σχόλια, σκέψεις και παρατηρήσεις στο έργο συγγραφέων κ.λπ.

Ωστόσο, το σημαντικότερο στα ημερολόγια του Φραντς Κάφκα δεν φυσικά τα λόγια του ως τέτοια αλλά αυτό που κρύβουν, αυτό που εμμέσως εννοούν. Στα ημερολόγια διαβάζει κανείς τη μεγάλη ρήξη του συγγραφικού υποκειμένου, ενός πραγματικού συγγραφικού υποκειμένου που ζει με και από την γραφή, με τον κόσμο και την καθημερινή ζωή που επιβάλει άλλα αντιαισθητικά σχήματα και μηχανιστικούς τρόπους σκέψης, παρατήρησης και ζωής. Διαβάζει κανείς την ενοχλητική ένταση που υπάρχει στην οριακή σχέση του συγγραφέα που ζητά μονάχα το πάθος της γραφής με τον κόσμο που επιβάλει την κοινοτυπία, την αποχαύνωση και την αλλοτρίωση.

Gabriele Donelli, Portrait of Franz Kafka (1992)


Αυτή είναι η ουσία των ημερολογίων του Κάφκα, ότι δηλαδή ο κόσμος αυτός και οι κυρίαρχοι λόγοι του δεν ταιριάζουν, δεν μπορούν να ταιριάξουν με έναν άνθρωπο που δεν ασχολείται απλώς με την γραφή, αλλά είναι βουτηγμένος στη γραφή, είναι η ίδια η ζωή του και ο σκοπός της. Πρόκειται για την κοπιώδη προσπάθεια του συγγραφέα έναντι του λάθους γι' αυτόν κόσμο να καταφέρει να υπάρξει αληθινά και αξιοπρεπώς ως τέτοιος, να καταφέρει να ξεπεράσει τα εμπόδια, να μην τον αγγίζουν πια, να μην τον ενδιαφέρουν.

Παραθέτω δύο ενδεικτικά αποσπάσματα:

 

δεν μπορώ πια να συνεχίσω να γράφω. Βρίσκομαι στο τελειωτικό όριο, στο οποίο θα σταθώ και πάλι για χρόνια, μέχρι να μπορέσω ίσως να ξαναρχίσω ένα καινούργιο διήγημα, που και πάλι θα μείνει ημιτελές. Αυτή η μοίρα με κυνηγάει (σελ. 335).

 

όλο και πιο φοβισμένος στις σημειώσεις μου. Είναι κατανοητό. Κάθε λέξη, αναποδογυρισμένη στο χέρι των πνευμάτων – αυτή η στροφή του χεριού είναι η χαρακτηριστική τους κίνηση –, γίνεται σουβλί, στραμμένο ενάντια σ' αυτόν που την προφέρει. Ιδιαίτερα μια παρατήρηση όπως αυτή εδώ. Κι έτσι ως το άπειρο. Η παρηγοριά θα ήταν μόνο: θα συμβεί είτε το θέλεις είτε όχι. Κι αυτό που θέλεις βοηθάει ελάχιστα, ανεπαίσθητα. Περισσότερο από παρηγοριά είναι: κι εσύ έχεις όπλα (σελ. 449).

Ο Κάφκα αρνήθηκε σε όλη την διάρκεια της ζωής του να προσαρμοστεί με τα πρότυπα (ακόμη και τα λογοτεχνικά/συγγραφικά) και να συμβιβαστεί με έναν τρόπο ύπαρξης μέσα στον κόσμο όπου η γραφή και όχι μόνο η λογοτεχνία θα αποτελούσε ένα δευτερεύον γεγονός, μια ασχολία ελεύθερου χρόνου. Πρόκειται για έναν άνθρωπο του λόγου, της λέξης με την πλέον κυριολεκτική σημασία. Η γραφή στον Κάφκα δεν είναι ιδιαιτερότητα που πρέπει να ακολουθήσει τους κανόνες της ζωής, αλλά το ακριβώς αντίθετο. Και αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που ως συγγραφέας ασφυκτιούσε μέσα στον κόσμο. Για να καταλάβει κανείς τον Φραντς Κάφκα πρέπει να προσπαθήσει να τον συλλάβει ως γραφή (τόσο ως σκέψη όσο και ως πρακτική), διαφορετικά δεν έχει νόημα.

Για τον Κάφκα λοιπόν η γραφή είναι η ζωή στην ολότητά της. Έχω την άποψη ότι με βάση αυτή τη σκέψη πρέπει να κατανοηθούν τα ημερολόγια που μας άφησε. Γράφω αλλού γι' αυτό το ζήτημα:


η πολεμική κίνηση του Κάφκα δεν ήταν άλλη από τη γραφή και αυτή η διατύπωση είναι πολύ πιο σημαντική από ότι ίσως φαντάζεται κανείς. Ο Κάφκα δεν ασχολήθηκε με την λογοτεχνία μόνο εξαιτίας των λογοφιλικών, καλλιτεχνικών/δημιουργικών και αισθητικών του τάσεων, αλλά για δύο ακόμη λόγους. Ο πρώτος είναι ότι ο Κάφκα δεν έπασχε από αυτό που έπασχαν οι περισσότεροι, δηλαδή δεν τον διακατείχε η απουσία κριτικής συνείδησης, δεν τον είχε υπνωτίσει η αλλοτρίωση, και ο δεύτερος η βαθιά του γνώση ότι μόνο με την τέχνη μπορεί να κατορθωθεί η αναπαράσταση ενός άλλου ιδεώδους ικανού να συγκρουστεί με ποικίλους τρόπους και επιστρατεύοντας πληθώρα μέσων με την κατεστημένη τάξη πραγμάτων [...] για τον Κάφκα η λογοτεχνία δεν είναι ένα εξάρτημα, μία διάθεση ή μία πτυχή του εαυτού, αλλά ο ίδιος ο εαυτός, είναι μία απελευθερωτική συνθήκη, μία υπαρξιακή εστία, η οποία τον γονιμοποιεί και στην οποία συσσώρευε όλες του τις εμπειρίες (υλικές και μη) και τις μετασχημάτιζε μέσω της γραφής σε τρόπους αντίληψης και σκέψης, συναρμολογώντας έτσι τη βιοθεωρία του (Κατσιγιάννης, 2024).[1]

Σχέδιο του Franz Kafka


Η άδικη πάλη της πολυπόθητης ανάγκης για γραφή με τον κόσμο είναι στην ουσία το βασικό, το κεντρικό θέμα των ημερολογίων του, όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς. Υπό αυτήν την οπτική, δεν παρουσιάζουν καμία διαφορά με τα λογοτεχνικά του κείμενα. Μάλλον τα ημερολόγια λειτουργούν επεξηγηματικά στην λογοτεχνική του γραφή, αποσαφηνίζουν έννοιες, θέματα και γεγονότα που τον απασχολούν διαρκώς κι εντόνως. 

Οι εξοικειωμένοι αναγνώστες τόσο με το λογοτεχνικό έργο του Φραντς Κάφκα όσο και με παρόμοιες εμπειρίες (αυτό το δεύτερο είναι κρίσιμης σημασίας) διαβάζοντας τα ημερολόγιά του ίσως να μην αισθανθούν τίποτα πέρα από την ηχηρή και ταυτόχρονα σκιώδη παρουσία του συγγραφέα δίπλα τους, μέσα τους. Ευχάριστα ανατριχιαστική αναγνωστική συνθήκη που όσο τίποτα άλλο λειτουργεί ευδαιμονικά και γιατί όχι, απελευθερωτικά.

Τέλος, παραθέτω ένα ενδεικτικό απόσπασμα από το βιβλίο:

 

θέλω να γράψω, με ένα διαρκές τρεμούλιασμα στο μέτωπο. Κάθομαι στο δωμάτιο μου στο γενικό επιτελείο του θορύβου ολόκληρου του σπιτιού. Ακούω όλες τις πόρτες να χτυπούν, μόνο ο θόρυβος τους με γλιτώνει από τα βήματα αυτών που τρέχουν ανάμεσα τους, ακόμα και το χτύπο του φούρνου που κλείνει στην κουζίνα ακούω. Ο πατέρας γκρεμίζει τις πόρτες του δωματίου και περνάει σέρνοντας πίσω του τη νυχτικιά του, κάποιος ξύνει τη στάχτη από τη σόμπα στο διπλανό δωμάτιο, η Βάλι ρωτάει στο κενό, μέσα από τον προθάλαμο, σαν να φωνάζει σ' ένα παριζιάνικο σοκάκι, αν το καπέλο του πατέρα έχει καθαριστεί, ένα σσσστ, υποτίθεται φιλικό για μένα, ξεσηκώνει τις κραυγές μιας φωνής που απαντάει. Η πόρτα της εισόδου ξεσυρτώνεται και τρίζει σαν λαιμός με βρογχίτιδα, ύστερα ανοίγει περισσότερο, ακούγεται το σύντομο τραγούδισμα μιας γυναικείας φωνής, και κλείνει με μια υπόκωφη αντρίκεια σπρωξιά που έχει τον πιο βίαιο αντίκτυπο στ' αυτί. Ο πατέρας έχει φύγει, τώρα αρχίζει ο απαλότερος, πιο αφηρημένος και πιο απελπιστικός θόρυβος, οι φωνές των δύο καναρινιών. Ήδη πρωτύτερα το σκεφτόμουν, μου ξανάρθε όμως η ιδέα ακούγοντας τα καναρίνια, αν δεν θα έπρεπε ν' ανοίξω τις πόρτες μια μικρή χαραμάδα, να συρθώ σαν φίδι στο διπλανό δωμάτιο και έτσι, στο πάτωμα, να ικετέψω τις αδερφές μου και τη δεσποινίδα τους για λίγη ησυχία (σελ. 108-109).


* Φραντς Κάφκα, Τα ημερολόγια, Εξάντας, 1998, μτφρ.: ΕΡΥΚΟΚΑΚΗ ΑΓΓΕΛΑ

** Αναζητήστε κι άλλα κείμενά μου για τον συγγραφέα στο παρόν ιστολόγιο είτε ως Franz Kafka είτε ως Φραντς Κάφκα.


[1] Βλ.: Κατσιγιάννης, M. (2024). Φραντς Κάφκα: η λογοτεχνία της αμηχανίας. Χάρτης. Ανακτήθηκε 10 Φεβρουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_24.html

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Ένα μάθημα για τη γραφή: σχόλια «Για τη γραφή», του Τσαρλς Μπουκόβσκι

Ένα μάθημα για τη γραφή: σχόλια «Για τη γραφή», του Τσαρλς Μπουκόβσκι 


του Μιχάλη Κατσιγιάννη


 

Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι, τόσο ως γραφιάς όσο και ως κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο, σίγουρα δεν αποτελεί μια απλή και ήρεμη περίπτωση. Όπως συμβαίνει με όλους και όλα, έχει εχθρούς και φίλους. Ωστόσο, στην περίπτωσή του τα πράγματα είναι κάπως πιο πολωτικά, πιο οριακά.

Έχω την άποψη ότι οι άνθρωποι που σχετίζονται με τον Τσαρλς Μπουκόβσκι μοιράζονται ως κοινό χαρακτηριστικό έναν αρνητικό ναρκισσισμό, αρκετά βαθύ και μπορούν σχετικά εύκολα να χωριστούν σε δύο κατηγορίες, αν και βέβαια πρέπει να πω ότι πάντοτε υπάρχουν και ρωγμές, σαν τα έργα του συγγραφέα, μεταξύ (όλων) των κατηγοριών. 

Στην πρώτη κατηγορία, βρίσκονται οι άνθρωποι που αισθάνονται κυριευμένοι από το υψηλό, την βαθιά και ποιοτική κουλτούρα, την ευρυμάθεια, την αγάπη για τη γνώση και γενικότερα βρίσκονται αυτοί που αισθάνονται ότι, εξαιτίας του είδους άλλα και του βαθμού της πνευματικότητάς τους, είναι άξιοι να αποτελούν παραδείγματα προς μίμηση για τους πολλούς. Με άλλα λόγια, υπολείμματα και νοσταλγοί αυταρχικών στιγμών, ελπιδοφόροι καθοδηγητές της κοινής γνώμης (μιας έννοιας που δεν υπάρχει δηλαδή) και προπαγανδιστές του αστικού κύρους με ό,τι αυτό σημαίνει. Γι' αυτούς τους ανθρώπους ο Μπουκόβσκι αποτελεί κάτι σαν βδέλυγμα, μια απειλή, κάτι σαν ιός της λογοτεχνίας που αποσυντονίζει τους αναγνώστες και τον γενικότερο χώρο από τη σοβαρή, πραγματική και ποιοτική λογοτεχνία. 

Στη δεύτερη κατηγορία, βρίσκονται οι άνθρωποι που αγαπούν τη λογοτεχνία (και ενδεχομένως κι άλλες τέχνες) αλλά με έναν τρόπο τόσο όσο. Χρησιμοποιούν τσιτάτα από βιβλία, ταινίες, στίχους από τραγούδια και ποιήματα για να προκαλέσουν εντύπωση στον συνομιλητή και στον εαυτό τους και, αν κάποτε η συζήτηση προχωρήσει λίγο πιο βαθιά, δημιουργείται σοβαρό πρόβλημα. Γι' αυτούς τους ανθρώπους, τα κείμενα του Μπουκόβσκι αποτελούν έναν ακόμη τρόπο να φιγουράρουν και να παρουσιαστούν ως «εναλλακτικοί» και «ψαγμένοι».

Με το παρόν κείμενο θα προσπαθήσω να εξηγήσω την υβδριδικότητα και την ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει τον Τσαρλς Μπουκόβσκι – και που μάλλον είναι αυτά τα θεμελιακά του γνωρίσματα που τον καθιστούν μη εύκολα διαχειρίσιμο – μιλώντας για το βιβλίο του με τίτλο Για τη γραφή (Πατάκης, 2019, μτφρ.: Γιώργος Λαμπράκος) το οποίο αντιλαμβάνομαι σαν ένα αναγκαίο και διαχρονικό μάθημα προς όλους μας για τη γραφή (με κάθε έννοια).

Το βιβλίο περιέχει γράμματα και επιστολές που έστελνε ο Μπουκόβσκι, την χρονική περίοδο από το 1945 ως το 1993, σε εκδότες, συγγραφείς, φίλους, περιοδικά κ.λπ., αλλά και αρκετά σκίτσα του συγγραφέα. Στις επιστολές αυτές μαθαίνουμε χρήσιμα πράγματα για τη σκέψη του Μπουκόβσκι σχετικά με το πώς αντιλαμβάνεται τη λογοτεχνία, την κατάσταση της γραφής και της σχέσης του μαζί της, τον χώρο της λογοτεχνίας και το λογοτεχνικό κατεστημένο, τις απορρίψεις που είχε βιώσει, καθώς και τις απόψεις του για διάφορους λογοτέχνες.

Όπως σε κάθε του βιβλίο έτσι κι εδώ ο Μπουκόβσκι λειτουργεί σαν ένας εθνογράφος που μελετά κι εξερευνά ανθρώπους, μέρη και σημεία του κόσμου και της κοινωνίας που είτε μένουν αθέατα είτε βανδαλίζονται. Αυτό έχει κατά την γνώμη μου πολύ μεγάλη σημασία. Ο Μπουκόβσκι τοποθετείται στο ζήτημα της γραφής πάντα με κοινωνικό πρόσημο, θέλοντας να τη συλλάβει και να την εξηγήσει ως ρευστή διαδικασία και λειτουργία (και όχι ως οικουμενική και αναλλοίωτη κατάσταση), η οποία διαμορφώνεται και ενεργεί όχι μόνο ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις του εκάστοτε υποκειμένου, αλλά και ανεξάρτητα από τις κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες. Έτσι, για τον Μπουκόβσκι ο λόγος περί της γραφής δεν εξαντλείται μόνο στην περιγραφή της αντίστοιχης πράξης και πρακτικής, αλλά συνδέεται και με εξω-λογοτεχνικά χαρακτηριστικά τα οποία επηρεάζουν (ποικιλοτρόπως) την εργασία ενός συγγραφέα. 

Σε συνέχεια αυτού διαβάζουμε και αρκετές σκέψεις του συγγραφέα σχετικά με τον χώρο της λογοτεχνίας και το λογοτεχνικό κατεστημένο, δηλαδή τις σχέσεις των ανθρώπων εντός του, τις λογοτεχνικές κλίκες, τα περιοδικά, τις λέσχες αναγνώσεις, τις βιβλιοπαρουσιάσεις, κ.λπ. Με το χαρακτηριστικό ωμό, κυνικό και αθυρόστομο ύφος που τον διακρίνει επιτίθεται στον συντηρητισμό και στηλιτεύει την υποκρισία, την ανοησία, τη ματαιοδοξία και τον ναρκισσισμό που διακρίνει τόσο διάφορους συγγραφείς, εκδότες και αναγνώστες, που ασχολούνται με την λογοτεχνία όσο και τις πρακτικές που εφαρμόζουν και τη νοοτροπία που προβάλλουν και επιβάλλουν:

 

κάνουν όλο και περισσότερες αναγνώσεις, γνωρίζουν άλλους του σιναφιού τους. Συζητούν μεταξύ τους. Αρχίζουν να νιώθουν πανέξυπνοι [...] ξέρουν τα πάντα εκτός από τα υδραυλικά [...] είναι πραγματικά αποκαρδιωτικό να τους βλέπεις να εξελίσσονται [...] γίνονται δάσκαλοι, στέκονται μπροστά σε άλλους και τους λένε πώς να το κάνουν. Όχι απλώς πώς να γράφουν, αλλά πώς να κάνουν τα πάντα. Τους ρουφάει κάθε διαθέσιμη παγίδα [...] πρέπει να τους δεις να διαβάζουν: το ΛΑΤΡΕΥΟΥΝ, το κοινό, τους μικροεκδότες [...] όλη αυτήν τη σύναξη ηλιθίων που πηγαίνουν σε αναγνώσεις ποίησης- κρυόκωλες σειρές ανθρώπων με ελαστικές κωλοτρυπίδες και μυαλό σαν κινέζικα ντουντλ (μαλακά). Πόσο λατρεύουν να διαβάζουν αυτοί οι ποιητές. Πόσο λατρεύουν να αφήνουν τη φωνή τους να αναδύεται. «Τώρα» λένε «θα διαβάσω μονάχα 3 ακόμη ποιήματα!» [...] και, φυσικά, τα 3 ποιήματα είναι μακροσκελή [...] για μένα, συγγραφέας είναι αυτός που γράφει [...] όχι να διδάσκεις στους άλλους το πώς, όχι να κάθεσαι σε σεμινάρια, όχι να διαβάζεις σ' ένα μαινόμενο πλήθος. Γιατί είναι τόσο εξωστρεφείς; Αν ήθελα να γίνω ηθοποιός, θα είχα δοκιμάσει τις κάμερες του Χόλυγουντ [...] η γραφή τραβάει τους χειρότερους, όχι τους καλύτερους [...] οι εκδοτικοί οίκοι του κόσμου απλώς τυπώνουν ασταμάτητα τη σαβούρα ανεπαρκών ψυχών που οι ανεπαρκείς κριτικοί αποκαλούν λογοτεχνία, ποίηση, πεζογραφία (σελ. 207-209).

 

Εξαιτίας του ότι σε αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας στοχάζεται και μιλά εκτός του λογοτεχνικού πλαισίου και εντός ενός δοκιμιακού λόγου, ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με την κουλτούρα του Τσαρλς Μπουκόβσκι σε αρκετά μεγαλύτερη πληρότητα. Αν και έχω την άποψη ότι τα λογοτεχνικά του έργα επαρκούν για την κατανόησή της, θεωρώ ότι με το Για τη γραφή γίνονται σημαντικές αποσαφηνίσεις πάνω σε αρκετά θέματα, λιγότερο ή περισσότερο περίπλοκα, οι οποίες δίνουν ένα ξεκάθαρο στίγμα σχετικά με το πώς ο Μπουκόβσκι συνδέει τη γραφή, τη λογοτεχνία με την ίδια τη ζωή. Και αυτό το τελευταίο νομίζω είναι το σημαντικότερο πράγμα στην σκέψη του:

 

όταν γράφω, το κάνω αγαπώντας τη λέξη, το χρώμα, είναι σαν να πετάω μπογιά στον καμβά, και χρησιμοποιώντας πολύ το αυτί (σελ. 34).

 

Ο Μπουκόβσκι, αντισυμβατικός όπως πάντα αλλά όχι αναίτια, εξαπολύει πυρά εναντίον του καθωσπρεπισμού και της υποτιθέμενης «σωστής» λογοτεχνίας και γραφής που οργανώνεται με τα εργαλεία του θετικισμού και της ορθολογικής και αστικής σκέψης. Η γραφή για τον Μπουκόβσκι είναι κάτι πολύ πιο βαθύ από έναν λόγο που αποτυπώνεται σε μια επιφάνεια: «προσπαθώ να φτιάξω απόθεμα και θα τινάξω τον κόσμο στον αέρα με τα ποιήματά μου» (σελ. 174):

 

έχω αυτή την αίσθηση πως είμαι ένας αρχάριος συγγραφέας. Υπάρχει αυτός ο παλιός ενθουσιασμός και θαυμασμός... Είναι σκέτη τρέλα. Πιστεύω πως τόσοι και τόσοι συγγραφείς, αφότου είναι μέσα στο παιχνίδι για ένα διάστημα, γίνονται πολύ μεθοδικοί, πολύ προσεκτικοί. Φοβούνται να κάνουν λάθη. Ρίχνεις τα ζάρια, θα σου έρθουν άσοι καμιά φορά. Μου αρέσει να κρατάω το πράγμα χαλαρό και άγριο. Ένα καλό στιβαρό ποίημα μπορεί να συμβεί, αλλά έρχεται ενώ εσύ δουλεύεις κάτι άλλο (σελ. 253).

 

Έρχομαι ξανά στον τίτλο μου: «Ένα μάθημα για τη γραφή». Ο Μπουκόβσκι απεχθάνεται τις θεωρητικολογίες, τις κριτικές αναλύσεις και τη σκέψη που προσπαθεί συνειδητά να αναδειχθεί. Ωστόσο, μέσα από τη διεξοδική αναγνώστη και μελέτη των επιστολών αυτών είναι κανείς σε θέση να εξάγει πολύ χρήσιμα συμπεράσματα και να διακρίνει διαδρομές σκέψης που φανερώνουν έναν διαυγή, οξυδερκή και πολύτροπο νου, που, όπως αποδεικνύεται (ανεξάρτητα από το ενδεχόμενο συμφωνίας ή όχι μαζί του), έχει εντρυφήσει στη λογοτεχνία, στη λογοτεχνία ως γραφή και στο γενικότερο πλαίσιο αυτής της ρευστής διαδικασίας και λειτουργίας. 

 

Στο Για τη γραφή, του Τσαρλς Μπουκόβσκι, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια άλλη ποιητική, μια ποιητική της άρνησης, της μη συμπόρευσης με την κουλτούρα της κανονικότητας που μαστίζει και τη λογοτεχνία και της αποφυγής κάθε είδους νόρμας: μια ποιητική που εμπαίζει το κατεστημένο (λογοτεχνικό και μη) και αποφασίζει όχι απλώς να μην το υιοθετήσει, να το αγνοήσει, αλλά να αναμετρηθεί μαζί του, θέτοντας τον εαυτό του σε ίση, αν όχι ανώτερη, βάση:

 

Δεν είμαι καν αληθινός καλλιτέχνης – ξέρω πως είμαι ψιλπαπατεώνας – γράφω από τα έγκατα της αηδίας, σχεδόν αποκλειστικά (σελ. 27).

 

Καταληκτικά, γράφω το εξής. Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι δεν είναι συγγραφέας με την έννοια που έχει επικρατήσει για αυτή την ιδιότητα. Είναι ανώφελη η πρόσληψή του με αυτόν τον τρόπο. Ο Μπουκόβσκι έρχεται από αλλού για να μας πάει αλλού:

 

η γραφή μου είναι μάλλον υπερβολικά πολλή. Για μένα δε γίνεται αλλιώς. Είμαι κολλημένος πάνω της [...] είχα την καλύτερη εκπαίδευση στη Λογοτεχνία που είχε ποτέ κανείς. Είμαι εδώ για να δυναμιτίσω το ταβάνι των πάντων (σελ. 252).



* Αναζητήστε κι άλλα κείμενά μου για τον συγγραφέα στο παρόν ιστολόγιο.



Πρώτη δημοσίευση: τοβιβλίο.net | Διάβασέ το!, 8 Φεβρουαρίου 2026

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Μια σχέση ζωής με τη γραφή: σκέψεις για «Το κόκκινο σημειωματάριο: αφηγήματα και άρθρα», του Πολ Όστερ

Μια σχέση ζωής με τη γραφή: σκέψεις για «Το κόκκινο σημειωματάριο: αφηγήματα και άρθρα», του Πολ Όστερ

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


 

Είναι αρκετοί οι συγγραφείς εκείνοι (κυρίως αυτοί που δεν «ζουν» πλέον) που μπορούν να δείξουν με τον καλύτερο και πιο ποιοτικό τρόπο, σε έναν αναγνώστη, τη σχέση ζωής ενός υποκειμένου με τη γραφή. Ένας από αυτούς δεν μπορεί παρά να είναι ο Πολ Όστερ και εδώ η αναφορά είναι για τον τόμο: «Το κόκκινο σημειωματάριο: αφηγήματα και άρθρα» (Ζαχαρόπουλος, 2005, μτφρ.: ΚΥΡΙΑΖΗ ΒΙΚΥ).

Στον πολυσέλιδο αυτόν τόμο, ο αναγνώστης διαβάζει αυτοβιογραφικές αναφορές, ημερολογιακές καταχωρήσεις, αναστοχαστικά κείμενα καθώς και δοκίμια και κριτικά κείμενα για λογοτέχνες, ζωγράφους, καλλιτεχνικά ρεύματα κ.λπ. Οι κριτικές τοποθετήσεις του Όστερ είναι πέρα από διεισδυτικές και δημιουργικές, δηλαδή δεν αναπαράγουν απλώς ό,τι έχει ήδη ειπωθεί για διάφορα πράγματα,  έννοιες, πρόσωπα και γεγονότα, αλλά επιχειρούν να τα δουν αλλιώς και από αλλού. Επίσης, οι εκτενείς αυτοβιογραφικές καταγραφές μαρτυρούν σημαντικά πράγματα σχετικά με τον τρόπο σκέψης του συγγραφέα γύρω από ποικίλα ζητήματα και δείχνουν ένα μυαλό σε εγρήγορση το οποίο (ανα)στοχάζεται διαρκώς, με κάθε ερέθισμα και προσπαθεί πάντα να μην ικανοποιείται με την επιφανειακή όψη των όποιων γεγονότων. 

Θα ήταν, κατά την γνώμη μου, μεγάλο λάθος από μέρους του αναγνώστη να διαβάσει αυτό το βιβλίο ακολουθώντας κυριολεκτικά τον υπότιτλό του: «αφηγήματα και άρθρα». Δηλαδή να μεταχειριστεί το βιβλίο υπό τη μέθοδο της άντλησης πληροφοριών και της κλειδαρότρυπας. Έτσι, θα χάσει τον τίτλο: «Το κόκκινο σημειωματάριο». Εξηγώ γιατί. 

Ο Πολ Όστερ είναι από εκείνους τους συγγραφείς που ξεφεύγουν κατά πολύ από την πλοκή, από την αφήγηση του συγκεκριμένου και από το γενικότερο πλαίσιο του ενδιαφέροντος που παρουσιάζουν κάθε φορά στον αναγνώστη. Είναι από εκείνους τους συγγραφείς που αποτελούν πάντοτε μία αφορμή για να μιλήσει κανείς για πολύ βαθύτερα ζητήματα από αυτά που του περιγράφει, να σκαλίσει το κειμενικό γλυπτό και να κοιτάξει αλλιώς τα υλικά και τις πιθανότητες τους. Έτσι συμβαίνει και με αυτό το βιβλίο του Όστερ. Και μάλιστα με το εν λόγω βιβλίο θα έλεγα ότι συμβαίνει πιο εύκολα, πιο φυσικά, σαν να προκαλεί ο ίδιος ο συγγραφέας το σκάλισμα του κειμενικού γλυπτού του πιο έντονα.

Η ουσία αυτού του βιβλίου δεν είναι καθόλου διαφορετική από τα λογοτεχνικά έργα του Όστερ. Ωστόσο, εδώ, εξαιτίας της απουσίας της αμιγούς λογοτεχνικότητας (από τη στιγμή που πρόκειται για δοκιμιακά κείμενα), ο τρόπος με τον οποίο συνδέεται και αναμιγνύεται ο Όστερ με τη γραφή είναι αρκετά πιο εύληπτος και αναλυτικός. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την προβολή μιας κοσμοθεωρίας την οποία νοηματοδότησαν ποικιλοτρόπως και χρύσωσαν αρκετοί συγγραφείς, όπως για παράδειγμα ο Μπόρχες, ο Κάφκα, ο Αρτώ, η Γουλφ, ο Μπάροουζ, ο Μπαρτ και μεταξύ αυτών και ο Πολ Όστερ. 

Μέσα από όλα τα θέματα και τους τρόπους γραφής, ο Όστερ δεν επιχειρεί απλώς να γράψει, στην κυριολεξία, για τη ζωή του, για τις ευρύτερες σκέψεις του και για τα θέματα και τους ανθρώπους που τον ενδιαφέρουν, αλλά επιχειρεί κάτι πολύ πιο βαθύ και συγκρουσιακό: αυτή την ιδιότυπη σύνδεση του εαυτού με τη γραφή (ως στάση και πρακτική), τη δημιουργία μιας σχέσης ζωής με τη γραφή έτσι που να υπάρχει εντός του κόσμου-κειμένου ως εγγεγραμμένος και να (τον) γράφει.

Επομένως, το δομικό χαρακτηριστικό της γραφής του Όστερ, το νήμα που συνδέει άρρηκτα όλα τα κείμενα αυτού του βιβλίου, ανεξάρτητα από το θέμα που πραγματεύεται κάθε φορά, αφορά στο πώς ένας άνθρωπος μπορεί να δημιουργήσει με τη γραφή μια σχέση ζωής, πώς ένας άνθρωπος μπορεί να αντιλαμβάνεται τη θέση του στον κόσμο μέσα από την πρακτική της γραφής και πώς για έναν άνθρωπο μπορεί η γραφή να αποτελεί την επιτελεστική πρακτική παραγωγής και αναπαραγωγής της ζωής. 

Το παρατηρούμε ξεκάθαρα αυτό στον τόμο: η γραφή είναι δημιουργία. Όχι απαραίτητα με την στενή, καλλιτέχνη έννοια, αλλά υπό την έννοια ότι η κάθε γραφή, εκκινώντας από κάποιο (αόριστο ή μη) συμβάν, κατασκευάζει ένα διπλό γεγονός: κατασκευάζει μια καινούρια εκδοχή ενός συνόλου σημείων ή μια επινόηση ενός συνόλου σημείων και ταυτόχρονα κατασκευάζει έναν τρόπο αντίληψης και νοηματοδότησης μέρους του κόσμου. Στη γραφή οφείλεται η ίδια η ζωή του κόσμου, αλλά και η συνέχισή του.

Αυτό ακριβώς είναι που κάνει εδώ ο Πολ Όστερ: είτε γράφει για έναν πατέρα στο νηπιαγωγείο του γιου του είτε γράφει για τον Κάφκα, πιάνεται από το συμβάν και κλείνεται εντός του, διαλύεται στη σκέψη που ενώνει τη γραφή με τη ζωή και ενεργεί με βάση αυτή τη σκέψη αντιλαμβανόμενός τη ως φυσιολογική αναγκαιότητα. Αποσύρεται από την ουδέτερη (με την αρνητική έννοια), αδιάφορη και τεχνοκρατική ύπαρξη μέσα στην καθημερινότητα και αφήνει τη γραφή να τον εγκλωβίσει και να τον κυριεύσει. Είναι απλό και εναλλακτικά αναζωογονητικό: μια ζωή από και προς τη γραφή. Δεν πρόκειται για εσωστρέφεια, αλλά για τη σκέψη της ζωής ως γραφή και της γραφής ως ζωή: η εμπειρία είναι η οδός της γραφής και η γραφή είναι η οδός της εμπειρίας ταυτόχρονα. 

Τα βλέμματα και οι κατευθύνσεις της γραφής του Όστερ, αλλά και τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται, όλα αυτά αναδεικνύουν το ότι και το πώς η ταυτότητά του, ο εαυτός του, συγκροτείται από και εντός της γραφής (ως στάση και πρακτική), κατασκευάζεται μέσα από τα φίλτρα της γραφής και του κειμένου, κάτω από και μέσα στον κόσμο που είναι ο ίδιος το μεγάλο συλλογικό κείμενο, το οποίο όλοι τροφοδοτούμε και τροφοδοτούμαστε από αυτό. 

Θα έλεγα λοιπόν ότι «Το κόκκινο σημειωματάριο», του Πολ Όστερ, είναι ένα έργο που αξίζει να διαβαστεί υπό την οπτική του μη διαχωρισμού της γραφής από τη ζωή, από τον κόσμο, από τους ανθρώπους, από τα γεγονότα και όχι σαν ένα ακόμη βιβλίο στοχαστικών δοκιμίων. Ο αναγνώστης πρέπει να απεγκλωβιστεί από την εργαλειακή, πληροφοριακή και διαγώνια ανάγνωση. Μόνο έτσι μπορεί να γίνουν αντιληπτά όλα όσα περιγράφει ο Όστερ, δηλαδή αν γίνει πρώτα αντιληπτός ο τρόπος και ο λόγος τους.

Κλείνω, παραθέτοντας ένα απόσπασμα από το βιβλίο που θεωρώ ενδεικτικό:

 

ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΕΝΑΝ ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΧΩΡΟ

 

Διάλεξε ένα σημείο της πόλης και άρχισε να το θεωρείς δικό σου. Δεν έχει σημασία πού και δεν έχει σημασία τι θα είναι αυτό. Μια γωνιά του δρόμου, κάποια είσοδος του μετρό, ένα δέντρο στο πάρκο. Ανάλαβε την ευθύνη γι' αυτό. Διατήρησέ το καθαρό. Ομόρφυνέ το. Θεώρησέ το προέκταση του είναι σου, κομμάτι της ταυτότητάς σου. Νιώσε υπερηφάνεια γι' αυτό όπως θα ένιωθες για το δικό σου σπιτικό. Πήγαινε σε αυτόν τον χώρο κάθε μέρα την ίδια ώρα. Πέρνα μια ώρα παρατηρώντας όλα όσα συμβαίνουν εκεί, παρακολουθώντας όλους εκείνους που περνούν ή σταματούν ή κάνουν οτιδήποτε άλλο.  Κράτησε σημειώσεις, πάρε φωτογραφίες. Κατάγραψε τις καθημερινές παρατηρήσεις σου και δες αν έμαθες κάτι για τους ανθρώπους ή για τον χώρο εκείνο ή για τον εαυτό σου. Χαμογέλα στους ανθρώπους που έρχονται εκεί. Όποτε είναι δυνατόν, μίλα τους. Αν δεν μπορείς να σκεφτείς κάτι να πεις, άρχισε μιλώντας με τον καιρό (σελ. 74-75).

 


* Αναζητήστε κι άλλα κείμενά μου για τον συγγραφέα στο παρόν ιστολόγιο είτε ως Paul Auster είτε ως Πολ Όστερ

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Αυταρχισμός, περιχαράκωση και κόμπλεξ

Αυταρχισμός, περιχαράκωση και κόμπλεξ

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Ruth Chaney, The Writer (1935-1943)



Ακούω και διαβάζω διαρκώς διάφορους να επιτίθενται στην σημερινή μαζική λογοτεχνική παραγωγή, να την νοηματοδοτούν αρνητικά και να τη θεωρούν ως την κύρια υπαίτια για την κατάπτωση της σημερινής λογοτεχνικής κατάστασης. Συνήθως, αυτή η άποψη εκφέρεται από άτομα που ανεξάρτητα από την ηλικία τους χαρακτηρίζονται από οπισθοδρόμηση, αυταρχισμό, κόμπλεξ, συντηρητισμό και ελιτισμό. Η ουσία της άποψής τους συμπυκνώνεται στο αίτημα για σκληρή περιχαράκωση του λογοτεχνικού χώρου και στην προώθηση μιας ηθικής της ουσιοκρατικής αξιολόγησης και του απόλυτου κανόνα

Εννοείται πως είναι απαραίτητη η κριτική, υπό την προϋπόθεση βέβαια της γνώσης και της ικανότητας, αλλά η κριτική δεν προηγείται της δημιουργίας. Η κριτική υπάρχει μετά το βιβλίο, το κείμενο και ασκείται σε αυτό και όχι πριν από αυτό, δηλαδή στο να προσπαθούμε να πείσουμε και να επιβάλλουμε σε έναν συγγραφέα να μην εκδοθεί. Αυτό είναι μια κακοποιητική και τοξική στάση και συμπεριφορά την οποία δεν δέχομαι προφανώς καθόλου να συζητήσω. Και νομίζω ότι κάθε αξιοπρεπής (τουλάχιστον) άνθρωπος οφείλει να πράξει το ίδιο.

Σήμερα κυκλοφορεί μη ποιοτική λογοτεχνία. Έχω κι εγώ αυτή την άποψη. Ωστόσο, τόσο αυτή η άποψη όσο και το αν η συντριπτική πλειονότητα των βιβλίων που κυκλοφορούν εντάσσονται στη μη ποιοτική λογοτεχνία αυτό είναι κάτι άκρως υποκειμενικό και σχετικό. Όταν λέω τη φράση: «Δεν υπάρχει καλή λογοτεχνία σήμερα» ή «Αυτό το βιβλίο δεν είναι καθόλου καλό και ποιοτικό», αυτή υπάρχει μόνο εντός του κόσμου μου, μόνο εντός του λόγου μου και συνομιλεί με άλλους λόγους με τους οποίους είτε συμφωνεί είτε συγκρούεται και διαφωνεί. Με άλλα λόγια, η οποία κρίση του καθενός είναι η προσωπική, υποκειμενική του άποψη έτσι όπως αυτή έχει διαμορφωθεί και συγκροτηθεί εντός ενός (λιγότερο ή περισσότερο) συγκεκριμένου κοινωνικού, πολιτικού και πολιτισμικού πλαισίου και δεν αποτελεί την εξόρυξη μιας αλήθειας.[1]

Αυτοί που διατυμπανίζουν όμως τον αρνητικό λόγο για τη μαζική εκδοτική παραγωγή θεωρούν τις απόψεις τους αντικειμενικές, καθολικές και οικουμενικά πολύτιμες. Είναι οι αυτόκλητοι κριτές, οι τιμωροί-δικαστές, οι άγιοι ήρωες που θα μας σώσουν από τον βούρκο στον οποίο είμαστε ανήμποροι. Έτσι, εύλογα πιστεύουν ότι η αληθινή και καλή λογοτεχνία δυσκολεύεται να αναδειχθεί λόγω της υπερπληθώρας κακών τίτλων που κυκλοφορούν. Όμως, αυτή η άποψη, όπως καταλαβαίνει κανείς, είναι πέρα για πέρα εσφαλμένη.

Το έχω πει και αλλού, αρκετές φορές, η κατάσταση της μαζικής εκδοτικής παραγωγής, όπως και κάθε είδους κατάσταση, δεν μπορεί να είναι από μόνη της ούτε αρνητική ούτε θετική. Δεν μπορεί κανείς να διαμορφώσει και να εκφέρει άποψη από την «εικόνα» μιας οποιασδήποτε κατάστασης. Ωστόσο, αφετηριακά μιλώντας, δεν μπορώ να μην παραδεχτώ ότι η μαζική παραγωγή καθώς και οι καινούργιοι, εναλλακτικοί τρόποι έκδοσης και δημοσίευσης της λογοτεχνίας αναμφίβολα δίνουν το στίγμα της ανοικτότητας, της ροπής προς τη δημιουργία και τη δημιουργικότητα, ανεξάρτητα από το τι εν τέλει συμβαίνει εντός ενός βιβλίου. Αυτή μου η παρατήρηση και θέση σκιαγραφεί το πλαίσιο της κατάστασης της μαζικής εκδοτικής παραγωγής.

Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές απόψεις περί ποιοτικής και μη ποιοτικής λογοτεχνίας, προϋπόθεση για αυτόν τον υποκειμενικό διαχωρισμό είναι η ύπαρξη της ίδιας της λογοτεχνίας. Το πώς και γιατί εκδίδει κάποιος ένα βιβλίο είναι σίγουρα άξιο διερεύνησης. Και είναι πολλά τα αρνητικά κρούσματα. Πολλά. Δεν θα το κρύψω. Άλλωστε, έχω ασχοληθεί και ασχολούμαι με αυτό το ζήτημα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι όποιος εκδίδει σήμερα βιβλία ή εκδίδει σε συστηματική βάση πρέπει να κατηγοριοποιηθεί στη μη ποιοτική λογοτεχνία ακριβώς λόγω της αυξημένης του εκδοτικής παραγωγής. Υπάρχουν συγγραφείς που μπορούν να ενταχθούν πολύ εύκολα είτε στην ποιοτική λογοτεχνία είτε στη μη ποιοτική λογοτεχνία ανεξάρτητα από την συχνότητα έκδοσής τους.

Είναι πολύ σημαντικό αυτό με την αυξημένη συχνότητα και παρατηρείται έντονα γύρω μας. Πολλοί από τους ανθρώπους που τάσσονται υπέρ στο επιχείρημα της (άκρατης ή μη) δαιμονοποίησης της μαζικής εκδοτικής παραγωγής, επειδή οι ίδιοι δεν είναι παραγωγικοί όσο θα ήθελαν ή όσο είναι άλλοι συγγραφείς ή επειδή δεν βρίσκουν το θάρρος της έκθεσης στο αναγνωστικό και κριτικό κοινό, στρέφονται, με μανία πολλές φορές, εναντίον συγγραφέων που είναι πολύ παραγωγικοί, επινοητικοί και δημιουργικοί και προσπαθούν να τους κάνουν να αισθανθούν ενοχή για την μεγάλη τους παραγωγικότητα και δημιουργικότητα.

Εκείνο το οποίο εγώ λέω είναι το εξής. Πρέπει να ενθαρρύνουμε τους πάντες να πάρουν την απόφαση να εμπλακούν στη σφαίρα της δημιουργίας, στην περιπλάνηση σε αυτή, ανεξάρτητα από τον λόγο της απόφασης και το αποτέλεσμα που θα μας δώσουν. Οφείλουμε, όλοι ανεξαιρέτως, στον άλλο τη συνθήκη της δημιουργίας ακόμη κι αν δεν τον εμπιστευόμαστε. Δεν είναι κανένας από εμάς αυτός που θα αποφασίσει για τον άλλο. Αυτό δεν συνεπάγεται απεμπόληση της κριτικής, ακόμα και σκληρής. Σημαίνει μόνο ότι αναγνωρίζουμε, ο καθένας μας ξεχωριστά, στον άλλο τον ίδιο χώρο και ότι είναι εντάξει να μοιραζόμαστε τον ίδιο χώρο. Και μετά τις δημιουργίες, πάνω στις δημιουργίες, έρχεται η κριτική. Με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να πιστεύουμε ότι επειδή έχουμε τα α΄ ή τα β΄ κριτήρια για τη λογοτεχνία, πρέπει όποιος γράφει να γράφει μόνο με βάση αυτά. Ο καθένας θα γράψει με τον τρόπο που επιθυμεί και για τον λόγο που ο ίδιος κρίνει. Και εκεί είναι που θα συναντήσει την κριτική μας.

Προσωπικά, θα ήθελα να δω όλον τον κόσμο να δημιουργεί και να διαβάσω όσο μπορώ τα βιβλία του. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα μου αρέσουν όλα, αλλά αυτό δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Αρέσουν σε άλλους αναγνώστες, σε άλλους κριτικούς. Εγώ, όπως και όλοι μας, είμαστε εδώ για να διαβάζουμε όσο και ό,τι μπορούμε και να παραθέτουμε το υποκειμενικό μας κριτικό σχόλιο στις δημιουργίες που συναντάμε. Δεν είμαστε εδώ για να αποτρέψουμε τον άλλον να δημιουργήσει ακόμη κι αν διαφωνούμε με τον λόγο που τον ωθεί στη δημιουργία και τον τρόπο με τον οποίο την επιτελεί.

Έχω την βαθιά πεποίθηση ότι πρέπει να εκμεταλλευθούμε και να ενθαρρύνουμε αυτό το στίγμα ανοικτότητας, αυτή τη ροπή προς τη δημιουργία και τη δημιουργικότητα που παρατηρείται στην σημερινή εποχή και να προσπαθήσουμε να το διαχειριστούμε με θετικό τρόπο. Τα πάντα ξεκινάνε από την απόφαση της δημιουργίας. Εκτός αυτού, δεν υπάρχει λογοτεχνία, δεν υπάρχει γραφή, δεν υπάρχει ανάγνωση. Και πού ξέρεις, αφήνοντας αλλά και ενθαρρύνοντας την δημιουργία να ανθίσει, μπορεί και να οδηγηθούμε μετά από κάποιο σημείο σε πολύ ευχάριστες εκπλήξεις.

Κλείνοντας, προσθέτω το εξής. Όσο μια κοινωνία δημιουργεί, ό,τι κι αν δημιουργεί, γυρνά, δηλαδή ζει. Το πώς ζει ας το συζητήσουμε, ναι. Θα έλεγα μάλιστα ότι είμαστε υποχρεωμένοι να το συζητήσουμε και να το συζητάμε. Αλλά το αν πρέπει να ζουν κάποιοι μόνο εντός της, όχι!


Βιβλιογραφία

Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Foucault, Μ. (1978). Ιστορία της σεξουαλικότητας 1: Η δίψα της γνώσης (Γ. Ροζάκη μτφρ., Γ. Κρητικός, επιμ.). Αθήνα: Ράππα.

Μπέργκερ, Π. Λ. & Λούκμαν, Τ. (2003). Η κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας (Κ. Αθανασίου, Μτφρ., Γ. Κουζέλης & Δ. Μακρυνιώτη, Επιμ.). Νήσος.

Newman, S. (2019). Από τον Μπακούνιν στον Λακάν: Ο αντιεξουσιασμός και η εξάρθρωση της εξουσίας (Α. Αγγελής, Μτφρ., Τ. Γκόνης & Δ. Παπαγιαννοπούλου, Επιμ.). Αθήνα: Κέλευθος.

Πεχτελίδης, Γ. (2020). Για μια εκπαίδευση των κοινών εντός και πέραν των «τειχών». Αθήνα: Gutenberg.

Φις, Σ. (2019). Συνέπειες. Στο K. M. Newton (επιμ.), Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα: Ανθολόγιο κειμένων (Α. Κατσικερός & Κ. Σπαθαράκης, Μτφρ.) (σσ. 451-460). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης.

Φουκό, Μ. (1987). Εξουσία, γνώση και ηθική (μτφρ. Ζ. Σαρίκας). Αθήνα: Ύψιλον.


[1] Βλ. ενδεικτικά: Foucault, 1978· Φουκό, 1987· Μπέργκερ & Λούκμαν, 2003· Deleuze & Guattari, 2017· Newman, 2019· Φις, 2019· Πεχτελίδης, 2020.

Η αισθητική του απερίγραπτου ως ποιητική δυνατότητα: σχόλια στην ποιητική συλλογή «Καταγραφή», της Μυρτάλης Κανταρτζή

Η αισθητική του απερίγραπτου ως ποιητική δυνατότητα: σχόλια στην ποιητική συλλογή «Καταγραφή», της Μυρτάλης Κανταρτζή

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


 

Εδώ, ο λόγος είναι για την ποιητική συλλογή Καταγραφή, της Μυρτάλης Κανταρτζή (Σύγχρονη Εποχή, 1991). Ξεκινώ με τα βασικά. Η συλλογή Καταγραφή, της Μυρτάλης Κανταρτζή είναι σοβαρή, καλή ποίηση. Τι εννοώ με αυτό; Είναι μια ποίηση που δεν σε προτρέπει σε διάλογο, στον όποιο διάλογο, που σε προσανατολίζει, που σε οργανώνει, ούτε που εισχωρεί στη σκέψη σου προσπαθώντας να αντικαταστήσει την υποκειμενικότητα σου. Αντίθετα, είναι μια ποίηση που σε τραβά σε επίπεδα σιωπής, που σου συστήνει δράσεις άρνησης και αρνητικότητας, που σου μιλά με μια γλώσσα που δεν οφείλεις καθόλου να κατανοήσεις, αλλά προσκαλείσαι να τη διανοίξεις ως επιδραστικό συμβάν και να συμβάλεις στο ανοικτό καθεστώς της αντι-ερμηνείας που τόσο επίμονα προτείνει. Είναι μια ποίηση που δεν αναπαριστά ούτε περιγράφει ό,τι συντελείται στον βιόκοσμο της ποιήτριας, αλλά απλώς κατονομάζει εν είδει καταλογοποίησης, ταξινόμησης και...καταγραφής, όπως άλλωστε είναι και ο τίτλος της συλλογής. 

 

Επομένως, μπορώ εύκολα να καταλάβω την απάντηση στο ερώτημα: Η Κανταρτζή τι κάνει στην Καταγραφή; Η απάντησή μου είναι ότι δείχνει τη δυνητικότητα, την αλλοιωμένη και ρευστή στιγμή της σύγκρουσης των σημείων, η όποια είναι και ο πυρήνας, θα λέγαμε, της παραγωγής της ποίησής της. Η ποίησή της δεν μου προσφέρει, δεν με συντροφεύει, δεν έχει κανένα σχέδιο για μένα: με μπλέκει, με αναζητά για να με λύσει. Είναι μια ποίηση που με ξαφνιάζει, που μου είναι απρόσιτη. Με άλλα λόγια, μου μιλά για κάτι που δεν μου εξηγεί, που δεν μπορεί όμως να μου προσφέρει την εξήγησή του.

 

Αν δεν υπάρχει

Αυτό που θέλω

Δεν υπάρχω

Ούτε εγώ 

Αν δεν υπάρχει 

Αυτό που θέλω

Τότε δεν έχω

Προορισμό (σελ. 23)

 

Έχω εξαντλήσει ήδη

Τις πιθανότητες 

Τώρα μένει

Να πάω μέχρι τέρμα

Τις δυνατότητες (σελ. 24)

 

Η γραφή της ποιήτριας φαίνεται να ακολουθεί μια άτακτη και μη κανονιστική πορεία συμμετοχής (εδώ έχουμε αλλαγή στη μεθοδολογία του ποιητικού βαδίσματος και αυτό είναι από μόνο του μια άλλη ποιητική πρόταση) όχι μόνο ως προς την τη γραφή ως αποτέλεσμα, αλλά και ως προς την εμπειρία που μετασχηματίζεται σε ποιητικό λόγο. Η Κανταρτζή, με τη γραφή της, δείχνει ένα έξω το οποίο προσκομίζει στη γραφή μέσω μίας ολικής χρήσης των αισθήσεων. Με άλλα λόγια, γράφει μιλώντας πέρα από το να μιλά.

 

Πρέπει να βρω

Τη δύναμη

Μέσα μου

Εν ανάγκη 

Μέσα απ' την

Απόρριψη (σελ. 25)

 

Οπωσδήποτε

Αν εξακολουθήσω 

Να κάνω

Κάτι τέτοιο 

Θα είναι

Σαν να φτύνω

Κατάμουτρα

Τον Θεό (σελ. 33)

 

Με βάση τα παραπάνω η ποίηση της Κανταρτζή βρίσκεται εκτός της παράθεσης και της αφήγησης, τουλάχιστον έτσι όπως έχουμε γνωρίσει αυτές τις πρακτικές, και στρέφεται, με μια παραπλανητική εξωστρέφεια, στο παλίμψηστο του εαυτού και της υποκειμενικότητάς της. Δεν είναι δηλαδή μια γραφή αναπαράστασης των πτυχών της ζωής, μια μεταφορά των εικόνων των ιδεών, αλλά μια γραφή που εκθέτει τον εαυτό της, εκτρέπει την ζωτικότητα της και φανερώνει όχι τόσο την κατασκευή της γραφής της, αλλά τον λόγο της κατασκευής αυτής και αφήνει τη γλώσσα να μιλήσει ως αυτοδιοικούμενη.

 

Μου είπαν να ζήσω 

Σαν στολίδι 

Σε μια στιγμή ακριβώς

Που έβλεπα τον εαυτό μου

Σαν ρύπανση του περιβάλλοντος (σελ 34)

 

Αρνούμαι 

Το Δώρο της Ζωής

Αρνούμαι

Την Υγεία

Αρνούμαι 

Την Εξέλιξη 

Βλασφημώ 

Και αυτομαστιγώνομαι

Συνέχεια (σελ. 35)

 

Τι θα υπερισχύσει 

Σε μένα;

Η αυτοκαταστροφική

Τάση

Ή

Το ένστικτο της 

Αυτοσυντήρησης; (σελ. 36)

 

Στην Καταγραφή, διαβάζω έναν άνθρωπο που μιλά χωρίς να μπορεί να εννοήσει τα εκφωνήματα που παράγει, χωρίς να μπορεί να καταστήσει σαφές το καθεστώς, αλλά και την χρησιμότητα του λόγου της. Δηλαδή διαβάζω τη γλώσσα ως λειτουργία του παραληρήματος και όχι την γλώσσα ως λειτουργία της οργάνωσης της εσωτερικότητας. Η γλώσσα σαρώνει την επικοινωνία, την κατανόηση και την αποσαφήνιση, δεν υπάρχει πλέον σημείο σύγκλισης και απόκλισης: μόνο η λειτουργία της γλώσσας ως παραλήρημα. Υπάρχει λοιπόν η επιτελεστικότητα της γλωσσικής αδυνατότητας, της αποχής από την συμπαγή και ενωτική έκφραση και την επικράτηση μίας μόνο γλωσσικής αναπαράστασης (η οποία όμως διαρκώς αυτοαναπαράγεται): του απερίγραπτου.

 

Δεν μπορώ

Να δικαιωθώ 

Στον εαυτό μου 

Και δεν θα

Μπορέσω

Αν δεν τ' αλλάξω 

Όλα

Και τίποτα

Δεν είναι 

Αρκετό 

Για να τ' αντικαταστήσω 

Και δεν δέχομαι 

Να συμβιβαστώ 

Μ' αυτό που υπάρχει 

Θέλω κι άλλο 

Θέλω αυτό που δεν

Πιστεύω ότι υπάρχει (σελ. 37)

 

Με άλλα λόγια, το δομικό στοιχείο της γραφής της Κανταρτζή είναι η απομάκρυνση της δυνατότητας από τον εαυτό της, η δυνατότητα της γλωσσικής αδυνατότητας, ο λόγος που μιλά όχι για την απουσία του, αλλά για την απόσυρσή του από τη δυνατότητά του να είναι. Αυτό δεν σημαίνει ότι παύει να αρθρώνεται, αλλά ότι αρθρώνεται έτσι.

 

Η γραφή της καταφέρνει μια ορισμένη ερημοποίηση που θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι εμφανίζεται υπό τη μορφή της αδιάκοπης διερώτησης, αμηχανίας και αμφισβήτησης. Τα σημεία, αν και τοποθετούνται στη γραφή μαζί με το περικείμενο τους (ή ένα μέρος αυτού), στήνονται και συστήνονται από την ποιήτρια με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο που απογυμνώνονται από τη γλωσσική επένδυση και δεν εξηγούνται ούτε ως προς το αποτέλεσμα ούτε ως προς τη θέση τους. Επαφίεται η πρόσληψη και η κατανόηση του περιεχομένου τους μόνο στον αναγνώστη, με τα εργαλεία που αυτός θα επιλέξει (τόσο ως μέσα όσο ως χρήση) και πάντως σίγουρα όχι εκτός της ανάλυσής τους από τον κοινόχρηστο (διαχρονικό) χωροχρόνο. Υπό αυτή την έννοια, η γραφή της Κανταρτζή πλέει εντός πολλαπλότητας και πολυσημίας. 

 

Έχω δικαίωμα

Στη Ζωή

Εφόσον έχουν

Τα μυρμήγκια 

Που δεν θέλω 

Να σκοτώνω

Έχω και γω

Και άμα ζήσω

Θα προσπαθήσω 

Να ζήσω

Όσο καλύτερα 

Μπορώ

Θα βρω τον

Τρόπο

Όσο μπορώ 

Όσο μπορώ 

Κι ίσως τα βγάλω πέρα (σελ. 41)

 

Βρίσκομαι στα βαθειά νερά

Θέλω-δε θέλω θα κολυμπήσω 

Δεν ξέρω καλό κολύμπι

Μα ίσως μάθω στην πορεία

Μπορεί να μάθω

Αν θέλω, θα μάθω

Το θέμα είναι να θέλω πολύ (σελ. 43)

 

Από πείσμα

Ζω

Ή

 

Από πείσμα

Πεθαίνω;

Ή και τα δύο; (σελ. 45)

 

Συνεχίζω λέγοντας το προφανές (επιστρατεύοντας και επίσημα πια την βοηθητική σκέψη του Ντελέζ). Στη γραφή της Καταγραφής εμφιλοχωρεί το ουδέτερο, το ξένο, το άλλο, το μη διακριτό, το μη αναγνωρίσιμο, το ανεπαίσθητο: το απερίγραπτο δηλαδή, που είναι υβριδικό και μονίμως στο εκτός, στο μεταξύ, στο μέσον (βλ. Ντελέζ, 2024· Ντελέζ, & Παρνέ, 2022). Η Κανταρτζή αυτό ακριβώς κάνει: επιτελεί με τη γλώσσα (της) αυτό το «τραύλισμα» που ενεργοποιεί τη γλώσσα αλλιώς, αυτή την άλλη «πολυγλωσσία» εντός της ίδιας της γλώσσας της: κατασκευάζει μια «γραμμή διαφυγής» (Ντελέζ, 2024· Ντελέζ, & Παρνέ, 2022), μια γραμμή αντίστασης δηλαδή (Ντελέζ, 2025: 105).

 

Βλέπουμε την ποίηση να φτάνει στα άκρα, να αγκαλιάζει και να επινοεί όχι τόσο άλλα θέματα, αλλά άλλες εκφραστικές και κατασκευαστικές δυνατότητες. Εδώ ο πειραματισμός είναι σίγουρα μεγαλειώδης: η ποιητική γραφή δεν συνίσταται στην ολοκλήρωση της πρακτικής της και στην ολοκληρωμένη έκφρασή της, αλλά συνίσταται στο γεγονός ότι υπάρχει ως εκτεθειμένο προ(σχέδιο), ως μια πάλη που δεν μπορεί να γραφτεί, να αποτυπωθεί ως σύνολο, μόνο να αναδείξει το γεγονός της προσπάθειας. 

 

Τώρα πασχίζει

Να προσαρμόσω 

Γεμάτους πίσσα

Πνεύμονες

Στην έλλειψη οξυγόνου (σελ. 50)

 

Αυτό που είχα

Δεν το ήθελα

Κι αυτό που ήθελα 

Δεν μπορούσα να το βρω

Τώρα δεν θέλω

Να το ψάχνω

Πείστηκα

Ότι δεν υπάρχει 

Κι όμως

Πάντα μισούσα

Το βόλεμα

Ο ηρωικός συμβιβασμός

Είναι να δεχτείς

Να βουτηχτείς

Μεσ' στη μετριότητα 

Ως το λαιμό (σελ. 52)

 

Όλες οι παραπάνω παρατηρήσεις μπορούν να συναχθούν και από την μορφολογία της ποίησής της: μικρά, ολιγόστιχα, άτιτλα και αποσπασματικά ποιήματα που προσιδιάζουν σε ποιητικές ημερολογιακές καταχωρήσεις.

 

Τέλος, συνοψίζω την κριτική μου παρέμβαση για τη γραφή της Κανταρτζή στην Καταγραφή ως εξής:

 

η λογοτεχνία (η λογοτεχνία ως γραφή), δεν είναι «εγώ», δεν είναι «εσύ», δεν είναι «εμείς» και δεν είναι ούτε «αυτοί». Τελείως αντίθετα με αυτή τη λογική, η λογοτεχνία (η λογοτεχνία ως γραφή), είναι το «αυτό», ο «ξένος», ο «άλλος», ο «εκείνος», το διαρκώς καταφθάνον υποκείμενο (Κατσιγιάννης, 2025). 

 

Βιβλιογραφία

 

Κατσιγιάννης, M. (2025). Λογοτεχνία και υβριδικότητα: για τη ντελεζιανή θεώρηση της λογοτεχνίας. Bookfeed. Ανακτήθηκε 28 Ιανουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_25.html

 

Ντελέζ, Ζ. (2025). Δύο καθεστώτα τρελών: Κείμενα και συνεντεύξεις 1975-1995 (Κ. Μπούντας, Μτφρ., Ντ. Λαπουζάντ, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

 

Ντελέζ, Ζ (2024). Κριτικά και κλινικά (Χ. Κολύρη, Μτφρ., Γ. Ρήγας, Επιμ.). Αθήνα:Κέδρος.

 

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.


Πρώτη δημοσίευση: εξιτήριον – ψηφιακές εκδόσεις ανοικτού περιεχομένου, 3 Φεβρουαρίου, 2026