Στην επικράτεια του κέρδους και της άγνοιας
του Μιχάλη
Κατσιγιάννη
![]() |
| Lesser Ury, Woman at writing desk (1898) |
Το κείμενο αυτό αποτελεί την τρίτη επιστροφή μου αμιγώς στο ζήτημα της λογοτεχνικής κριτικής (για τις άλλες δύο αναλύσεις μου, βλ. Κατσιγιάννης, 2025α, 2025β). Η λογοτεχνική κριτική ήταν πάντοτε μία αμφιλεγόμενη ασχολία, ένα πολεμικό πεδίο εντός του οποίου συχνά παρατηρούμε να προκαλείται χάος. Ωστόσο, όσο επιμένει κανείς να το αναλύει διεξοδικά, όσο εισχωρεί εντός του πεδίου αυτού με κριτικές διαθέσεις, τα πράγματα δεν ξεμπλέκονται φυσικά, αλλά αποσαφηνίζονται σε μεγάλο βαθμό.
Ξεκινώ με μία προσωπική παρατήρηση σχετικά με το πώς αντιλαμβάνομαι και επιτελώ την κριτική. Δεν γράφω για ό,τι διαβάζω. Σέβομαι τα κείμενα και τους δημιουργούς τους, καθώς και την ίδια την πρακτική της (λογοτεχνικής) κριτικής. Έτσι, αρνούμαι να γράψω τόσο για ό,τι διαβάζω όσο και για ό,τι μου πλασάρεται ως αριστούργημα. Προσωπικά, αντιλαμβάνομαι την κριτική και αναλυτική έκφραση ως στάση, συμπεριφορά και κουλτούρα. Θεωρώ την κριτική ένα πολύ σημαντικό εργαλείο και τα κείμενα με τα οποία καταπιάνομαι τα νοηματοδοτώ ως σημεία ζωής των δημιουργών που τα παρήγαγαν, αλλά και σημεία ζωής δικά μου. Γράφω λοιπόν για ό,τι κατάφερε να με συγκινήσει, να με πείσει να συνομιλήσω μαζί του, να αφεθώ στις σκέψεις που έχει να μου προσφέρει, να περιπλανηθώ στις διαδρομές της νοοτροπίας του και να αλλάξω όσο και αν γίνεται μέσα από αυτό. Γράφω για κείμενα στα οποία προσδίδω εγώ ο ίδιος αξία και λόγο ύπαρξης.
Ας δούμε όμως τι συμβαίνει γενικώς. Τι κάνουν αυτοί που γράφουν για ό,τι διαβάζουν; Τι κάνουν αυτοί που διαβάζουν σαν να πρέπει να διαβάσουν; Τι κάνουν αυτοί που γράφουν σαν να δουλεύουν (με την αρνητική έννοια);
Απαντώ με μία θέση που νομίζω ότι δεν μπορεί εύκολα να αμφισβητηθεί: είναι απίθανο σε κάποιον να αρέσει ό,τι διαβάζει και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που να γράφει γι' αυτά. Επομένως, ο κριτικός – ακόμη κι αν δεν αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοιος με σκοπό την παροχή άλλοθι στον τρόπο που επιτελεί το έργο του – που γράφει για ό,τι διαβάζει εκπίπτει σε μια υποκριτική και διαμεσολαβητική εργασία, δεν είναι παρά ένας βιβλιο-έμπορος που επιτελεί το έργο εξυπηρέτησης διαπροσωπικών/φιλικών και εμπορικών/οικονομικών συμφερόντων. Δεν έχει προφανώς ως ανάγκη να εκφραστεί για ένα κείμενο μέσα από ένα κείμενο κι ούτε τον απασχολεί πραγματικά να μας το συστήσει. Αντίθετα, ενδιαφέρεται για μια προώθηση προϊόντος και μάλιστα τυποποιημένου στυλ. Για τον βιβλιο-έμπορο κριτικό αξία έχει μόνο ό,τι δύναται να ιδωθεί υπό την οπτική της κατανάλωσης και να μετατραπεί σε εμπόρευμα (βλ. Bauman, 2005).
Στην Ελλάδα σήμερα είναι πολύ λίγοι οι κριτικοί που ασχολούνται με κάποιο κείμενο όχι υπό όρους παρουσίασης. Αυτό επηρεάζει και την επιλογή των κειμένων που κατά καιρούς βλέπουμε να κρίνονται, να σχολιάζονται και να προτείνονται. Θέλω να πω, η κριτική ενός κειμένου ως παρουσίαση προσιδιάζει σε εύκολα, τυποποιημένα και νορμοποιημένα κείμενα, σε κείμενα που κατά μία έννοια προκαλούν αυτού του είδους την ασχολία μαζί τους. Με τον ίδιο τρόπο, η κριτική ενός κειμένου όχι ως παρουσίαση, μάλλον εύλογα προτιμά να εμπλακεί με κείμενα άλλα, τελείως διαφορετικά που ακριβώς εξαιτίας της κακής κριτικής που κυκλοφορεί και κυριαρχεί παραμένουν είτε αθέατα είτε διαστρεβλωμένα.
Ο βιβλιο-έμπορος κριτικός κάνει σε μεγάλο βαθμό κακό. Είναι αλήθεια αυτό. Ο κριτικός αυτός δεν έχει τα γνωστικά (με την ευρύτερη έννοια) και ίσως και άλλα εργαλεία να αποκωδικοποιήσει μια καλλιτεχνική παρέμβαση, να εμβαθύνει σε μια αισθητική εμπειρία και αγνοεί την αρχιτεκτονική τόσο της γραφής όσο και της ανάγνωσης καθώς και όλων εκείνων των άπειρων και αόριστων σημείων που ανάλογα με τη συναρμολόγηση που τους γίνεται κάθε φορά (κάθε φορά είναι πάντοτε μία άλλη φορά, ακόμη κι όταν μία φορά είναι ίδια με μια άλλη, είναι πάντοτε διαφορετική), παράγεται το λογοτεχνικό κείμενο.
Με άλλα λόγια, ο βιβλιο-έμπορος κριτικός παρουσιάζει σοβαρή άγνοια και αδυναμία να λειτουργήσει μέσα σε (και με) την πολλαπλή και απρόσωπη γλώσσα της λογοτεχνίας, είναι γυμνός (με την αρνητική έννοια) μπροστά της. Έτσι, ο κριτικός αυτός καταστρέφει τη δημιουργία τόσο ως έννοια (αέναη και μεταβαλλόμενη) όσο και ως αποτέλεσμα, αφού εισχωρεί στη διάστασή της χωρίς να είναι σε θέση να την κατανοήσει, πόσο μάλλον να την (δια)χειριστεί.
Σκέφτομαι συχνά αυτή την κατάσταση και μετά σκέφτομαι ότι η κατάσταση αυτή δεν έχει μεγάλη επισκεψιμότητα από πολλές σκέψεις. Γενικότερα, υπάρχει είτε μια αδιαφορία είτε μια ανακούφιση γι' αυτή την κατάσταση. Συνεχίζω όμως.
Για να γράψει κανείς ένα κείμενο για ένα κείμενο, δεν οφείλει απλώς να διαβάσει το δεύτερο κείμενο. Η τελευταία αυτή πράξη είναι με πολύ απλά λόγια το έργο του αναγνώστη. Αν και το ξέρουμε καλά από αρκετούς κριτικούς, όπως τον Hawthorn για παράδειγμα, ότι η κριτική δεν είναι παρά η κοινοποίηση μιας προσωπικής ανάγνωσης (1993), η πρακτική της γραφής για μια γραφή νομίζω ότι επιβάλλει και ένα άλλο όχι είδος άλλα μάλλον επίπεδο συνομιλίας με το κείμενο, ένα εμβριθές επαναληπτικό κοίταγμα σε αυτό από άλλες οπτικές γωνίες τόσο νοητές όσο και μη. Έχω την άποψη ότι αυτή η παρατήρηση οφείλει να είναι πλήρως κατανοητή.
Η κριτική ως πρακτική είναι μια μετάβαση από την αναγνώριση και την ανάγνωση μιας γραφής στην δομημένη κατασκευή μιας γραφής για μια γραφή. Τι σημαίνει αυτό; Η γραφή για μια γραφή δεν είναι τίποτα πέρα από την προέκταση της αναγνωστικής συνθήκης από το μέρος του ιδιωτικού (όχι του προσωπικού) και της εσωστρέφειας στο μέρος του δημόσιου και της εξωστρέφειας. Γράφοντας για ένα κείμενο επανασυγκροτώ την ανάγνωσή μου, αλλά την σχεδιάζω κιόλας στρεφόμενος προς το πεδίο του ορατού λόγου και της εμφανούς εξερεύνησης. Απομονολογοποιώ δηλαδή τον λόγο μου και μετασχηματίζω τη διαλεκτική, της δίνω δηλαδή σαφή, ορατό και ξεκάθαρο προσανατολισμό: αποκτώ συνομιλητές με την κυριολεκτική έννοια και με κυριολεκτική μορφή, ανεξάρτητα από τον τρόπο της παρουσίας τους και της επαφής μου μαζί τους.
Η γραφή της κριτικής φεύγει, εγκαταλείπει το βλέμμα της ανάγνωσης στον βαθμό που το υποκείμενο αποσύρεται από το μοναχικό γέλιο και την ονειρική περιπλάνηση και προσχωρεί σε ένα είδος εργασίας που προσιδιάζει στην κούραση της ημέρας, της επικοινωνίας και αντικαθιστά την καλώς εννοούμενη αδράνεια που ενυπάρχει στην αναγνωστική διαδικασία με ένα είδος διαρκούς εγρήγορσης. Έχει σημασία αυτή η παρατήρηση. Με την πρακτική της κριτικής, ο κριτικός αφήνει αυτό το «ελαφρύ, αθώο ναι» της ανάγνωσης και επιχειρεί να προσεγγίσει τη «διακινδύνευση» στην οποία υπάρχει ο συγγραφέας και να δοκιμάσει το έργο ως ανοικτή βία και απώλεια (βλ. Blanchot, 2018).
Ο κριτικός, από τη στιγμή που αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο, οφείλει να μας μιλήσει, δεν μπορεί να καταρρεύσει ούτε και μπορεί να αποσυρθεί στον εαυτό του χωρίς τουλάχιστον να μας δείξει τόσο τον δρόμο όσο και την μεθοδολογία της επιστροφής. Ο κριτικός οφείλει (προς τους πάντες: στο λογοτεχνικό κείμενο, στο δικό του κείμενο, στον εαυτό του και στους αναγνώστες) να έχει (λιγότερο ή περισσότερο ρευστή) άποψη και θέση όχι μόνο αίσθηση και εντύπωση. Η κριτική λοιπόν τι είναι; Είναι η μεταφορά της ανάγνωσης υπό τους όρους της εξουσίας και της συγκεκριμενοποίησης των σημείων της αορατότητας. Με άλλα λόγια, η έξοδος από το αχανές πεδίο του παραληρηματικού αγγίγματος και η είσοδος στην κλίμακα του λόγου και της διαβάθμισης των ποιοτήτων του.
Η γραφή για τη γραφή (γιατί αυτό είναι εν τέλει η κριτική) δεν είναι ότι γίνεται από ενική πληθυντική, άλλα ότι ξεσκεπάζει την πληθυντικότητα της συνθήκης της ανάγνωσης και την κάνει να δρα στο φως. Δεν είναι η ονειρική εμπειρία πια που κινητοποιεί τη σκέψη, άλλα το γεγονός ότι η σκέψη είναι πλέον μια πραγματική, υλική επαφή στο υπαρκτό πλαίσιο του χωροχρόνου της ζωής του κριτικού. Με άλλα λόγια, η γραφή της κριτικής είναι η καταγραφή μιας ονειρικής εμπειρίας μέσα από τα φίλτρα της συνειδητοποίησης αυτής.
Ο λόγος της κριτικής δεν είναι ένας λογοτεχνικός λόγος, άλλα ένας μετα-λογοτεχνικός λόγος, μια μετα-γλώσσα, δηλαδή ένας λόγος, είτε γενικός είτε ειδικός, για τη λογοτεχνία και τα κείμενά της, ο οποίος μπορεί να πάρει ποικίλες υποστάσεις και να λειτουργήσει μέσω ποικίλων εκφραστικών διεξόδων. Αυτό δεν τον καθιστά μη προσωπικό, άλλα σίγουρα τον αποσύρει από μία αμιγώς εμπειρική και ιμπρεσιονιστική καταγραφή. Έτσι, ο κριτικός δεν είναι ότι πρέπει απλώς να μας εκθέσει την ανάγνωσή του (αυτό είναι ό,τι συμβαίνει κατά κόρον σήμερα), αλλά ότι πρέπει να μας την εξηγήσει (την ανάγνωσή του) με κάποιον τρόπο. Πρέπει δηλαδή να μας εκθέσει στην πρότερη έκθεσή του.
Υπό το πρίσμα όλων των παραπάνω, εκείνο το οποίο κρίνεται και αξιολογείται σε ένα κριτικό κείμενο δεν είναι μόνο το λογοτεχνικό κείμενο το οποίο κρίνεται, δηλαδή το κείμενο που προκάλεσε το κείμενο του κριτικού, άλλα και το ίδιο το κείμενο του κριτικού, η δομή, η κατασκευή, η διαδρομή και ο λόγος του.
Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς πώς ακριβώς λειτουργεί ο βιβλιο-έμπορος κριτικός, βλέπει κανείς την πρόθεσή του. Ποια είναι; Να τοποθετηθεί το λογοτεχνικό κείμενο στο πάνθεον της αγοραπωλησίας, άλλα όχι απλώς αυτό. Δεν φτάνει μόνο αυτό. Πρέπει οι αναγνώστες του να μην σκεφτούν να το συλλάβουν αλλιώς, έξω από την καταναλωτική και καπιταλιστική διάθεση και οπτική. Το κείμενο του βιβλιο-έμπορου κριτικού είναι μια διαφήμιση για το κείμενο ενός συγγραφέα που έτσι πρέπει να καταστεί αντιληπτό τόσο το ένα όσο και το άλλο.
Αυτή η κατάπτωση που βιώνει σήμερα η κριτική αναμφίβολα χαλά τη λογοτεχνία, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ο μοναδικός παράγοντας στον οφείλεται η κατάσταση της σημερινής λογοτεχνίας. Πολλά από τα κείμενα που εκδίδονται, εκδίδονται για να μεταχειριστούν από την σημερινή κριτική όπως αυτή ξέρει, δηλαδή υπό το πρίσμα του καπιταλισμού και σαν καταναλωτικά προϊόντα. Αυτό άλλωστε είναι κάτι που το ξέρουμε και από τον Ντελέζ (Ντελέζ, & Παρνέ, 2022).
Τέλος, σημειώνω ότι η κριτική οφείλει να ξανασκεφτεί τον εαυτό της, να ξανασκεφτεί για τον εαυτό της και να συστηθεί στον κόσμο εκ νέου. Έχει πραγματικά πάρα πολλά που πρέπει να σκεφτεί και να αναθεωρήσει. Είναι δύσκολο αυτό, αλλά τι είναι και εύκολο; Η σημερινή κοινωνία, κάθε της τομέας, λειτουργεί σε αυτή την κατεύθυνση: τους κέρδους, της καταναλωτικής ηθικής, της χυδαίας διαφήμισης και προβολής, της επιφανειακής συσχέτισης, του άκρατου λιντσαρίσματος στο άλλο, στο διαφορετικό. Όμως, το γεγονός ότι πρόκειται για δύσκολο εγχείρημα, αυτό δεν θα πει ότι δεν πρέπει να επιχειρηθούν αναγκαίες ενέργειες. Πρέπει να επιχειρηθούν αναγκαίες ενέργειες τουλάχιστον από αυτούς που πραγματικά δυσφορούν με αυτό το σύστημα της κριτικής. Ο χώρος της λογοτεχνικής κριτικής χρειάζεται σειρά αναζωογονητικών επεμβάσεων αν δεν θέλουμε να συνεχίσουμε να τον βλέπουμε να απολαμβάνει την κατρακύλα.
Βιβλιογραφία
Bauman, Z. (2005). Σπαταλημένες ζωές: οι απόβλητοι της
νεοτερικότητας (Μ. Κρασαρίνης, Μτφρ., Π. Λέκκας, Επιμ.). Αθήνα: Κατάρτι.
Blanchot, M.
(2018). Ο χώρος της λογοτεχνίας (Δ.
Δημητριάδης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.
Hawthorn, J.
(1993). Ξεκλειδώνοντας το κείμενο: Μια
εισαγωγή στην έννοια της θεωρίας της λογοτεχνίας (Μ. Αθανασοπούλου, Μτφρ.).
Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Κατσιγιάννης,
M. (2025α). Η λογοτεχνική κριτική ως μέσο και ως πεδίο. Θράκα. Ανακτήθηκε 11 Φεβρουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_5.html
Κατσιγιάννης,
M. (2025β). Λογοτεχνία και κριτική: μια σύντομη αλλά απαραίτητη επιστροφή. Ologramma. Ανακτήθηκε 11 Φεβρουαρίου
2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_84.html
Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.
.jpg)




