Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεωρία της λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεωρία της λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Η καταραμένη αμφισημία, η λατρεμένη ευκολία

Η καταραμένη αμφισημία, η λατρεμένη ευκολία 


του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Joey Guidone

 

Μία από τις πιο συνηθισμένες και περιλάλητες μομφές που εκτοξεύονται εναντίον διαφόρων ποιήσεων είναι αυτή της «δύσκολης» γραφής, του ζόρικου περιεχομένου που αντιτάσσεται στις ποικίλες ευκολίες και επιφανειακές προσεγγίσεις στον ποιητικό λόγο, της ρευστότητας, της αμφισημίας που εναντιώνεται στη φυλακή που είναι το συγκεκριμένο, το μονοσήμαντο, το σταθερό, το δομημένο, το πλήρως αποκρυπτογραφημένο, της αοριστίας, της ξενότητας, της πολλαπλότητας που παρουσιάζει και, γενικότερα, του υβριδικού χαρακτήρα. 

Έχω ασχοληθεί ξανά με αυτό το ζήτημα[1] έχοντας επισημάνει τον βασικότερο λόγο πίσω από αυτή την μόνιμη ευκολία που όλο ξεστομίζεται από πολλούς, αυτόν τον κυρίαρχο λόγο στην πραγματικότητα περί της ποιητικής τέχνης. Και αυτός ο λόγος δεν είναι άλλος από το γενικότερο διαφαινόμενο (και μη) υπόβαθρο των ανθρώπων που εκφέρουν τα περί αμφισημίας στο περιεχόμενο και δυσκολίας στη γραφή. Θέλω να πω, εκτός από αισθητικό ζήτημα είναι και βαθιά πολιτικό.

Η ποίηση έχει προβλήματα σήμερα πολλά. Η συστηματική επαφή με πρόσωπα, εκδόσεις, περιοδικά, ιστοσελίδες, ιστολόγια και ΜΚΔ, αλλά και αν δει κανείς τι και πώς προωθείται επιβεβαιώνει την ύπαρξή αυτού του δυσάρεστου κανόνα.[2]

Σε γενικές γραμμές, η ποίηση σήμερα μοιάζει με ελεύθερο, άγριο ζώο σε αιχμαλωσία, με φως που δεν ανάβει όσο κι αν παλεύεις με τον διακόπτη. Κάτι έχει χαλάσει, κάτι έχει ξεστρατίσει, παρατηρούμε την ανάπτυξη ενός «λάθος» υβριδίου – κάτι που φυσικά συντελείται και σε άλλους τομείς. Η ποίηση σήμερα έχει βάλει ως σκοπό της την επιτέλεση της άρνησης του εαυτού της: να μην είναι ποίηση αλλά κείμενο άλλου είδους που υποδύεται ότι είναι ποιητικό. Πρόκειται επομένως σε μεγάλο βαθμό για κείμενα μη ποιητικά αλλά ψυχαναλυτικά, ημερολογιακά, αυτοβιογραφικά κ.λπ., για μη ολοκληρωμένες αισθητικές εμπειρίες για τον αναγνώστη – και για τον ποιητή ενδεχομένως – που αρκούνται ως επί το πλείστον στην μηχανική επανάληψη κοινότυπων και απαρχαιωμένων (μέχρι ενός σημείου) τάσεων λυρισμού και σε «αυθόρμητα» (μιμητικά δηλαδή, αυτό υποδηλώνουν τα εισαγωγικά) ψυχογραφήματα (σε αυτό θα επανέλθω στη συνέχεια).

Η κεντρική ιδέα είναι αυτή: ποιήματα «απλά», «λιτά» και «κατανοητά», αυτό είναι το σχήμα/σύστημα που φαίνεται να προωθεί η ποίηση σήμερα. Μονοπώλιο και απολυτοποίηση της κατανόησης, της πρόσληψης, της ανταπόκρισης, του νοήματος, της σημασίας, με άλλα λόγια.

Η ποίηση σήμερα συμβαδίζει με τους κυριάρχους λόγους, τις κατεστημένες νόρμες, τις περίκλειστες δομές και τις επιταγές της εποχής. Είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό καταφατική απέναντι στις αδικίες και τις καταπατήσεις που συμβαίνουν ως αποτελέσματα των (άνισων και μη) σχέσεων εξουσίας. Πλέει εντός της ομοιομορφίας (και νομίζω ότι αισθάνεται όμορφα εκεί) κι εντός μιας άκρατης και αφελούς θετικότητας, ζητά πολύ έντονα την αποδοχή (σχεδόν των πάντων), θέλει να έχει παρουσία και φωνή ανεξάρτητα από το τι θέλει να πει. Η εικόνα της είναι που έχει την ύψιστη σημασία και όχι το περιεχόμενο και ο τρόπος παραγωγής του. Απέχει πολύ από τη σχεσιακή αντίληψη για τη ζωή και τα ιδεώδη της, μοιάζει να αδιαφορεί για το ευρύτερο κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό περικείμενο – ακόμη κι όταν μοιάζει να το αγγίζει – εντός του οποίου διαμορφωνόμαστε και το οποίο όλοι διαμορφώνουμε.

Αναμφίβολα, ο σημερινός ποιητής αγαπά πάρα πολύ τον εαυτό του, δεν δέχεται με τίποτα να πεθάνει για χάρη της δημιουργίας (βλ. Blanchot, 2018) ούτε και για χάρη του αναγνώστη (βλ. Barthes, 2019). Από αυτές τις αρνήσεις προκύπτει η απουσία της ποίησης σήμερα και η εμφάνιση – εν είδει κυριαρχίας – της τελευταίας με όρους τεχνοκρατικούς και εξω-καλλιτεχνικούς.

Τόσο με την ιδιότητα του ποιητή και του αναγνώστη όσο και με αυτή του κριτικού, θα πω ότι στο περιεχόμενο της σημερινής ποίησης στέκομαι πολύ άβολα, αισθάνομαι να με κατακλύζει μια πολιτικο-πολιτισμική αμηχανία, νομίζω ότι μπερδεύομαι σχετικά με τη σημασία και τη λειτουργία του ποιητικού λόγου – και λόγου. Στο περιεχόμενό της διαφαίνεται, αντανακλάται – ποικιλοτρόπως – ένας λόγος πίσω από την απόφαση για γραφή που είναι κάπως αντίθετος με την έννοια της ποίησης (έτσι όπως κάποια τέρατά της τη νοηματοδότησαν), ένα κίνητρο που στρέφεται εναντίον της, που δεν ταιριάζει τόσο σε ποίηση αλλά σε άλλου είδους ανθρώπινες δραστηριότητες και σίγουρα μη καλλιτεχνικές (βλ. Κατσιγιάννης, 2026α).

Δανειζόμενους τη σκέψη του Χαν, σημειώνω ότι η ποίηση σήμερα, κοντά στην αύρα και ποιότητα τηλεοπτικών προγραμμάτων πολλών ειδών, μιλά υπό το πρίσμα μιας «ψυχοπολιτικής» (βλ. Χαν, 2023) νοοτροπίας και από την αφετηρία της συγκατάθεσης και της συγκατάβασης, ακολουθώντας τον αντίστοιχο – επικίνδυνο αλλά και θλιβερό συνάμα – προσανατολισμό, ο οποίος καταστρέφει την ποίηση, κατατρώει ολόκληρο τον πλούτο της, έναν πλούτο που δεν υπάρχει πουθενά αλλού. Η ποίηση σήμερα μοιάζει να επιτελείται με βάση αυτό που ο Χαν ονομάζει ως «storytelling» (βλ. Χαν, 2025̇ Κατσιγιάννης, 2025).

Επομένως, η απαίτηση της σημερινής ποίησης για απλότητα και αμεσότητα στο περιεχόμενο, για εκμετάλλευση του βιώματος και όχι για απροσδιοριστία και αφηρημένα, δύσκολα λόγια,[3] δεν πηγάζει από κάποια διαφορετική ποιητική και κοσμοθεωρητική αντίληψη. Αυτό θα ήταν εντάξει. Άλλωστε, το αίτημα για απλότητα στην ποιητική έκφραση, η εμφανής σύνδεση με το βίωμα και το σώμα, πέρα από θεμιτό είναι και αρκετά παλιό, διαχρονικό. Και πολλοί ποιητές που στρατεύθηκαν εκεί χρύσωσαν την ποιητική τέχνη, γιατί μεταξύ των άλλων δεν αντιτάθηκαν σε αυτήν, δεν θέλησαν να τη μεταλλάξουν, να τη στρέψουν ενάντια στον εαυτό της, αλλά εξέφραζαν και διατράνωναν μία εναλλακτική ποιητική νοοτροπία, η οποία είχε (και έχει) θετικό αποτύπωμα. Η δουλειά τους ήταν ποιητική, το κίνητρό τους η γραφή, δεν προσπάθησαν να εδραιώσουν μέσω της ποίησης κάτι που δεν ανήκει στην ποίηση (ή την καταστρέφει) – να αλώσουν δηλαδή την ποίηση εκ των έσω. 

Όμως, τώρα, σήμερα, έχω την άποψη ότι το εν λόγω αίτημα πηγάζει από εκεί: την άλωση της ποίησης εκ των έσω. Το αίτημα αυτό πηγάζει σήμερα από την «εσωτερικευμένη νεοφιλελεύθερη πολιτική παθολογία» (Κατσιγιάννης, 2026β) που μαστίζει (τουλάχιστον) τις φιλελεύθερες δυτικές δημοκρατίες. Οι απαιτήσεις της συνδέονται άρρηκτα με την εικόνα του εαυτού ως υποχείριο, την εγκατάλειψη της δράσης, την κατασίγαση της βούλησης, την ακολουθία προτύπων και ειδώλων, την τραγική έλλειψη γνωστικού (σε πολλά επίπεδα, όχι μόνο ποιητικού) βάθους. Η ποίηση σήμερα εκκινεί από θέσεις σταθερές, εκφράζει το αναμενόμενο και το τετριμμένο με τρόπο αναμενόμενο και τετριμμένο, διακινεί την κουλτούρα της τυποποίησης, της βεβαιότητας, της υποχώρησης, της προσαρμογής και της κατάφασης – της άγνοιας.

Έτσι, η απλότητα, η αμεσότητα, η εμπειρία και όλα τα σχετικά είναι προσχήματα που στην πραγματικότητα σημαίνουν την παραγωγή μιας ποίησης της ασφάλειας και της απλοποίησης αντί της άρνησης, της ρήξης, της αμφισημίας, της πολλαπλότητας και της ρευστότητας, μιας ποίησης μη ικανής να απειλήσει τους κυρίαρχους λόγους, μιας ποίησης μη ικανής να λειτουργήσει ως ρωγμή στις κατεστημένες δομές και να τις διαβρώσει.

Συνεπώς, όταν μια τέτοια ποίηση σαν τη σημερινή έρχεται αντιμέτωπη με μια «πραγματική» ποίηση, μοιάζει να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της και αρχίζει να επιτίθεται δήθεν με ποιητικά επιχειρήματα και προσποιούμενη ότι αντιδικεί για την ποίηση. Προφανώς, αυτή η πολιτικο-αισθητική κατάσταση δεν μπορεί να ανατραπεί από μονάδες ή ομάδες. Αυτό ισχύει εξάλλου για κάθε μάστιγα – ειδικά αν έχει και υποστήριξη από τα πάνω, αν δηλαδή οι διάφοροι κυρίαρχοι λόγοι επωφελούνται από μια τέτοια κατάσταση.[4]

Όμως, όσους μας ενδιαφέρει όχι η συστημική ποίηση αλλά η ποίηση αλλιώς δεν μπορούμε να αφήσουμε την κατάσταση να συνεχίζει την ανεξέλεγκτη πορεία της. Πρέπει τουλάχιστον να δίνονται απαντήσεις συνεχώς σε αυτούς του λόγους, οι οποίοι δεσπόζουν – και δεν πρέπει προφανώς να δεσπόζουν.

Η κατάσταση γύρω από την ποίηση είναι – ευτυχώς για ορισμένους – πολύ διαφορετική από ό,τι επικρατεί σήμερα τόσο σε επίπεδο πρόθεσης και πρακτικής όσο και σε επίπεδο ιδεών. Η ποίηση είναι το περιεχόμενο της και το περιεχόμενό της οφείλει να παρακινεί σε (ανα)στοχασμό και σε περίσκεψη, να ενοχλεί και να ταράζει και όχι να είναι προσαρμοσμένη στις υπάρχουσες ασφυκτικές δομές και αδιάφορη, συμβιβασμένη με τα κακώς κείμενα της εποχής – με πολλούς τρόπους. Οφείλει να εκφράζει τις επιθυμίες του ποιητή έτσι όπως αυτός τις κατασκευάζει (λιγότερο ή περισσότερο εν μέρει) και όχι να δέχεται επιβαλλόμενες προσλήψεις και ανταποκρίσεις για τον κόσμο, τα σημεία του κόσμου, τον ίδιο του τον εαυτό. 

Γράφω σε άλλο μου δοκίμιο:

 

Η ποίηση πρέπει να μην αποχωριστεί τον πιο σημαντικό της ρόλο, την πιο βασική της λειτουργία: την αντίσταση. Η αντίσταση είναι ο φυσικός χώρος θα λέγαμε της ποίησης, όχι το καταφύγιό της, ο φυσικός, ο αναμενόμενος χώρος της. Ο δρόμος της πραγματικής ποίησης, δηλαδή της πρωτοποριακής και ριζοσπαστικής ποίησης, της ποίησης που αποδιοργανώνει τις αισθήσεις κι ενοχλεί τις βεβαιότητες τόσο του ποιητή όσο και του αναγνώστη, ήταν ανέκαθεν μοναχικός, περιπετειώδης, λίγο μελαγχολικός και διαρκώς αμφισβητούμενος από τα πάνω – και από τα γύρω βέβαια. Και οι λόγοι γι' αυτό βρίσκονται στην πραγματική θεώρηση για τον ποιητή. Ο ποιητής, η ιδιότητα και η λειτουργία του ποιητή, συμβολίζει τις ρωγμές στις κλειστές και συμπαγείς δομές, τις «γραμμές φυγής» (βλ. Deleuze & Guattari, 2017̇ Ντελέζ & Παρνέ, 2022), που όλο (ανα)δημιουργούν τα συμβάντα και επινοούν εναλλακτικές μορφές σκέψης, δράσης και ζωής. Ο ποιητής είναι το απρόοπτο, το δύσκολα (και το μη) εντοπίσιμο, το απροσδιόριστο, η ρήξη με την άποψη ότι υπάρχει η αλήθεια. Η ποίηση οφείλει, όπως έκανε πάντα, να φοβίζει τον κόσμο, ιδίως τον κόσμο που στέκεται αμέτοχος, άπραγος, άεργος, δημοφιλής, προνομιούχος και ταυτόχρονα χαρούμενος και άσχετος. Η ποίηση οφείλει να δημιουργείται σε αυτό ακριβώς το πρότυπο: την άρνηση, την αμφισβήτηση, την παρέκκλιση και την υβριδικότητα. Να αντιλαμβάνεται τον ανεξάντλητο πλούτο που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο κρύβει το δυνητικό, να πειραματίζεται και να επινοεί συνεχώς νέους τόπους, αλλά και τόπους εντός των ήδη επινοημένων τόπων. Αυτή είναι η πραγματική ποίηση. Η τελευταία, το γνωρίζουν καλά οι μυημένοι (ποτέ οι τριγύρω, ποτέ οι «μυημένοι»), άλλο δεν κάνει από το να αλλάζει πρόσωπα, σώματα, φωνές και σχήματα, να αναδιοργανώνεται και να ανασυντάσσεται ποικιλοτρόπως και συνεχώς. Και αυτό είναι που την καθιστά στους κυρίαρχους εξουσιαστικούς λόγους (δυνητική) απειλή. Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να καλλιεργήσει, να συνεχίσει και να διανθίσει (Κατσιγιάννης, 2026γ).

 

Θέτοντάς το πολύ άμεσα, θα πω ότι σήμερα, βλέπω ελάχιστες ποιήσεις που συνομιλούν με – πολύ ενδεικτικά τα παραδείγματα – τον Γκρέγκορυ Κόρσο, την Ανν Σέξτον, τον Σάμιουελ Μπέκετ, τον Λωτρεαμόν, τον Πολ Όστερ, τον Αντονέν Αρτώ, τον Μίλτο Σαχτούρη, τον Νίκο Εγγονόπουλο, την Μυρτάλη Κανταρτζή, τον Ηλία Πετρόπουλο, αρκετούς μιμητές τους[5] και παρά πολλούς που κινούνται σε άκρως αντίθετη κατεύθυνση. 

Κλείνω ως εξής. Να θυμόμαστε διαρκώς τον ευφυή γραφιά Τζακ Κέρουακ που έγραφε: «μην αφήσεις την ποίηση να αυτοκτονήσει» (Κέρουακ, 2007: 91).

 

Βιβλιογραφία

 

Barthes, R. (2019). Εικόνα, Μουσική, Κείμενο (Γ. Σπανός, Μτφρ., Β. Πατσογιάννης, Επιμ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Blanchot, M. (2018). Ο χώρος της λογοτεχνίας (Δ. Δημητριάδης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Κατσιγιάννης, M. (2025). Σημειώσεις για τη νεοφιλελευθεροποίηση της διδασκαλίας της λογοτεχνίας στην προσχολική εκπαίδευση. Βαβυλωνία. Ανακτήθηκε 3 Σεπτεμβρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_95.html

Κατσιγιάννης, M. (2026α). Οι αναρωτήσεις του συγγραφέα. Μιχάλης Κατσιγιάννης. Ανακτήθηκε 3 Σεπτεμβρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/08/blog-post_26.html

Κατσιγιάννης, M. (2026β). Το κρίσιμο «γιατί» της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μιχάλης Κατσιγιάννης. Ανακτήθηκε 3 Σεπτεμβρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/08/blog-post.html

Κατσιγιάννης, M. (2026γ). Η ποίηση μπροστά στις σειρήνες της αφομοίωσης. τοβιβλίο.net. Ανακτήθηκε 3 Σεπτεμβρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/07/blog-post_24.html

Κέρουακ, Τζ. (2007). Ποιήματα (Γ. Λειβαδάς, Μτφρ.). Ηριδανός.

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

Χαν, Μ.-Τ. (2023). Ψυχοπολιτική: ο νεοφιλελευθερισμός και οι νέες τεχνικές εξουσίας (Β. Τσαλής, Μτφρ). Αθήνα: Opera.

Χαν, Μ.-Τ. (2025). Η κρίση της αφήγησης (Β. Τσαλής, Μτφρ.). Αθήνα: Opera.


[2] Να αναφέρω εδώ το προφανές – δηλαδή θα μπορούσα και να μην το κάνω αλλά θα το κάνω για να αποφύγω όσο γίνεται τις παρεξηγήσεις αρκετών «καλοπροαίρετων» αναγνωστών που αγνοούν το εργαλείο της διεξοδικής και κριτικής σκέψης. Οι απόψεις που πρόκειται να διατυπώσω (και αυτό ισχύει για κάθε κείμενο, για κάθε λόγο, για κάθε άνθρωπο) αποτελούν την άποψή μου την οποία εγώ θεωρώ ως αλήθεια (μου) και όχι την αλήθεια, την αναλλοίωτη, καθολική αλήθεια που όλοι οφείλουν άκριτα και αβίαστα να ασπαστούν.

[3] Η εν λόγω απαίτηση είναι πλήρως άστοχη γιατί μεταξύ όλων των άλλων αγνοεί το αναπόφευκτο ότι δηλαδή η – αποκαλούμενη – δύσκολη γραφή, δεν είναι εκτός της βιωματικής και σωματικής διάστασης – όπως άλλωστε και κάθε αποτέλεσμα που παράγει ο άνθρωπος – απλώς επιτελείται εναλλακτικά.

[4] Να αναφέρω εδώ ότι για την ποίηση που υπάρχει ως κυρίαρχη σήμερα μεγάλη ευθύνη φέρουν και όλοι εκείνοι οι παράγοντες/μεσάζοντες που την αναδεικνύουν ποικιλοτρόπως. Όπως και το γεγονός ότι σήμερα η ποίηση προτιμά τις μαζώξεις, τα φεστιβάλ και τις ημερίδες, παρά τη γραφή και την εμβάθυνση σε όλα όσα την προκαλούν.

[5] Η ύπαρξη πολλών μιμητών της λεγόμενης δύσκολης, μπερδεμένης κι εν πολλοίς μη αρεστής στο ευρύ κοινό γραφής αποδεικνύουν ότι η κατάπτωση του ποιητικού φαινομένου δεν εντοπίζεται αποκλειστικά στα αντίθετα αυτής της γραφής, στην ποίηση της μάζας (και για την μάζα) δηλαδή και δεν εκφράζεται μόνο με αυτόν τον τρόπο, αλλά έχει εισχωρήσει και στο προφίλ, για να το θέσω έτσι, της ποίησης όπως αυτή υπάρχει πραγματικά, μη αλλοιωμένη δηλαδή, μη εξω-ποιητική (το έξω με την αρνητική σημασία), μη νεοφιλελεύθερη.

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Οι αναρωτήσεις του συγγραφέα

Οι αναρωτήσεις του συγγραφέα

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Joey Guidone

 

Η γραφή, η πραγματική επιτέλεσή της, στρέφεται πάντοτε στον εαυτό της. Γι' αυτόν (αλλά και για άλλους λογούς) η γραφή είναι επικίνδυνη, βίαιη και σκληρή υπόθεση για τον συγγραφέα – ποιητή και πεζογράφο – (βλ. Blanchot, 2018), πέρα από γλυκιά και ευδαιμονική – ή μάλλον εξαιτίας αυτού του συνδυασμού είναι ευδαιμονική. Όσοι παίρνουν στα σοβαρά τη γραφή (τόσο τη δική τους όσο και γενικά τη γραφή) είμαι βέβαιος ότι υπάρχουν αρκετές στιγμές στη ζωή τους που αναρωτιούνται «γιατί όλο αυτό;», που αναρωτιούνται «γιατί» γράφουν, «γιατί» επιδίδονται σε αυτή τη δοκιμασία;

Θα επιχειρήσω να απαντήσω στα παραπάνω απαντώντας στο ερώτημα «τι γίνεται με τη γραφή;» (βλ. επίσης Κατσιγιάννης, 2025). Νομίζω είναι η απάντηση εκεί.[1]

Η γραφή έχει δύο πτυχές ζωής.

Στην πρώτη πτυχή, η γραφή είναι εγωιστική (βλ. Κατσιγιάννης, 2026α), καθαρή φιλοξενία του εγώ από τον εαυτό. Αυτό δεν σημαίνει ότι το εγώ του συγγραφέα δεν είναι κοινωνικό, συλλογικό, πληθυντικό, αλλά ότι σε αυτή τη φάση η ανοικτότητα, η κοινωνικότητά του είναι (αναγκαστικά) περιορισμένης εμβέλειας. Τι εννοώ; Εντός μιας ρευστής και μεταβαλλόμενης συνθήκης, ο συγγραφέας εσωτερικεύει, σκάβει, ερμηνεύει, ελέγχει, κρίνει, αναλύει τα σημεία του κόσμου, στήνει διάλογο ανοικτό μαζί τους με σκοπό να κατανοήσει τόσο τον κόσμο όσο και τις θέσεις του ίδιου εντός του κόσμου (του και γενικώς), αλλά και με σκοπό να δει ξανά και να κατασκευάσει νέες θέσεις και θεάσεις, νέες λειτουργίες, νέες μεθοδολογίες για τη δράση του υποκειμένου, για τη ζωή, για την ύπαρξη

Ωστόσο, υπάρχει και η δεύτερη πτυχή.

Σε αυτήν τη δεύτερη πτυχή, ο συγγραφέας εμφανίζει, για να το θέσω έτσι, την πληθυντικότητα του εγώ του, ορατοποιεί την κοινωνικότητά του, τον πολυφωνικό διάλογο που πραγματοποίησε. Η γραφή συνίσταται και στην εξωτερίκευση, στην επικοινωνία, στη συνομιλία με πρόσωπα αυτή τη φορά αντί για φαντάσματα, είδωλα και ομοιώματα. Ο συγγραφέας – από την στιγμή που παίρνει τη μοιραία απόφαση της δημοσίευσης και της έκδοσης – έχει την ανάγκη να ανοιχτεί προς τα έξω, προς τον κόσμο, να κοιτάξει στα μάτια κάποιον πια και όχι μόνο κάτι, να βρεθεί σε ένα πλήθος, να χαρίσει τις φωνές του, τις αγωνίες και τις ελπίδες του, τους φόβους και τις χαρές του, να μεταδώσει τον τρόπο σκέψης και ζωής του, να συμπράξει με τον άλλο, να επηρεάσει, να συνυπάρξει με άλλα λόγια. Ο συγγραφέας έχει εδώ την (επίσης) ιερή ανάγκη του μοιράσματος, θέλει να παρουσιάσει όλα όσα τον κινητοποίησαν, όλα όσα τον μάγεψαν, τον πλήγωσαν, τον άλλαξαν.

Η λατρεμένη ποιήτρια Μυρτάλη Κανταρτζή,[2] συμπυκνώνει την ουσία αυτής της δεύτερης πτυχής της γραφής πολύ εύστοχα με αμεσότητα και απλότητα:

 

εκδίδει τα ποιήματά της, για να επικοινωνήσει πια με τους ανθρώπους που δεν γνωρίζει. Στόχος της είναι να γλιτώσει τον αναγνώστη από ό,τι οδυνηρό πέρασε η ίδια και να τον κάνει να χαρεί ό,τι πολύτιμο έχει αποκομίσει. Γι’ αυτό, απευθύνεται κυρίως στους νεότερους.[3]

 

Έχω την άποψη ότι όταν συντελείται αυτή η δεύτερη, «κοινωνική» πτυχή της γραφής, όταν δηλαδή ο συγγραφέας φεύγει για λίγο από τον ιδιότυπο αυτοεγκλεισμό, εισχωρεί σε όλους τους χώρους – ή σε περισσότερους – της γραφής, την καταλαβαίνει στην πληρότητά της, λυτρώνεται με και από τα βλέμματα (ακόμη κι αν είναι αρνητικά), κατά κάποιον τρόπο ανασταίνεται, διασπάται και διαιωνίζεται έτσι, διασκορπίζεται η βιοθεωρία του, η λειτουργία του, αποκεντρώνεται η ύπαρξή του. Ο συγγραφέας χαρίζεται. Φυσικά, δεν παύει να είναι μόνος, μόνος με τα μυστικά, τις αισθήσεις, τα φαντάσματα και τις ρουτίνες του, αλλά πια είναι μόνος μαζί με άλλους. Βρίσκεται πλέον σε αυτή την ιδιότυπη συνθήκη, στην οποία και ολοκληρώνεται, επιτυγχάνεται, κατά την κρίση μου, η αποστολή της γραφής, της λογοτεχνίας.

Η γραφή δεν είναι κάτι άλλο πέρα από τις παραπάνω δυο πτυχές: είναι βιωμένα πάθη και αναζητήσεις που εκτίθενται, είναι πραγματικές καταστάσεις και φανταστικά σενάρια που μονολογούν κι έπειτα ζητούν την προσοχή, την ποικιλότροπη κατανόηση και φροντίδα άλλων, που εγκαλούν τις αισθήσεις και τις κουλτούρες άλλων σε μίξη, σε αλληλοτροδόφοτηση, σε διαλεκτική.

Η λογοτεχνία δεν είναι άσκηση, ποτέ δεν ήταν. Είναι (η) ζωή, η πιο υψηλή εμπειρία, η πιο έντονη ποιότητα, η πιο ξέφρενη ταχύτητα και γι' αυτόν τον λόγο έχει μόνο να κερδίσει κανείς από αυτήν. Η γραφή, όταν είναι «αυθεντικός» κόπος και δεν συμβαίνει για άλλους – άσχετους με τη λογοτεχνία – λόγους, είναι ροή, πλέγματα, διασταυρώσεις ειδών και ιδεών και όχι ακίνητη μάζα, σταθερή πυγμή. Δεν ζητά λοιπόν επιβεβαιώσεις και διαβεβαιώσεις ούτε από τον ίδιο τον εαυτό της ούτε από τους αναγνώστες.

Διαβάζω από τον Ντελέζ:

 

Δεν γράφουμε παρά από αγάπη μόνο, κάθε γραφή είναι ένα γράμμα αγάπης. Η Πραγματική-Λογοτεχνία. Δεν θα έπρεπε να πεθαίνουμε παρά μόνο από αγάπη κι όχι από έναν τραγικό θάνατο. Δεν θα έπρεπε να γράφουμε παρά μόνο λόγω αυτού του θανάτου, ή να παύουμε να γράφουμε λόγω αυτής της αγάπης, ή να συνεχίζουμε να γράφουμε, και τα δύο μαζί (2022: 52).

 

Η γραφή ζητά ως ροή που είναι η ίδια, συνδέσεις με άλλες ροές, με άλλες ζωές δηλαδή, με άλλες σελίδες, με άλλες συνθήκες, με άλλες αφηγήσεις, ψάχνει να βρεθεί σε άλλα συμβάντα, να επινοήσει νέους τρόπους ώστε να συνεχίσει να επινοεί. Πρόκειται – και στις δυο πτυχές – για «μια συνάντηση […] επικρατειών, ένα βραχυκύκλωμα, μια διακοπή στον κώδικα όπου ο καθένας απεδαφικοποιείται […] δεν είναι υπόθεση μίμησης αλλά σύνδεσης» (βλ. Ντελέζ & Παρνέ, 2022: 47̇ Ντελέζ, 2024). 

Η γραφή διακρίνεται από ένα είδος ιερότητας, σεβασμού, θάρρους και φροντίδας – και δεν έχω καθόλου την εντύπωση ότι αυτή η άποψη προστίθεται εδώ από εμένα, πρόκειται για μία ευρέως κοινή παραδοχή,  τουλάχιστον για εκείνους που αντιλαμβάνονται όντως τη γραφή. Δεν είναι παίξε-γέλασε η γραφή, για να το πω έτσι λιτά, απλά. Και πως θα μπορούσε εξάλλου, αφού είναι θάνατος και γέννηση,  γέννηση και θάνατος – αυτό το ξέρουμε (βλ. Blanchot, 2018). Με (και μέσα από) τη γραφή, ο συγγραφέας ο πραγματικός ζητά – σε γενικές γραμμές – δύο πράγματα. Την εκούσια, δημιουργική και αισθητική συμμετοχή στο παλίμψηστο των λόγων και την επανακατασκευή και επανανοηματοδότηση της (κατεστημένης) πραγματικότητας αλλά και του εαυτού του (βλ. πρώτη πτυχή) και την ανάγνωση, το μοίρασμα, τη διάθεση του κατασκευασμένου «είναι» του (βλ. δεύτερη πτυχή).

Συνεπώς, θα έλεγα πως τίποτα παραπάνω να μην αναζητά ο συγγραφέας κατά τις φάσεις των αναρωτήσεών του από τη γραφή πέρα από όσα αυτή ήδη έχει και (του/μας) προσφέρει – με το αντίστοιχο ψυχο-πνευματικο-κοινωνικο αντίτιμο βέβαια – και το κάνει εφόσον αυτός συνάπτει μαζί της μία διαλεκτική σχέση υποταγής. Να μην ζητά από τη γραφή – κάτι που δυστυχώς συμβαίνει κατά κόρον – πράγματα τελείως άσχετα με αυτή (όπως για παράδειγμα φήμη, χρήματα, δόξα και λοιπές καπιταλιστικές και νεοφιλελεύθερες ματαιοδοξίες), γιατί πολύ απλά σε αυτή την περίπτωση η γραφή αποχωρεί, χάνεται και απομένουν κάτι θλιβερές – έντυπες ή ψηφιακές – κηλίδες.[4]

Νομίζω, κι έτσι θα ολοκληρώσω, ότι η μοναδική άξια προσδοκία που μπορεί να έχει ένας έντιμος και διψασμένος για λογοτεχνία συγγραφέας από τη γραφή είναι να καταφέρει να της ανήκει ολοκληρωτικά. 

 

Βιβλιογραφία

 

Blanchot, M. (2018). Ο χώρος της λογοτεχνίας (Δ. Δημητριάδης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Κατσιγιάννης, M. (2025). Φυσικές εργασίες/το σκάψιμο, ή αλλιώς για τη γραφή. τοβιβλίο.net. Ανακτήθηκε 24 Αυγούστου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_18.html

Κατσιγιάννης, M. (2026α). Το κρίσιμο «γιατί» της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μιχάλης Κατσιγιάννης. Ανακτήθηκε 24 Αυγούστου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/08/blog-post.html

Κατσιγιάννης, M. (2026β). Η διαλεκτική της πτώσης και του κενού: σχόλια στην ποιητική συλλογή «Στιγμές», της Μυρτάλης Κανταρτζή. Μιχάλης Κατσιγιάννης. Ανακτήθηκε 24 Αυγούστου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/01/blog-post_13.html

Κατσιγιάννης, M. (2026γ). Η αισθητική του απερίγραπτου ως ποιητική δυνατότητα: σχόλια στην ποιητική συλλογή «Καταγραφή», της Μυρτάλης Κανταρτζή. Εξιτήριον. Ανακτήθηκε 24 Αυγούστου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/02/blog-post_4.html

Ντελέζ, Ζ. (2024). Κριτικά και κλινικά (Χ. Κολύρη, Μτφρ., Γ. Ρήγας, Επιμ.). Αθήνα: Κέδρος

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.).Εκκρεμές.



[1] Δεν είναι αυτό που με αφορά εδώ αλλά, τηρουμένων κάποιων αναλογιών, το παρακάτω σχήμα ισχύει και για την ανάγνωση και για την κριτική (βλ. μία σειρά σχετικών δοκίμιών μου εδώ: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/ ).

[2] Για αυτήν την τόσο αγνοημένη μα και τόσο εξαιρετική ποιήτρια, βλ. Κατσιγιάννης, 2026β, 2026γ.

[3] Αυτό το απόσπασμα προέρχεται από το βιογραφικό της σημείωμα, το οποίο υπάρχει στις ποιητικές της συλλογές.

[4] Οι προσωπικές επιδιώξεις ενός ανθρώπου που σχετίζεται με τη γραφή, οι άσχετες με τη γραφή, θα καταστρέψουν τον λογοτεχνικό εαυτό του ή δεν θα του επιτρέψουν να τον γεννήσει. Οι άσχετες με τη γραφή προσωπικές επιδιώξεις ενός ανθρώπου που σχετίζεται με τη γραφή καθίστανται χρήσιμες και ωφέλιμες μόνο στη περίπτωση που ο εν λόγω άνθρωπος τριγυρνά σε παραλογοτεχνικά μονοπάτια ή σε μονοπάτια που μπορεί να μην είναι τέτοια αλλά τα αντιμετωπίζει ως τέτοια. Και στις δύο περιπτώσεις (τα παραδείγματα πολλά προφανώς), ο άνθρωπος αυτός απλώς φιλοξενείται από τη γραφή.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Η ποίηση μπροστά στις σειρήνες της αφομοίωσης

Η ποίηση μπροστά στις σειρήνες της αφομοίωσης 


του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Srdjan Cincar, Writer (2009)

 

«Ποιος φοβάται την ποίηση;». Αυτός θα μπορούσε να είναι ο τίτλος του παρόντος κειμένου. Συμπυκνώνει τις διαστάσεις όλων όσων σκοπεύω να πω. Είναι σίγουρα ένα από τα πολύ σημαντικά προβλήματα, όχι μόνο του καιρού μας, η σχέση της τέχνης και η δυνατότητά της να υπάρχει ελεύθερη με τους κυρίαρχους λόγους της κατεστημένης πραγματικότητας και κοινωνικής οργάνωσης. Με αυτό θα ασχοληθώ εδώ εστιάζοντας στην ποίηση, σε αυτή την ανεξάντλητη τέχνη. 

Όπως έχει συμβεί και συμβαίνει και σήμερα με πολλές τέχνες (αλλά και είδη και μορφές αυτής) που διεκδικούν την ανεμπόδιστη δράση τους και τη διεύρυνση του αποδομητικού τους λόγου, έτσι και στην ποίηση τίθενται συνεχώς εμπόδια από τους λόγους της κατεστημένης πραγματικότητας, της κυρίαρχης κοσμοαντίληψης για τα πράγματα και τους ανθρώπους κι επιχειρείται η οριοθέτησή της με σκοπό τη χαλιναγώγηση της και την αποαπειλητικοποίησή της. Εξάλλου, αυτό είναι πασιφανές.

Η ποίηση, αυτό το μη εξημερωμένο ζώο, το αδάμαστο άλογο της λογοτεχνίας (κι ένα από αυτά της τέχνης συνολικά), κάμπτεται συνεχώς από ποικίλους  κυρίαρχους λόγους που της απαιτούν άλλη στάση και συμπεριφορά σε όλες τις διαστάσεις. Όμως, η πιο σημαντική κι επικίνδυνη από όλες τις απαιτήσεις των κατεστημένων λόγων έναντι της ποίησης σχετίζονται με το περιεχόμενο. Απαιτείται συνεχώς από την ποίηση η απλότητα, που είναι όμως μη επεξεργασμένες οπτικές γωνίες, απλοποίηση και συχνά ακραία υπεραπλούστευση, η βιωματικότητα και η σωματικότητα, που είναι όμως ένα ημιτελές ημερολόγιο, ένα μισοφτιαγμένο ψυχογράφημα, η πολιτικότητα, που είναι όμως μια μη (και αντι) αισθητική προπαγάνδα, η αντι-ύπαρξη και η αντι-δημιουργία (βλ. Κατσιγιάννης, 2026α) κ.λπ.[1]

Το ζήτημα του περιεχομένου και των πιέσεων που δέχεται η ποίηση επ' αυτού είναι πολύ σημαντικό.[2] Αγγίζει την ίδια την ύπαρξη της ποίησης και όχι απλώς τους τρόπους επιτέλεσής της. Η ποίηση πρέπει να απορρίψει την παραγωγή ψευδοπεριεχομένων και ημιπεριεχομένων, γιατί (πέρα από το προφανές, ότι δηλαδή αυτό δεν είναι όμορφο να συμβαίνει) το περιεχόμενο είναι η ουσία της, το όπλο της, ο λόγος της, ο εαυτός της, η αλήθεια της. Εξηγώ τι εννοώ.[3]

Η ποίηση (αλλά και η πεζογραφία, δηλαδή η λογοτεχνία συνολικά) ανήκουν σε αυτό που ονομάζω τέχνες της επεξεργασίας και του περιεχομένου. Αν από την ποίηση αφαιρεθεί το περιεχόμενο δεν μπορεί να υπάρχει ποίηση. Αν η ποίηση απολέσει το περιεχόμενο δεν είναι πια ποίηση. Χωρίς το περιεχόμενο η ποιητικότητα είναι ανύπαρκτη, μη παρούσα στο κείμενο. Κι αν θεωρήσει κανείς το ψευδοπεριεχόμενο ως απουσία περιεχομένου, τότε δεν μπορεί να υπάρχει και ποιητικότητα. Ένα τέτοιο κείμενο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ποιητικό, αλλά πολιτικό, βιωματικό, ημερολογιακό κ.λπ.

Έγραψα αλλού σχετικά με αυτό:

 

Στις μέρες μας δεν είναι λίγοι οι ποιητές που προσπαθούν να συνομιλήσουν με το βίωμα, το σώμα, την εμπειρία και την ανάμνηση. Ωστόσο, όπως πολύ συχνά παρατηρεί ο κριτικός και διεξοδικός ανα-γνώστης, τα γραπτά τους είναι απογυμνωμένα από κάποιο αισθητικό αποτύπωμα, λείπει από αυτά η ποίηση. Λες και πρόκειται για αυτοβιογραφικά κείμενα, για κείμενα ταυτότητας μη λογοτεχνικής προέλευσης (Κατσιγιάννης, 2026δ).

 

Η ποίηση, ακριβώς επειδή το περιεχόμενο έχει την πρωτοκαθεδρία, δεν μπορεί παρά να βιώνει τη διαδικασία της επεξεργασίας έντονα και να συμπλέει μαζί της τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά. Η ποίηση, η δημιουργία της, βασίζεται σε έναν σχεδιασμό (όχι απαραίτητα σε όλα τα στάδια της δημιουργίας), ο οποίος απαιτεί μία ενεργή συνειδησιακή ετοιμότητα και ωριμότητα. Τι εννοώ;

Η ποιητική γραφή, αν και εμπεριέχει έντονα, όπως και κάθε άλλη τέχνη, τον πειραματισμό, τον αυθορμητισμό και άλλες κρίσιμες παρεμφερείς ποιότητες, είναι (λιγότερο ή περισσότερο) δέσμια της επεξεργασίας, του σταθερού και μετρημένου βηματισμού, της κατανομής και της οργάνωσης. Η ποίηση, αν και ιδιαίτερα αιωρούμενη, από ένα σημείο κι έπειτα είναι εργασία που βασίζεται στο συγκεκριμένο. Η ποίηση, μετά το αόριστο, ρευστό και ασταθές προ-ποιητικό στάδιο, περιορίζει αρκετά μεθοδικά τα κύματα της έξαρσης, της τυχαιότητας και του αυθορμητισμού, μειώνει την αμφισημία, καταστρώνει έναν εννοιολογικό χάρτη και τα διοχετεύει στο περιεχόμενο, στον πυρήνα δηλαδή της αισθητικής της ύπαρξης. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ποίηση αποδεσμεύεται, έστω από κάποιο σημείο κι έπειτα, από το διφορούμενο, αλλά ότι το ενσωματώνει και το παρουσιάζει αλλιώς από ό,τι συμβαίνει σε άλλες τέχνες.

Η ποίηση (και πολύ περισσότερο η πεζογραφία) είναι αναγκαστικά κατανοητή – μέχρι ενός σημείου τουλάχιστον. Το αποτέλεσμα της ποίησης δεν προκύπτει στη φούρια της στιγμής, η ολοκλήρωση της εκμετάλλευσης των σημείων δεν συντελείται εν κινήσει. Αντίθετα, πρέπει πρώτα να καταλαγιάσουν οι συλλήψεις για να γεννηθεί το ποίημα. Αυτό συνίσταται στον μηχανισμό παραγωγής της ποίησης, καθώς και στο βασικό της υλικό, τον λόγο, τις λέξεις, τη λεκτική επικοινωνία. Υπάρχει δηλαδή εδώ μια σχέση αιτίου-αιτιατού μεταξύ του μηχανισμού παραγωγής της ποίησης και του βασικού της υλικού από μέρους του ποιητή – με την οποία η ποίηση έχει μία αναγκαστική σχέση.

Αν κάνει κανείς την παραδοχή ότι ο μηχανισμός παραγωγής της ποίησης είναι η (λιγότερο ή περισσότερο) αμοιβαία σύνδεση/σχέση αυθορμητισμού, οργάνωσης και επεξεργασίας και λαμβάνοντας υπόψη το βασικό υλικό της ποιητικής τέχνης, τη λέξη (η οποία ως τέτοια αξιοποιείται κυρίως στην ποίηση σε αντίθεση με άλλες τέχνες και άλλες εκφάνσεις της ποίησης), τότε για να δημιουργηθεί ένα ποιητικό κείμενο απαιτείται η αποφυγή του (πλήρως τουλάχιστον) ακατέργαστου κι ένα είδος επεξεργασίας που χαρακτηρίζεται από ένταση, κόπο και βάθος.

Η ποίηση πρέπει να αντισταθεί στην ύπουλη προσταγή για παραγωγή ψευδοπεριεχομένων, να αντισταθεί δηλαδή στις όλο και περισσότερες σειρήνες της αφομοίωσης του καιρού της, του κυρίαρχου πολιτισμού και της κυρίαρχης κουλτούρας, έτσι όπως πολύ καλά ξέρει και να (επι)μείνει στους δρόμους εκείνους που το περπάτημα εντός τους κυοφορεί τους πολύτροπους μετασχηματισμούς που όλο αναδημιουργούν και επανανοηματοδοτούν τον κόσμο, τα όντα και τα αντικείμενα. Αυτή είναι η λέξη-κλειδί για την ποίηση: η αντίσταση – η μακρά της παράδοση. Η ποίηση πρέπει να μην αποχωριστεί τον πιο σημαντικό της ρόλο, την πιο βασική της λειτουργία: την αντίσταση. Η αντίσταση είναι ο φυσικός χώρος θα λέγαμε της ποίησης, όχι το καταφύγιό της, ο φυσικός, ο αναμενόμενος χώρος της.

Ο δρόμος της πραγματικής ποίησης, δηλαδή της πρωτοποριακής και ριζοσπαστικής (τόσο σε επίπεδο μορφής όσο και σε επίπεδο περιεχομένου) ποίησης, της ποίησης που αποδιοργανώνει τις αισθήσεις κι ενοχλεί τις βεβαιότητες τόσο του ποιητή όσο και του αναγνώστη, ήταν ανέκαθεν μοναχικός, περιπετειώδης, λίγο μελαγχολικός και διαρκώς αμφισβητούμενος από τα πάνω – και από τα γύρω βέβαια. Και οι λόγοι γι' αυτό βρίσκονται στην πραγματική θεώρηση για τον ποιητή. Ο ποιητής, η ιδιότητα και η λειτουργία του ποιητή, συμβολίζει τις ρωγμές στις κλειστές και συμπαγείς δομές, τις «γραμμές φυγής» (βλ. Deleuze & Guattari, 2017̇ Ντελέζ & Παρνέ, 2022), που όλο (ανα)δημιουργούν τα συμβάντα και επινοούν εναλλακτικές μορφές σκέψης, δράσης και ζωής. Ο ποιητής είναι το απρόοπτο, το δύσκολα (και το μη) εντοπίσιμο, το απροσδιόριστο, η ρήξη με την άποψη ότι υπάρχει η αλήθεια. 

Η ποίηση οφείλει, όπως έκανε πάντα, να φοβίζει τον κόσμο, ιδίως τον κόσμο που στέκεται αμέτοχος, άπραγος, άεργος, δημοφιλής, προνομιούχος και ταυτόχρονα χαρούμενος και άσχετος. Η ποίηση οφείλει να δημιουργείται σε αυτό ακριβώς το πρότυπο: την άρνηση, την αμφισβήτηση, την παρέκκλιση και την υβριδικότητα. Να αντιλαμβάνεται τον ανεξάντλητο πλούτο που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο κρύβει το δυνητικό, να πειραματίζεται και να επινοεί συνεχώς νέους τόπους, αλλά και τόπους εντός των ήδη επινοημένων τόπων. Αυτή είναι η πραγματική ποίηση. Η τελευταία, το γνωρίζουν καλά οι μυημένοι (ποτέ οι τριγύρω, ποτέ οι «μυημένοι»), άλλο δεν κάνει από το να αλλάζει πρόσωπα, σώματα, φωνές και σχήματα, να αναδιοργανώνεται και να ανασυντάσσεται ποικιλοτρόπως και συνεχώς. Και αυτό είναι που την καθιστά στους κυρίαρχους εξουσιαστικούς λόγους (δυνητική) απειλή. Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να καλλιεργήσει, να συνεχίσει και να διανθίσει. 

Η ποίηση, αυτή η ευλογημένη επινόηση, πρέπει να μείνει στη ζωή αλλά και «στη ζωή» διαφορετικά δεν έχει αξία. Το πιστεύω αυτό. Θέλω να πω, η ποίηση δεν πρέπει να δεχτεί την επιβαλλόμενη κλινική και αποστειρωμένη αντίληψη και μεθοδολογία ως προς την επιτέλεσή της, την οικειοποίηση ψευδοπεριεχομένων και την άκρατη επιφανειακότητα. Η ποίηση είναι, μεταξύ άλλων, έντονα διεισδυτική και ταυτόχρονα ανατρεπτική, ακριβώς επειδή δεν διαχωρίζει την ύπαρξή της και τη λειτουργία της από την ίδια τη ζωή. Δεν αντιλαμβάνεται την τελευταία ως κάτι ξεχωριστό, διαφορετικό από εκείνη, αλλά συμπλέουν ενωμένα και σχεσιακά. Τα πάντα εμπεριέχουν ποιητικότητα, τα πάντα μπορούν να μετασχηματιστούν σε ποίηση και αυτός ο πυρήνας σκέψης (τον οποίο η ποίηση μοιράζεται και με άλλα είδη τέχνης) είναι που κρατά την ποίηση εντός μιας λάβας που πρέπει να την αφήσουμε να κάψει τα πάντα στο απίστευτα χαριτωμένο πέρασμά της και όλους εμάς μαζί.

Για τον κόσμο που έχουμε (όχι μόνο σήμερα), για τη μορφές και τα περιεχόμενα που έχει ο κόσμος μας, η ποίηση αποτελεί ταυτόχρονα το μεγαλύτερο σφάλμα (για κάποιους) και τη μεγαλύτερη ευτυχία (για κάποιους άλλους). Έχω την άποψη ότι δεν είναι λίγοι αυτοί που μπορούν να το καταλάβουν αυτό – έστω και διαισθητικά, εμπειρικά. Η ποίηση έχει κινήσει τον κόσμο σε βαθμό τέτοιο που του έχει προκαλέσει τον μεγαλύτερο ίλιγγο που θα ήταν ποτέ δυνατόν. Έχει κινήσει τον κόσμο σε βαθμό τέτοιο που έχει δημιουργήσει πολλαπλούς κόσμους εντός αυτού που θα ήταν αδιανόητο να δημιουργηθούν διαφορετικά.

Η ποίηση σήμερα πρέπει να προστατέψει, να φροντίσει και να διευρύνει αυτή την ακανόνιστη, ξέφρενη και συνάμα καλά οργανωμένη κίνηση αν θέλει να συνεχίσει να υπάρχει, να λειτουργεί και να δρα ως ποίηση και όχι ως ένα ακόμη εφήμερο (με την πλήρως αρνητική έννοια), κακοφτιαγμένο και άνευρο δημιούργημα. Η ποίηση πάντα μισούσε τη βιτρίνα και τα τεχνητά φώτα. Πρέπει να το βρει ξανά αυτό. Η ποίηση οφείλει να αντισταθεί στις σειρήνες της αφομοίωσης μιας βαθιά σαθρής κοινωνίας που αυτοκατασπαράζεται με περίσσια ικανοποίηση, έπαρση και χαρά στον βούρκο της ημιμάθειας, της κόπωσης, της εξάντλησης, της άγνοιας, της απερισκεψίας, της βίας. Η ποίηση δεν πρέπει να θέλει να χωράει στα καλούπια που της επιβάλλουν εν είδει πρότασης.

Με την ποίηση συμβαίνει να μην είναι εύκολο να εξηγήσει κανείς τι, γιατί και πώς γίνεται ό,τι γίνεται. Το γνωρίζω κι εγώ αυτό καλά, γι' αυτό και τις σημαντικότερες θέσεις μου περί ποίησης τις έχω αποτυπώσει σε πολλά από τα ποιήματά μου. Είναι ένα μυστήριο να καταπιαστείς με την ποίηση αλλά και το να μιλήσεις γι' αυτή (πόσο μάλλον σε αυτή, εδώ χρειάζομαι ένα καινούργιο δοκίμιο για να εξηγήσω).

Ολοκληρώνοντας και πιστεύοντας ότι είναι χρήσιμο για το θέμα που πραγματεύομαι εδώ, μεταφέρω (χάριν ανακεφαλαίωσης) τμήμα ενός άλλου μου κειμένου στο οποίο θέλοντας να εξηγήσω τι είναι και πώς λειτουργεί η πραγματική (έτσι όπως εγώ την αντιλαμβάνομαι) ποίηση, έγραψα:

 

Η ποίηση αποτελεί σίγουρα αναμέτρηση και κόπο μεγάλο (ιδιαίτερα πριν αρχίσει να συμβαίνει ως γραφή πριν πάρει τη μορφή της αποτύπωσης), βίωση χάους του υποκειμένου που δρα σε ένα αλλόκοτο βάθος, γεμάτο βάρη, εκπλήξεις και πάθη, η μορφή και το περιεχόμενο του οποίου όλο μεταβάλλεται και ο ποιητής αναγκάζεται να αναμετρηθεί τόσο με τον εαυτό και τον ρόλο του όσο και με φαντάσματα κυρίως με το να αφουγκράζεται τις διώξεις τους. Δεν είναι χαρά η γραφή μόνο, δίνει τεράστια βέβαια, αλλά είναι κίνδυνος κυρίως και απώλεια, κατακραυγή στο πρόσωπο που αρνείται να σωπάσει, που στέκεται εκεί (πάντα αλλού, πάντα εδώ) νομίζοντας ότι είναι αναλλοίωτη η ύπαρξή του, ακέραια η σκέψη του, ελεύθερη η βούλησή του. Ο ποιητής είναι αυτός που συνομιλεί με το πρόσωπο αυτό, το φωτίζει με φώτα άυλα, δραματικά και συχνά ορατά με μεθόδους που το καθιστούν δύστροπο, σίγουρα το φροντίζει σαν να ήταν το δικό του, και μάλλον ακόμη περισσότερο, πιο έντονα και το αποκεφαλίζει μετά, το επανασυναρμολογεί, το διασύρει παντού, το θάβει στον ύπνο και των δύο και έπειτα το φέρνει πάλι στη ζωή (Κατσιγιάννης, 2026ε).

Κλείνοντας, παραθέτω ένα απόσπασμα (το οποίο φέρνω κάθε φορά στον νου μου) από τον σπουδαίο άνθρωπο του λόγου, Τσαρλς Μπουκόβσκι, ο οποίος εκφράζει (ήδη από την εποχή του) την κατάσταση που επικρατεί αναφορικά με την ποίηση και τους ποιητές πολύ ωραία, πολύ έξυπνα και πολύ σωστά:

 

Κάνουν όλο και περισσότερες αναγνώσεις, γνωρίζουν άλλους του σιναφιού τους. Συζητούν μεταξύ τους. Αρχίζουν να νιώθουν πανέξυπνοι [...] ξέρουν τα πάντα εκτός από τα υδραυλικά [...] είναι πραγματικά αποκαρδιωτικό να τους βλέπεις να εξελίσσονται [...] γίνονται δάσκαλοι, στέκονται μπροστά σε άλλους και τους λένε πώς να το κάνουν. Όχι απλώς πώς να γράφουν, αλλά πώς να κάνουν τα πάντα. Τους ρουφάει κάθε διαθέσιμη παγίδα [...] πρέπει να τους δεις να διαβάζουν: το ΛΑΤΡΕΥΟΥΝ, το κοινό, τους μικροεκδότες [...] όλη αυτήν τη σύναξη ηλιθίων που πηγαίνουν σε αναγνώσεις ποίησης- κρυόκωλες σειρές ανθρώπων με ελαστικές κωλοτρυπίδες και μυαλό σαν κινέζικα ντουντλ (μαλακά). Πόσο λατρεύουν να διαβάζουν αυτοί οι ποιητές. Πόσο λατρεύουν να αφήνουν τη φωνή τους να αναδύεται. «Τώρα» λένε «θα διαβάσω μονάχα 3 ακόμη ποιήματα!» [...] και, φυσικά, τα 3 ποιήματα είναι μακροσκελή [...] για μένα, συγγραφέας είναι αυτός που γράφει [...] όχι να διδάσκεις στους άλλους το πώς, όχι να κάθεσαι σε σεμινάρια, όχι να διαβάζεις σ' ένα μαινόμενο πλήθος. Γιατί είναι τόσο εξωστρεφείς; Αν ήθελα να γίνω ηθοποιός, θα είχα δοκιμάσει τις κάμερες του Χόλυγουντ [...] η γραφή τραβάει τους χειρότερους, όχι τους καλύτερους [...] οι εκδοτικοί οίκοι του κόσμου απλώς τυπώνουν ασταμάτητα τη σαβούρα ανεπαρκών ψυχών που οι ανεπαρκείς κριτικοί αποκαλούν λογοτεχνία, ποίηση, πεζογραφία (Μπουκόβσκι, 2019: 207-209).

 

Βιβλιογραφία

 

Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Foucault, M. (1982). Ιστορία της σεξουαλικότητας, 1: Η δίψα της γνώσης (Γ. Ροζάκη, Μτφρ.) Αθήνα: Εκδόσεις Ράππα.

Κατσιγιάννης, M. (2026α). Σημειώσεις για τη σχέση τέχνης και τεχνητής νοημοσύνης. Μιχάλης Κατσιγιάννης. Ανακτήθηκε 24 Ιουλίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/06/blog-post_29.html

Κατσιγιάννης, M. (2026β). Ο χαρούμενος ευτελισμός του κειμένου, ή τι είναι ένα κείμενο σήμερα. Μιχάλης Κατσιγιάννης. Ανακτήθηκε 24 Ιουλίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/01/blog-post.html

Κατσιγιάννης, M. (2026γ). Στο κυνήγι ενός χαμένου θησαυρού: αναζητώντας την ποίηση σήμερα. Μιχάλης Κατσιγιάννης. Ανακτήθηκε 24 Ιουλίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/01/blog-post_16.html

Κατσιγιάννης, M. (2026δ). Ένα ποιητικό ημερολόγιο: για την ποιητική συλλογή «Νήσος Κίρκη», του Πασχάλη Κατσίκα. Μιχάλης Κατσιγιάννης. Ανακτήθηκε 24 Ιουλίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/01/blog-post_25.html

Κατσιγιάννης, M. (2026ε). Για τα «Ποιήματα» (Ηριδανός, 2010), του Γκρέγκορυ Κόρσο. τοβιβλίο.net. Ανακτήθηκε 24 Ιουλίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/06/blog-post_04.html

Μπουκόβσκι, Τσ. (2019). Για τη γραφή (Γ. Λαμπράκος, Μτφρ.). Αθήνα: Πατάκης.

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

Χαν, Μ.-Τ. (2023). Ψυχοπολιτική: ο νεοφιλελευθερισμός και οι νέες τεχνικές εξουσίας (Β. Τσαλής, Μτφρ). Αθήνα: Opera.

 

Πρώτη δημοσίευση: τοβιβλίο.net | Διάβασέ το!, 24 Ιουλίου 2026

[1] Έχω ασχοληθεί ξανά με το θέμα της σημερινής κατάστασης της ποίησης (βλ. Κατσιγιάννης, 2026β, 2026γ), θεωρώ ότι αποτελεί ένα κρίσιμο θέμα συζήτησης που οφείλει να απασχολεί. Έχω την εντύπωση ότι η ποίηση πλέον δεν πραγματώνεται αλλά εξαργυρώνεται, δεν δρα αλλά επιβεβαιώνεται, δεν ζει ανάμεσά μας αλλά απλώς υπάρχει. Η ποίηση, ως ανέντακτος και ανοικτός λόγος, είναι σε μεγάλο βαθμό απενεργοποιημένος, η δυναμική του είναι κατεσταλμένη. Σχετικά με (εν ζωή και όχι) ποιητές και ποιήτριες που ασχολήθηκαν πραγματικά με την τέχνη αυτή τα παραδείγματα είναι πάμπολλα εννοείται.

[2] Πιέσεων εξωτερικών, που όμως σταδιακά γίνονται αντικείμενο οικειοποίησης από τον ποιητή, ο οποίος τις εφαρμόζει ο ίδιος, από μόνος του σαν να τις πίστευε ως προσωπικές αντιλήψεις από πάντα. Η πολιτική αυτή διαδικασία ακολουθεί το πρότυπο κάθε άλλης, αφού η κοινωνία μας οργανώνεται και διοικείται με βάση τις εξουσιαστικές τεχνικές και τεχνολογίες της «ανατομοπολιτκής» (βλ. Foucault, 1982) και της «ψυχοπολιτικής» (βλ. Χαν, 2023). Η ποίηση δεν ξέφυγε φυσικά απ' αυτό.

[3] Ό,τι σημειώνω εδώ αφορά προφανώς όλο το ευρύ φάσμα των εκφράσεων της ποίησης. Η θεμελιακή σκέψη αγγίζει ολόκληρο το φάσμα. Ωστόσο, επειδή η κάθε τέχνη αλλά και κάθε διαφορετική έκφανση εντός μίας έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες και διάφορες, εδώ δίνεται έμφαση στις διαδεδομένες δομές και μορφές αυτής.

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Ρέιμοντ Κάρβερ: η γραφή του μικρο-επιπέδου

Ρέιμοντ Κάρβερ: η γραφή του μικρο-επιπέδου


του Μιχάλη Κατσιγιάννη


 


Εισαγωγικά


Ο Ρέιμοντ Κάρβερ (διηγηματογράφος και ποιητής)  κυριάρχησε στη φόρμα που επέλεξε, το διήγημα, είναι πασιφανές ότι συνέβη αυτό. Κατάφερε να δώσει στην τέχνη της γραφής προφορικότητα και ελαστικότητα, να τη συνδέσει με τις αισθήσεις και τις τελετουργίες τους με έναν τρόπο που ταράζει ευχάριστα την αναγνωστική διαδικασία και ανατροφοδοτεί τους προσανατολισμούς της λογοτεχνίας, αλλά και τις λογοτεχνικές πρακτικές ευρύτερα. Εξέφρασε με τρόπους καινούργιους – και ευρηματικούς επίσης – μια λογοτεχνία στενά διαλεκτική με τον κόσμο και τους ανθρώπους και ευρύχωρη ως προς τις βλέψεις και τις κατευθύνσεις της.

Στο παρόν κείμενο θέλω να μιλήσω για τον συγγραφέα Ρέιμοντ Κάρβερ, να επιχειρήσω μια προσωπογραφία του μέσα από αυτό που ονομάζω (και εισηγούμαι εδώ) ως γραφή του μικρο-επιπέδου.

 

Η γραφή του μικρο-επιπέδου

 

Η γραφή έχει την αφετηρία της πάντοτε στη σχέση υποκειμένου και κοινωνικού γίγνεσθαι, βιόκοσμου και κοινωνικού, πολιτικού και πολιτισμικού περικειμένου. Αυτό ισχύει αναντίρρητα για κάθε γραφή. Δεν υφίσταται γραφή που προκύπτει και δρα ανεξάρτητα από τις πολυπαραγοντικές διαδικασίες που φέρνουν στο φως τη ζωή της, τους λόγους της και τις συνθήκες της (βλ. Κατσιγιάννης, 2024α, 2024β):

 

Κάθε λογοτεχνικό έργο, και οι συμμετέχοντες σε αυτό, είναι μια ιδιαίτερη σύνθεση, μια αναπόσπαστη και αδιάρρηκτη πυκνότητα νοημάτων. Κανένα λογοτεχνικό έργο όμως και κανένα υποκείμενο (συγγραφικό ή αναγνωστικό) δεν είναι αυθεντικό [...] Ας σκεφτούμε την κάθε κοινωνία, καθώς και όλες τις εκφάνσεις της σαν έναν απέραντο καμβά. Η λογοτεχνική παραγωγή έχει τις ρίζες της, την καταγωγή της σε αυτόν τον καμβά, σε κάθε διάστασή του και πάνω στο ατέλειωτο σώμα του διαμορφώνονται και μεταβάλλονται τα πάντα, το οτιδήποτε. Ο καμβάς αυτός δεν βρίσκεται σε κάποιο ιδιωτικό επίπεδο, δηλαδή σε επίπεδο κατοχής, ελέγχου, φροντίδας και διαφύλαξης, αλλά είναι ο ίδιος ο κόσμος, η ίδια η ζωή, η κάθε έκφανση του κοινωνικού, πολιτικού και πολιτισμικού γίγνεσθαι (Κατσιγιάννης, 2024α).

 

Η βασική διαφορά που παρουσιάζεται στη γραφή του μικρο-επιπέδου είναι μια περαιτέρω εμβάθυνση στην αντίληψη αυτή, μια εμπρόθετη συνειδησιακή αφύπνιση και επαγρύπνηση, από μέρους του συγγραφικού υποκειμένου, αυτής της παραπάνω αφετηρίας που αφορά καθολικά τη δράση, αλλά και τη λειτουργία κάθε συγγραφέα. Προφανώς όμως υπάρχουν κι άλλες διαφορές που εξηγούν αυτή την εξειδίκευση και λατρεία θα έλεγα στο μικρο-επίπεδο. Συνεχίζω λοιπόν σε αυτό.

Η γραφή του μικρο-επιπέδου, αυτός ο τρόπος (μεθοδολογία κατά μία έννοια), δηλαδή να τεθεί η γραφή σε λειτουργία, έχει το κέντρο βάρους της στην ανάδειξη του βασιλείου (του μοναδικού βασιλείου) της καθημερινής ζωής, στην τριβή με την απλότητα αλλά και την διακριτική πολυπλοκότητα του εφήμερου, στον μινιμαλισμό του αθέατου, στο απεριόριστο του περιθωρίου. Πρόκειται στην πραγματικότητα για τη σύνθεση πτυχών και διαστάσεων της κοινής και διαχρονικής ζωής, στην οποία όλα τα υποκείμενα συμμετέχουν και δρουν αυτοβούλως ή μη, αντιπροσωπευτικά ή μη, νοητά ή μη, ενεργά ή μη. Είναι η γραφή ως μικροσκόπιο, μια φωτογραφική λογοτεχνία.

Ακόμη, πρόκειται για μια επίμονη σπουδή στον σκληρό πυρήνα της ζωής, το πεδίο των αντιπαραθέσεων δηλαδή, μια μελέτη στους συσχετισμούς και στις ανθρώπινες σχέσεις, μια έρευνα στα συμβάντα, στα γεγονότα και στη δράση των υποκειμένων. Αυτό το τελευταίο είναι το κλειδί της κατανόησης για τη γραφή του μικρο-επιπέδου: η τελευταία ενδιαφέρεται για τη λειτουργία και την κίνηση του κόσμου, της ζωής υπό την οπτική (κυρίως) του πώς αυτό συμβαίνει, ενδιαφέρεται για το γεγονός (το οποίο αποτελεί και τη θέση της) ότι η δράση των υποκειμένων είναι που κινεί και ανακινεί, συναρμολογεί και αποσυναρμολογεί τον χωροχρόνο, που κατασκευάζει, με άλλα λόγια, αυτό που εννοούμε όταν κάνουμε λόγο περί πραγματικότητας: η δράση του υποκειμένου είναι η δράση του κόσμου. Έτσι, η πραγματικότητα για τη γραφή του μικρο-επιπέδου  δεν γίνεται αντιληπτή ως αυθύπαρκτη, μονοσήμαντη και καθολική, αλλά ότι συγκροτείται μέσα από τις ποικίλες και αντικρουόμενες επιτελέσεις των υποκειμένων που περικλείονται εντός της.

Οι έννοιες του νοήματος και της ερμηνείας, τα εργαλεία της αφήγησης και της αναπαράστασης (βλ. Hall, 1997̇ Ρανσιέρ, 2015̇ Barthes, 2019̇ Κατσιγιάννης, 2025β) επομένως, δεν λειτουργούν ως (έστω και βασικοί) παράγοντες που βοηθούν στην εξήγηση (και την καθιέρωση αυτής) των θεμάτων των θεαμάτων, άλλα λειτουργούν απολύτως πρωταγωνιστικά, δηλαδή κοσμοπλαστικά, κατασκευαστικά, αναπαριστάνοντας το πολύχρωμο και συγκρουσιακό παλίμψηστο της διαπλοκής των κυκλοφορούμενων λόγων που μέσα από τη διαρκή πάλη των σχέσεων εξουσίας φιλοτεχνούν τις πολλαπλές και πολυσημικές υποκειμενικότητες και πραγματικότητες (βλ. Foucault, 1982̇ Φουκώ, 1989, 1991̇ Μπέρκερ & Λούκμαν, 2003̇ Newman, 2019). Η γραφή του μικρο-επιπέδου: μια αφήγηση για την αφήγηση, μια αφήγηση της αφήγησης.

Τι καταλαβαίνω υπό το πρίσμα όλων των παραπάνω; Η γραφή του μικρο-επιπέδου αποτελεί μια ριζοσπαστική και συγκρουσιακή λογοτεχνική επιτέλεση, μια εθνογραφική και κοινωνιολογική προσέγγιση στη διαλεκτική γραφής και ζωής που ανανεώνει και αναζωογονεί (σε βαθμό αφόρητο για τους επικριτές αυτού του είδους γραφής) την πρακτική, τα μέσα, τα κίνητρα, αλλά και το θεωρητικό υπόβαθρο της γραφής.

Σε τούτο το είδος γραφής, ο Ρέιμοντ Κάρβερ έχει αναπόφευκτα μια μεγάλη, σημαντική θέση. 

 

Ρέιμοντ Κάρβερ: η γραφή του μικρο-επιπέδου

 

Ρέιμοντ Κάρβερ: ο γραφιάς της ζωής και της ζωής μας. Αυτός είναι νομίζω ένας πολύ αντιπροσωπευτικός τίτλος για το είδος της γραφής του, το οποίο εισάγει τον αναγνώστη όχι στο πρόγραμμα κάποιου άλλου ιδεώδους ή/και σύμπαντος, αλλά στην κριτική και αναλυτική τριβή με αυτό που ονομάζουμε ζωή, δηλαδή τις ανθρώπινες σχέσεις, την καθημερινότητα ως πεδίο δράσης, τον εαυτό.

Χωρίς να σημαίνει ότι πρόκειται για γραφή του ρεαλισμού, αλλά μόνο του ανθρώπινου, στον Κάρβερ αυτό διαβάζω: τον άνθρωπο-αναλυτή που μιλά από, με και για τους ανθρώπους. Τον συγγραφέα που παρεμβαίνει στις στιγμές της ζωής, αφουγκράζεται τις ποιότητες της συνήθειας και της καλώς εννοούμενης κοινοτυπίας και σκηνοθετεί τη μυθοπλασία του με έναν τρόπο προσίδιο στις επικοινωνιακές πρακτικές και τις συνομιλιακές συνθήκες.

Η όρασή του Ρέιμοντ Κάρβερ, βασικό του εργαλείο εφάμιλλο με τη γραφή του, είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με τον νου του, η νοοτροπία και η κουλτούρα του είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με τις εμπειρίες (του). Η γραφή του Κάρβερ συνίσταται στη διπλή αποτύπωση του στιγμιότυπου και της ροής εντός της οποίας αυτό ευρέθη και αλιεύθηκε. Πρόκειται για τη σύνθετη μεταφορά του (συγγραφικού) βλέμματος, για τη διακίνηση των εικόνων του βιώματος.

Η θέση αφήγησης του Ρέιμοντ Κάρβερ δεν είναι ποτέ πανοραμική. Πιάνει, θα έλεγα, και μεθοδεύει τα πράγματα εντός τους, στη διάρκειά τους, στη ροή τους. Ας τον εκλάβει κανείς σαν έναν κριτικό παρατηρητή της ζωής που εμβαθύνει στο χαρακτηριστικό της ρευστότητας που τη διακρίνει, σαν έναν αναστοχαστικό σχολιαστή των μεταβαλλόμενων συνθηκών της, των ασταθών συνόρων της – τα οποία και διαρρηγνύει μέσα από τη μέθοδο της γραφής του.

Σκέφτομαι συχνά ότι διαβάζοντας κανείς τον Ρέιμοντ Κάρβερ έχει την πολύτιμη ευκαιρία να σκεφτεί πάνω στα ανθρώπινα με έναν πολύ ποιοτικό και ποιητικό τρόπο. Ο συγγραφέας έχει εμποτίσει τη γραφή του με την στοχοθεσία αυτή της έμμεσης παρακίνησης στο αναγνωστικό υποκείμενο. Οι λέξεις του, οι προτάσεις του, τα υπονοήματά του, αλλά και τα θέματα, οι οπτικές και οι τεχνικές που υιοθέτει δηλώνουν με έναν αρκετά ξεκάθαρο τρόπο τους λόγους ύπαρξης της γραφής του.

Ο Κάρβερ είναι ένας διαβάτης της βιωμένης εμπειρίας, ένας περιπλανητής της επικοινωνίας και του συναισθήματος, ο οποίος με τη γραφή του επιχειρεί να διαδραματίσει τον ρόλο ενός λογοτεχνικού καταγραφέα που στιγματίζει με έναν ιδιαίτερα λεπτό τρόπο την αληθινή (μας) καθημερινότητα – μαζί με ό,τι αυτή σημαίνει, περικλείει και (ανα)παράγει – χωρίς ωραιοποιήσεις και παραμορφώσεις. Τα πράγματα, οι άνθρωποι, οι καταστάσεις, τα πάντα και οι πάντες δηλαδή, είναι εκεί όπως ξέρουμε ότι είναι και ο συγγραφέας τα πλησιάζει και συνομιλεί μαζί τους ακριβώς με τον ίδιο τρόπο.

Στον Ρέιμοντ Κάρβερ η πλοκή εκτυλίσσεται όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή: η γραφή του μοιάζει να αντιστοιχεί στα βήματα ενός ανθρώπου που περπατά σε έναν δρόμο, που σηκώνει από το τραπέζι μία κούπα με καφέ, που κατεβαίνει από ένα λεωφορείο ή που μπαίνει σε μια πολυκατοικία και η προσέγγισή του στη μυθοπλασία συμβαδίζει με τη λογικο-συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένα άτομο στη ζωή εν ώρα κρίσιμων ή μη, σοβαρών ή μη αποφάσεων και σκέψεων.

Σημειώνω, βοηθητικά, για όλα τα παραπάνω:

 

Θα χαρακτηρίζαμε τις αφηγήσεις του Ρέϊμοντ Κάρβερ και τα λογοτεχνικά θέματα με τα οποία καταπιάνεται ως – πολύ – λεπτά διακριτικά και χαλαρά – πλαδαρά. Ο συγγραφέας βλέπει στη λογοτεχνία (του) την ίδια τη ζωή, την καθημερινή ζωή, με τις χαρές και τις λύπες, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, τα όμορφα και τα προβλήματα. Αποφασίζει να ασχοληθεί με ό,τι συμβαίνει γύρω του αλλά και γύρω μας φυσικά. Δεν αναλώνεται σ’ ένα άγρια ελιτίστικο, ουτοπικό και ναρκισσιστικό κυνήγι εύρεσης «μεγάλων θεμάτων», σκιαγράφησης «σπουδαίων ηρώων και ηρωίδων» και, τέλος, δεν μοιάζει να ενδιαφέρεται ούτε στο ελάχιστο για κάποιο είδος μονόφθαλμης και δογματικής στράτευσης. Με άλλα λόγια, η λογοτεχνία που κατασκευάζει δεν είναι αφ ̓ υψηλού και δήθεν, απέχει πού από κάτι τέτοιο. Αντίθετα, η πρόθεση και η προσέγγιση του συγγραφέα συνίσταται στον αναστοχασμό και το ψυχογράφημα του σύμπαντος της – θεωρούμενης συχνά ως απλής και κοινότυπης (και συνεπώς άχρηστης και αχρείαστης) – καθημερινής ζωής (Κατσιγιάννης, 2025α).

 

Αντί επιλόγου

 

Κλείνοντας, θα σημειώσω τούτο. Ο Ρέιμοντ Κάρβερ ίσως να μην είναι κάτι παραπάνω από έναν συλλέκτη στιγμών, δικών του στιγμών, δικών σου στιγμών, ο οποίος στέκεται δίπλα και μέσα σου συνεπικουρώντας σε στη διαρκή επανεπινόηση των χαρακτηριστικών του εαυτού σου, στη διαρκή επανανοηματοδότηση του κόσμου σου.

 

Βιβλιογραφία

 

Barthes, R. (2019). Εικόνα, Μουσική, Κείμενο (Γ. Σπανός, Μτφρ., Β. Πατσογιάννης, Επιμ.). Αθήνα: Πλέθρον.

 

Foucault, M. (1982). Ιστορία της σεξουαλικότητας, 1: Η δίψα της γνώσης (Γ. Ροζάκη, Μτφρ.) Αθήνα: Εκδόσεις Ράππα.

 

Hall, S. (1997). The work of representation. Στο S. Hall (Επιμ.), Representation: Cultural Representations and Signifying Practices (σσ. 13-74). London: Sage.

 

Κατσιγιάννης, Μ. (2024α). Η ρευστότητα της λογοτεχνικής σχέσης: διακειμενικές και διυποκειμενικές υφές. Ιδεοστρόβιλος. Ανακτήθηκε στις 1 Ιουνίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_52.html

 

Κατσιγιάννης, Μ. (2024β). Το ενυπάρχον πολιτικό στη λογοτεχνική δημιουργία ή ο συγγραφέας ως το ευτυχές τερατούργημα της ιστορίας. Ποιείν. Ανακτήθηκε στις 1 Ιουνίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_3.html

 

Κατσιγιάννης, Μ. (2025α). Τα δυσδιάκριτα όρια μεταξύ καθημερινής ζωής και λογοτεχνικής αφήγησης στη συλλογή διηγημάτων ‘Ελέφαντας’, του Ρέϊμοντ Κάρβερ. Bookfeed. Ανακτήθηκε στις 1 Ιουνίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_2.html

 

Κατσιγιάννης, Μ. (2025β). Περί του μηχανισμού της πεζογραφίας. τοβιβλίο.net. Ανακτήθηκε στις 1 Ιουνίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_45.html

 

Μπέρκερ, Π. Λ., & Λούκμαν, Τ. (2003). Η κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας (Κ. Αθανασίου, Μτφρ., Γ. Κουζέλης & Δ. Μακρυνιώτη, Επιμ.). Νήσος.

 

Newman, S. (2019). Από τον Μπακούνιν στον Λακάν: Ο αντιεξουσιασμός και η εξάρθρωση της εξουσίας (Α. Αγγελής, Μτφρ., Τ. Γκόνης & Δ. Παπαγιαννοπούλου, Επιμ.). Αθήνα: Κέλευθος.

 

Ρανσιέρ, Ζ. (2015). Ο χειραφετημένος θεατής (Α. Κιουπκιολής). Αθήνα: Εκκρεμές.

 

Φουκώ, Μ. (1989). Επιτήρηση και τιμωρία: Η γέννηση της φυλακής (Κ. Χατζηδήμου Ι. Ράλλη, Μτρφ.). Αθήνα: Ράππας.

 

Φουκώ, Μ. (1991). Η Μικρο-φυσική της εξουσίας (μτφρ. Λ. Τρουλινού), Ύψιλον.

 

 

Πρώτη δημοσίευση: τοβιβλίο.net | Διάβασέ το!, 1 Ιουνίου 2026