Η αισθητική του απερίγραπτου ως
ποιητική δυνατότητα: σχόλια στην ποιητική συλλογή «Καταγραφή», της Μυρτάλης
Κανταρτζή
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
Εδώ, ο λόγος
είναι για την ποιητική συλλογή Καταγραφή, της Μυρτάλης Κανταρτζή (Σύγχρονη
Εποχή, 1991). Ξεκινώ με τα βασικά. Η συλλογή Καταγραφή, της Μυρτάλης Κανταρτζή
είναι σοβαρή, καλή ποίηση. Τι εννοώ με αυτό; Είναι μια ποίηση που δεν σε
προτρέπει σε διάλογο, στον όποιο διάλογο, που σε προσανατολίζει, που σε
οργανώνει, ούτε που εισχωρεί στη σκέψη σου προσπαθώντας να αντικαταστήσει την
υποκειμενικότητα σου. Αντίθετα, είναι μια ποίηση που σε τραβά σε επίπεδα
σιωπής, που σου συστήνει δράσεις άρνησης και αρνητικότητας, που σου μιλά με μια
γλώσσα που δεν οφείλεις καθόλου να κατανοήσεις, αλλά προσκαλείσαι να τη
διανοίξεις ως επιδραστικό συμβάν και να συμβάλεις στο ανοικτό καθεστώς της
αντι-ερμηνείας που τόσο επίμονα προτείνει. Είναι μια ποίηση που δεν αναπαριστά
ούτε περιγράφει ό,τι συντελείται στον βιόκοσμο της ποιήτριας, αλλά απλώς
κατονομάζει εν είδει καταλογοποίησης, ταξινόμησης και...καταγραφής, όπως άλλωστε
είναι και ο τίτλος της συλλογής.
Επομένως,
μπορώ εύκολα να καταλάβω την απάντηση στο ερώτημα: Η Κανταρτζή τι κάνει στην
Καταγραφή; Η απάντησή μου είναι ότι δείχνει τη δυνητικότητα, την αλλοιωμένη και
ρευστή στιγμή της σύγκρουσης των σημείων, η όποια είναι και ο πυρήνας, θα
λέγαμε, της παραγωγής της ποίησής της. Η ποίησή της δεν μου προσφέρει, δεν με
συντροφεύει, δεν έχει κανένα σχέδιο για μένα: με μπλέκει, με αναζητά για να με
λύσει. Είναι μια ποίηση που με ξαφνιάζει, που μου είναι απρόσιτη. Με άλλα
λόγια, μου μιλά για κάτι που δεν μου εξηγεί, που δεν μπορεί όμως να μου
προσφέρει την εξήγησή του.
Αν δεν
υπάρχει
Αυτό που
θέλω
Δεν υπάρχω
Ούτε
εγώ
Αν δεν
υπάρχει
Αυτό που
θέλω
Τότε δεν έχω
Προορισμό (σελ.
23)
Έχω
εξαντλήσει ήδη
Τις
πιθανότητες
Τώρα μένει
Να πάω μέχρι
τέρμα
Τις
δυνατότητες (σελ. 24)
Η γραφή της
ποιήτριας φαίνεται να ακολουθεί μια άτακτη και μη κανονιστική πορεία συμμετοχής
(εδώ έχουμε αλλαγή στη μεθοδολογία του ποιητικού βαδίσματος και αυτό είναι από
μόνο του μια άλλη ποιητική πρόταση) όχι μόνο ως προς την τη γραφή ως
αποτέλεσμα, αλλά και ως προς την εμπειρία που μετασχηματίζεται σε ποιητικό
λόγο. Η Κανταρτζή, με τη γραφή της, δείχνει ένα έξω το οποίο προσκομίζει στη
γραφή μέσω μίας ολικής χρήσης των αισθήσεων. Με άλλα λόγια, γράφει μιλώντας
πέρα από το να μιλά.
Πρέπει να
βρω
Τη δύναμη
Μέσα μου
Εν
ανάγκη
Μέσα απ' την
Απόρριψη
(σελ. 25)
Οπωσδήποτε
Αν
εξακολουθήσω
Να κάνω
Κάτι
τέτοιο
Θα είναι
Σαν να φτύνω
Κατάμουτρα
Τον Θεό
(σελ. 33)
Με βάση τα
παραπάνω η ποίηση της Κανταρτζή βρίσκεται εκτός της παράθεσης και της αφήγησης,
τουλάχιστον έτσι όπως έχουμε γνωρίσει αυτές τις πρακτικές, και στρέφεται, με
μια παραπλανητική εξωστρέφεια, στο παλίμψηστο του εαυτού και της υποκειμενικότητάς
της. Δεν είναι δηλαδή μια γραφή αναπαράστασης των πτυχών της ζωής, μια μεταφορά
των εικόνων των ιδεών, αλλά μια γραφή που εκθέτει τον εαυτό της, εκτρέπει την
ζωτικότητα της και φανερώνει όχι τόσο την κατασκευή της γραφής της, αλλά τον
λόγο της κατασκευής αυτής και αφήνει τη γλώσσα να μιλήσει ως αυτοδιοικούμενη.
Μου είπαν να
ζήσω
Σαν
στολίδι
Σε μια
στιγμή ακριβώς
Που έβλεπα
τον εαυτό μου
Σαν ρύπανση
του περιβάλλοντος (σελ 34)
Αρνούμαι
Το Δώρο της
Ζωής
Αρνούμαι
Την Υγεία
Αρνούμαι
Την
Εξέλιξη
Βλασφημώ
Και αυτομαστιγώνομαι
Συνέχεια
(σελ. 35)
Τι θα
υπερισχύσει
Σε μένα;
Η
αυτοκαταστροφική
Τάση
Ή
Το ένστικτο
της
Αυτοσυντήρησης;
(σελ. 36)
Στην
Καταγραφή, διαβάζω έναν άνθρωπο που μιλά χωρίς να μπορεί να εννοήσει τα εκφωνήματα
που παράγει, χωρίς να μπορεί να καταστήσει σαφές το καθεστώς, αλλά και την
χρησιμότητα του λόγου της. Δηλαδή διαβάζω τη γλώσσα ως λειτουργία του
παραληρήματος και όχι την γλώσσα ως λειτουργία της οργάνωσης της
εσωτερικότητας. Η γλώσσα σαρώνει την επικοινωνία, την κατανόηση και την
αποσαφήνιση, δεν υπάρχει πλέον σημείο σύγκλισης και απόκλισης: μόνο η
λειτουργία της γλώσσας ως παραλήρημα. Υπάρχει λοιπόν η επιτελεστικότητα της
γλωσσικής αδυνατότητας, της αποχής από την συμπαγή και ενωτική έκφραση και την
επικράτηση μίας μόνο γλωσσικής αναπαράστασης (η οποία όμως διαρκώς αυτοαναπαράγεται):
του απερίγραπτου.
Δεν μπορώ
Να
δικαιωθώ
Στον εαυτό
μου
Και δεν θα
Μπορέσω
Αν δεν τ'
αλλάξω
Όλα
Και τίποτα
Δεν
είναι
Αρκετό
Για να τ'
αντικαταστήσω
Και δεν
δέχομαι
Να
συμβιβαστώ
Μ' αυτό που
υπάρχει
Θέλω κι
άλλο
Θέλω αυτό
που δεν
Πιστεύω ότι
υπάρχει (σελ. 37)
Με άλλα
λόγια, το δομικό στοιχείο της γραφής της Κανταρτζή είναι η απομάκρυνση της
δυνατότητας από τον εαυτό της, η δυνατότητα της γλωσσικής αδυνατότητας, ο λόγος
που μιλά όχι για την απουσία του, αλλά για την απόσυρσή του από τη δυνατότητά
του να είναι. Αυτό δεν σημαίνει ότι παύει να αρθρώνεται, αλλά ότι αρθρώνεται
έτσι.
Η γραφή της
καταφέρνει μια ορισμένη ερημοποίηση που θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι εμφανίζεται
υπό τη μορφή της αδιάκοπης διερώτησης, αμηχανίας και αμφισβήτησης. Τα σημεία,
αν και τοποθετούνται στη γραφή μαζί με το περικείμενο τους (ή ένα μέρος αυτού),
στήνονται και συστήνονται από την ποιήτρια με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο που
απογυμνώνονται από τη γλωσσική επένδυση και δεν εξηγούνται ούτε ως προς το
αποτέλεσμα ούτε ως προς τη θέση τους. Επαφίεται η πρόσληψη και η κατανόηση του
περιεχομένου τους μόνο στον αναγνώστη, με τα εργαλεία που αυτός θα επιλέξει
(τόσο ως μέσα όσο ως χρήση) και πάντως σίγουρα όχι εκτός της ανάλυσής τους από
τον κοινόχρηστο (διαχρονικό) χωροχρόνο. Υπό αυτή την έννοια, η γραφή της
Κανταρτζή πλέει εντός πολλαπλότητας και πολυσημίας.
Έχω δικαίωμα
Στη Ζωή
Εφόσον έχουν
Τα
μυρμήγκια
Που δεν
θέλω
Να σκοτώνω
Έχω και γω
Και άμα ζήσω
Θα
προσπαθήσω
Να ζήσω
Όσο
καλύτερα
Μπορώ
Θα βρω τον
Τρόπο
Όσο
μπορώ
Όσο
μπορώ
Κι ίσως τα
βγάλω πέρα (σελ. 41)
Βρίσκομαι
στα βαθειά νερά
Θέλω-δε θέλω
θα κολυμπήσω
Δεν ξέρω
καλό κολύμπι
Μα ίσως μάθω
στην πορεία
Μπορεί να
μάθω
Αν θέλω, θα
μάθω
Το θέμα
είναι να θέλω πολύ (σελ. 43)
Από πείσμα
Ζω
Ή
Από πείσμα
Πεθαίνω;
Ή και τα
δύο; (σελ. 45)
Συνεχίζω
λέγοντας το προφανές (επιστρατεύοντας και επίσημα πια την βοηθητική σκέψη του
Ντελέζ). Στη γραφή της Καταγραφής εμφιλοχωρεί το ουδέτερο, το ξένο, το άλλο, το
μη διακριτό, το μη αναγνωρίσιμο, το ανεπαίσθητο: το απερίγραπτο δηλαδή, που
είναι υβριδικό και μονίμως στο εκτός, στο μεταξύ, στο μέσον (βλ. Ντελέζ, 2024· Ντελέζ,
& Παρνέ, 2022). Η Κανταρτζή αυτό ακριβώς κάνει: επιτελεί με τη γλώσσα (της)
αυτό το «τραύλισμα» που ενεργοποιεί τη γλώσσα αλλιώς, αυτή την άλλη
«πολυγλωσσία» εντός της ίδιας της γλώσσας της: κατασκευάζει μια «γραμμή
διαφυγής» (Ντελέζ, 2024· Ντελέζ, & Παρνέ, 2022), μια γραμμή αντίστασης
δηλαδή (Ντελέζ, 2025: 105).
Βλέπουμε την
ποίηση να φτάνει στα άκρα, να αγκαλιάζει και να επινοεί όχι τόσο άλλα θέματα, αλλά
άλλες εκφραστικές και κατασκευαστικές δυνατότητες. Εδώ ο πειραματισμός είναι
σίγουρα μεγαλειώδης: η ποιητική γραφή δεν συνίσταται στην ολοκλήρωση της
πρακτικής της και στην ολοκληρωμένη έκφρασή της, αλλά συνίσταται στο γεγονός
ότι υπάρχει ως εκτεθειμένο προ(σχέδιο), ως μια πάλη που δεν μπορεί να γραφτεί,
να αποτυπωθεί ως σύνολο, μόνο να αναδείξει το γεγονός της προσπάθειας.
Τώρα
πασχίζει
Να
προσαρμόσω
Γεμάτους
πίσσα
Πνεύμονες
Στην έλλειψη
οξυγόνου (σελ. 50)
Αυτό που
είχα
Δεν το ήθελα
Κι αυτό που
ήθελα
Δεν μπορούσα
να το βρω
Τώρα δεν
θέλω
Να το ψάχνω
Πείστηκα
Ότι δεν
υπάρχει
Κι όμως
Πάντα
μισούσα
Το βόλεμα
Ο ηρωικός
συμβιβασμός
Είναι να
δεχτείς
Να
βουτηχτείς
Μεσ' στη
μετριότητα
Ως το λαιμό
(σελ. 52)
Όλες οι
παραπάνω παρατηρήσεις μπορούν να συναχθούν και από την μορφολογία της ποίησής της:
μικρά, ολιγόστιχα, άτιτλα και αποσπασματικά ποιήματα που προσιδιάζουν σε
ποιητικές ημερολογιακές καταχωρήσεις.
Τέλος,
συνοψίζω την κριτική μου παρέμβαση για τη γραφή της Κανταρτζή στην Καταγραφή ως
εξής:
η λογοτεχνία
(η λογοτεχνία ως γραφή), δεν είναι «εγώ», δεν είναι «εσύ», δεν είναι «εμείς»
και δεν είναι ούτε «αυτοί». Τελείως αντίθετα με αυτή τη λογική, η λογοτεχνία (η
λογοτεχνία ως γραφή), είναι το «αυτό», ο «ξένος», ο «άλλος», ο «εκείνος», το
διαρκώς καταφθάνον υποκείμενο (Κατσιγιάννης, 2025).
Βιβλιογραφία
Κατσιγιάννης,
M. (2025). Λογοτεχνία και υβριδικότητα: για τη ντελεζιανή θεώρηση της
λογοτεχνίας. Bookfeed. Ανακτήθηκε 28 Ιανουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_25.html
Ντελέζ, Ζ. (2025).
Δύο καθεστώτα τρελών: Κείμενα και
συνεντεύξεις 1975-1995 (Κ. Μπούντας, Μτφρ., Ντ. Λαπουζάντ, Επιμ.). Αθήνα:
Εκκρεμές.
Ντελέζ, Ζ
(2024). Κριτικά και κλινικά (Χ.
Κολύρη, Μτφρ., Γ. Ρήγας, Επιμ.). Αθήνα:Κέδρος.
Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.
Πρώτη δημοσίευση: εξιτήριον – ψηφιακές εκδόσεις ανοικτού περιεχομένου, 3 Φεβρουαρίου, 2026
