Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεωρία της λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεωρία της λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Σκέψεις για την πεζή ποίηση

Σκέψεις για την πεζή ποίηση 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Mark Rothko, Untitled (1952)
 

Το ερώτημα «Ποιος αποφασίζει για τη «φύση», την κατάσταση και τη λειτουργία των πραγμάτων;» φαίνεται να είναι το πιο κεντρικό ερώτημά που προσπαθεί διαχρονικά να απαντήσει η πεζή ποίηση. Η τελευταία, όπως και κάθε πειραματική λογική και πρακτική, δεν είναι μία εύκολη υπόθεση, κυρίως επειδή αποδομεί πράγματα και έννοιες που θεωρούνται απολύτως φυσικές και ως τέτοιες είναι αποδέκτες και χρησιμοποιούμενες. Ωστόσο, όπως θα δείξω στη συνέχεια, έχω την άποψη ότι το εργαλείο της πεζής ποίησης μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα καρποφόρο και επαναστατικό τόσο στο επίπεδο της μελετητικής ασχολίας όσο και στο επίπεδο της λογοτεχνικής δημιουργίας.

Λιγότερο ή περισσότερο, η ποίηση, σε αντίθεση με την πεζογραφία, χαρακτηρίζεται από έναν βαθμό αφαίρεσης, από αοριστία, από επανάληψη, από έναν διφορούμενο λόγο. Στην ποίηση δεν υπάρχει η εφαρμογή της έννοιας του συγκεκριμένου, απουσιάζει ορατά και αυτό που υπάρχει στη θέση του συγκεκριμένου είναι μόνο μια αίσθηση, μια αύρα αυτού, μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα που το μεταφέρει και το εκφέρει χωρίς όμως ποτέ να το προσδιορίζει. Αυτά είναι θα λέγαμε τα βασικά χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τον ποιητικό από τον πεζό λόγο.[1]

Ωστόσο, παρά το γεγονός της διακριτότητας αυτών των δύο πόλων μέσω των οποίων πραγματώνεται η λογοτεχνική γραφή, είναι ξεκάθαρο ότι δεν πρόκειται για μια σταθερή και αμετάβλητη κατάσταση. Υπάρχουν αρκετά είδη αλλά και τρόποι γραφής (που συνεχώς ανανεώνονται, εξελίσσονται και διευρύνονται) που συστήνονται πειραματικά και λειτουργούν ως υβρίδια στην κατασκευή του λογοτεχνικού λόγου, αποσκοπώντας με τη θεωρία και την πράξη τους να απορρυθμίσουν και να αποδιοργανώσουν την αντίληψη αλλά και τη συζήτηση γύρω από την υποτιθέμενη φύση των λογοτεχνικών ειδών και τρόπων.

Κάποια από αυτά τα υβρίδια είναι η πεζή ποίηση και το μικρο-διήγημα για παράδειγμα (δύο είδη που είναι παραπάνω από συγγενή και τα όρια των οποίων είναι πραγματικά δυσδιάκριτα). Εδώ όμως ο λόγος είναι για την πεζή ποίηση.[2]

Προκαταρκτικά θα πω, με την βοήθεια του Ντελέζ (βλ. Deleuze & Guattari, 2017̇ Ντελέζ & Παρνέ, 2022), ότι η πεζή ποίηση είναι κάτι παραπάνω από καλλιτεχνική πρακτική. Πρέπει να τη συλλάβουμε ως κουλτούρα. Η πεζή ποίηση δεν συμβιβάζεται με την «δενδροειδή» κουλτούρα της λογοτεχνικής σφαίρας, τις «δυαδικές μηχανές» που επιβάλλουν πρότυπα και τρόπους ύπαρξης, δεν μπορεί να ζήσει στον «ραβδωτό χώρο» που δημιουργούν και να υποφέρει την εξουσιαστική του ορμή. Αντίθετα, προσπαθεί, θα λέγαμε, να «ριζωματικοποιήσει» τις νοοτροπίες και να «λειάνει» τον άκαμπτο χώρο στον οποίο υπάρχει. Η πεζή ποίηση στέκεται διαρκώς στο «μέσον», δεν συγκλίνει σε κανέναν από τους δύο πόλους του δίπολου, είναι ουδέτερη, αχαρακτήριστη, μη διακριτή: είναι μια υβριδική διαλεκτική.

Η πεζή ποίηση, για ορισμένους ίσως παραδόξως, δεν είναι ένας λογοτεχνικός πειραματισμός που συνίσταται κυρίως στη μορφή, αφού το στοιχείο της πεζογραφίας υπεισέρχεται βαθιά στο περιεχόμενο του ποιήματος. Τα πιο βασικά χαρακτηριστικά του ποιητικού λόγου, όπως αυτά περιγράφηκαν παραπάνω, εξακολουθούν να είναι τα κυρίαρχα. Ωστόσο, η ουσιαστική προσθήκη του στοιχείου της πεζογραφίας δίνει έναν όχι άλλο τόνο αλλά μια άλλη διάσταση εντός της υπάρχουσας κεντρικής διάστασης του ποιητικού λόγου. Δεν είναι ότι υιοθετείται από μέρους της ποίησης η ψυχή της πεζογραφίας, για να το θέσω έτσι, αλλά ότι αυτή αντανακλάται με κάποιον τρόπο στον ποιητικό λόγο.

Η Karen McCarthy Woolf ξεκλειδώνει σε μεγάλο βαθμό το μυστήριο, θέτοντας το ζήτημα με έναν πολύ σαφή και εύληπτο τρόπο παρομοιάζοντας την πεζή ποίηση με μια διαδρομή με το ταξί. Γραφεί χαρακτηριστικά: «ταξιδεύεις με ταξί από το σημείο Α στο σημείο Β· το πεζό ποίημα διαδραματίζεται σε αυτόν τον αιωρούμενο χώρο ανάμεσα σε δύο προορισμούς» (McCarthy Woolf, χ.η.)

Το στοιχείο της πεζογραφίας θολώνει και παραμορφώνει το στίγμα του ποιήματος σε συνολικό βαθμό, μετασχηματίζοντας το από όνειρο σε ονειρικό σημείωμα, σε ένα περισσότερο οργανωμένο (από τη συμβατική ποίηση, ελεύθερη και μη) –προφορικού πάντα στυλ – παραλήρημα.[3] Η πεζή ποίηση μπορεί να ιδωθεί σαν ένα είδος όχι μόνο αισθητικής καταγραφής, αλλά και αισθητικής συνομιλίας. Αποκτά δηλαδή μια άνεση σε ό,τι αφορά την αναπαράσταση αλλά και τη διαχείριση του λόγου, διευρύνει τους τρόπους για να το επιτύχει και δρα υπό την οπτική μιας ελευθεριακής αναζήτησης ως προς αυτό.

Εδώ είναι νομίζω και το πιο σημαντικό: η πεζή ποίηση ενώ διατηρεί (ακόμη και στο ακέραιο) την αναγκαστική και αναγκαία πυκνότητα και τον μινιμαλισμό του ποιητικού λόγου ταυτόχρονα δημιουργεί μια περιβαλλοντοποίηση αυτού, τον απομακρύνει, μέχρι ενός σημείου, από την άκαμπτη δομή του μονόλογου (που χαρακτηρίζει τη συμβατική ποίηση), τον επαναφέρει στο επίγειο και στο συνομιλιακό και τον μεταφέρει σε ένα επίπεδο που προσιδιάζει στη διαλογική (όχι απαραίτητα αφηγηματική) διάσταση που χαρακτηρίζει την πεζογραφία. Με άλλα λόγια, η πεζή ποίηση, ερωτοτροπώντας με την πεζογραφία (ένας έρωτας που για αρκετούς είναι απαγορευμένος), αποφασματικοποιεί σε κάποιο βαθμό την ποιητική λειτουργία και τη μετενσαρκώνει σε ένα δημόσια εκτεθειμένο και ευάλωτο πληθυντικό σώμα. 

Η πεζή ποίηση λοιπόν επιδιώκει τη σύσταση και την αναπαράσταση του λόγου της, μέσω μιας πιο εξωστρεφούς κοινωνικότητας απ' ότι συμβαίνει με τη συμβατική ποιητική γραφή και επιχειρεί να ορατοποιήσει τον διάλογο που θέλει να διεξάγει, χωρίς ωστόσο να απο-ποιητικοποιείται για χάρη του βάθους της αναλυτικότητας της πεζογραφίας και χωρίς να υιοθετεί και την αντίστοιχη μεταχείριση στις λέξεις. Αυτό άλλωστε δεν θα αποτελούσε παρά μια φοβική, ενοχική και άστοχη πεζογραφία. Μένω σε αυτό. 

Είναι μεγάλης σημασίας ο τρόπος αντιμετώπισης από μέρους της πεζής ποίησης του στοιχείου της πεζογραφίας. Σίγουρα, η πεζή ποίηση συντάσσεται με άλλη λογική και ακολουθεί άλλα σχήματα και κατευθύνσεις από την συμβατική ποίηση. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η πεζή ποίηση, λόγω της «πεζότητάς» της απομακρύνεται από την ποιητικότητα και πρέπει γι' αυτό να θεωρηθεί ότι είναι μια άτολμη ή/και καμουφλαρισμένη πεζογραφία. Το στοιχείο της πεζογραφίας δεν εισάγεται αυτούσιο και απαράλλαχτο στην πεζή ποίηση και γι' αυτόν τον λόγο απαιτείται διαφορετική προσέγγιση και χρήση από τον ποιητή της πεζής ποίησης.

Οπτικά, το πεζό ποίημα σίγουρα μοιάζει με ένα πεζό κείμενο. Όμως, στην πραγματικότητα δεν πρόκειται περί αυτού. Εξάλλου, όπως ειπώθηκε και παραπάνω, η πεζή ποίηση βρίσκεται αιωρούμενη μεταξύ των δύο πόλων: δεν είναι ούτε ποίηση (με τη συμβατική έννοια) ούτε πεζογραφία (με τη συμβατική έννοια). Τι είναι; Είναι πεζή ποίηση, ένα αυτόνομο και ανεξάρτητο υβρίδιο λόγου που ενεργεί στην ανοικτότητα και την πολλαπλότητα. 

Με άλλα λόγια, η πεζή ποίηση είναι εκείνος ο ποιητικός τρόπος που προσπαθεί να συσταθεί, να οργανωθεί και να εκφραστεί συμπεριληπτικά, ενοποιώντας στοιχεία που φαινομενικά είναι διαμετρικά αντίθετα, στοχεύοντας στην απομάκρυνση από έναν περιχαρακωμένο τρόπο δημιουργίας.

Η πεζή ποίηση, εμφανώς πιο κοινωνική και λιγότερο κλειστή από τη συμβατική ποίηση, καταλαβαίνουμε ότι λειτουργεί με έναν υβριδικό διπλό τρόπο εκφοράς λόγου, που στέκεται μεταξύ της διαλογικότητας και της κατάργησής της. Η πεζή ποίηση προσφέρει μια ανανέωση στην ποιητική τέχνη που δεν παύει (ίσα-ίσα) τα δομικά της στοιχεία, αλλά τα δυναμιτίζει: η αοριστία, ο κατακερματισμός και η αποσπασματικότητα (στοιχεία που συγκροτούν τον ποιητικό λόγο) του ποιητικού λόγου συμβαδίζουν με ορισμένες ποιότητες της πεζογραφίας και εμπλουτίζονται από τη γενικότερη «φύση» της τελευταίας, αποκτώντας έτσι μια μορφολογική και περιεχομενική ποικιλία και ανοικτότητα που προσδίδουν στο σύνολο του ποιητικού λόγου μια αισθητική, θα λέγαμε, ποιητικής πλαδαρότητας.

Στην πεζή ποίηση λοιπόν, η τάση και η ορμή για διαλογικότητα και κοινωνικότητα διαδραματίζουν πολύ κρίσιμο ρόλο. Ανεξάρτητα από το γεγονός του τρόπου που αυτές επιτελούνται, εκείνο που φαίνεται κυρίως να μετρά στην πεζή ποίηση είναι, σε αντίθεση με τη συμβατική ποίηση, η πρόθεση και η αίσθηση του ποιητή ότι ο εκφερόμενος λόγος δεν είναι κεκαλυμμένα ιδιωτικός και πλασματικά δημόσιος, δηλαδή δημόσιος μόνο ή κυρίως υπό την έννοια ότι είναι δημοσιευμένος, αλλά πραγματικά δημόσιος. Ο ποιητής αυτής της ποίησης δεν δρα απλώς μέσα στον κόσμο σαν εκφωνητής ή κρυφός παρατηρητής, αλλά επιχειρεί να δώσει ορατότητα στη δράση του εντός του κόσμου, προσπαθεί να είναι αποκομμένος από αυτόν όντας δίπλα στους ανθρώπους και τα πράγματα, όντας εντός της ροής του κόσμου.

Με άλλα λόγια, ο ποιητικός λόγος, όπως κι αν κατασκευαστεί, είτε είναι «νοθευμένος» είτε «όχι», από την στιγμή που είναι και δρα ως τέτοιος θα βρίσκεται πάντοτε στο πεδίο του αόρατου, στο καθεστώς του μη συγκεκριμένου. Η πεζή ποίηση δεν το αποδομεί αυτό, δεν είναι αυτός ο σκοπός της. Αυτό που κάνει είναι ότι αναγκάζει το μη συγκεκριμένο να εμφανιστεί. Ως τέτοιο μεν, αλλά να εμφανιστεί. 

Θα μπορούσε να συνοψίσει κανείς όλα τα παραπάνω με δυο κεντρικά σημεία. Η πεζή ποίηση λειτουργεί, πρώτον,  σαν να γνωρίζει ότι έχει πραγματικούς, σωματικούς αποδέκτες, τους οποίους δεν αντιλαμβάνεται απλώς ή κυρίως ως βοηθητικούς παράγοντες για το «σκηνικό» της ή ως χειροκροτητές, αλλά επιδιώκει να βρεθεί και να επικοινωνήσει μαζί τους «πρόσωπο με πρόσωπο», και, δεύτερον, η πεζή ποίηση λειτουργεί σαν να επιθυμεί τη μετάδοση του συνόλου της πέρα από τον βαθμό του υπονοούμενου και του περικειμένου, χωρίς ωστόσο να αφίσταται αυτής της «φυσικής» της θέσης. Με άλλα λόγια, ο ποιητής της πεζής ποίησης θέλει τον αναγνώστη όχι τόσο με τον ρόλο του μάρτυρα, αλλά με αυτόν του συμμέτοχου. Γι' αυτούς ακριβώς τους λόγους η πεζή ποίηση αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί έναν πειραματισμό άξιο προσοχής και μελέτης, που όμως προκαλεί έριδες και συγκρούσεις (πολλές φορές άκαρπες). Αλλά μάλλον αυτό είναι και το ζητούμενο. 

Καταληκτικά, τόσο σε επίπεδο πρόθεσης όσο και σε επίπεδο πραγμάτωσης, η πεζή ποίηση στέκεται ανάμεσα στην ποίηση και την πεζογραφία, δανείζεται προοπτικές και εργαλεία και από τους δύο πόλους και το αποτέλεσμά της δεν είναι παρά μια μίξη των δύο, ένα υβρίδιο, άτακτο, ακατάτακτο και απεριόριστο που προσφέρει εναλλακτικούς τρόπους λογοτεχνικής δημιουργίας, έκφρασης και συνομιλίας.

Τέλος, να αναφέρω αυτό που, κατά την γνώμη μου, είναι το πιο σημαντικό απ' όλα και που με αυτό ξεκίνησα το κείμενό μου. Η πεζή ποίηση, όπως και κάθε λογοτεχνικός πειραματισμός, οφείλει να ιδωθεί ως μια βαθιά αναζωογονητική και συγκρουσιακή λογοτεχνική αντίληψη, συμπεριφορά, πρόθεση και πρακτική που δεν περιορίζεται μόνο σε έναν επαναστατικό φορμαλισμό, αλλά ριζοσπαστικοποιεί τον λογοτεχνικό χώρο και την τέχνη της γραφής, αμφισβητεί τις νόρμες, υπονομεύει τους κανόνες και συμβάλει στην σκληρή μάχη διαρκείας για την ανάδειξη του μοναδικού ρεαλιστικού καθεστώτος πάνω και εντός του οποίου συμβαίνει οτιδήποτε συμβαίνει (τόσο εντός όσο και εκτός λογοτεχνίας): της κοινωνικής κατασκευής, της ιδεολογικο-πολιτικής δράσης, της φυσικοποίησης και της αποφυσικοποίησης.[4]

 

Βιβλιογραφία

 

Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Glatch, S. (2025). What is a Prose Poem? Understanding Prose Poetry. Writers.com. Ανακτήθηκε 27 Φεβρουαρίου 2026, από: https://writers.com/prose-poetry-definition

Hetherington, P. & Atherton, C. (2020). What Sets Prose Poetry Apart from the Lyric?. Literary Hub. Ανακτήθηκε 27 Φεβρουαρίου 2026, από: https://lithub.com/what-sets-prose-poetry-apart-from-the-lyric/

Κατσιγιάννης Μ. (2025). Περί του μηχανισμού της πεζογραφίας. τοβιβλίο.net. Ανακτήθηκε 27 Φεβρουαρίου 2026, από: https://tovivlio.net/%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%af-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%bc%ce%b7%cf%87%ce%b1%ce%bd%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%bf%cf%8d-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%80%ce%b5%ce%b6%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b1%cf%82/

Lehman, D. (2003). The Prose Poem: An Alternative to Verse. The American Poetry Review, 32(2), 45–49. http://www.jstor.org/stable/20682182

McCarthy Woolf, Κ. (χ.η.). Poetry: What is a prose poem?. Mslexia. Ανακτήθηκε 27 Φεβρουαρίου 2026, από: https://mslexia.co.uk/magazine/blog/poetry-prose-poem/

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

Σχοινά, Κ. Δ. (2012). Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης στην ουδέτερη ζώνη του πεζού ποιήματος. Poeticanet. Ανακτήθηκε 27 Φεβρουαρίου 2026, από: https://www.poeticanet.gr/poiitiki-antithesewn-a-16.html?category_id=98

Todorov, Τ. (χ.η.). Η ποίηση χωρίς το στίχο (Β. Καπλάνη, Μτφρ.). Ήχοι απόηχοι. Ανακτήθηκε 27 Φεβρουαρίου 2026, από: https://ehoiapoehoi.blogspot.com/p/v-d-r-v.html

 

 Πρώτη δημοσίευση: τοβιβλίο.net | Διάβασέ το!28.02.2026


[1] Περισσότερα γι’ αυτό βλ.: Κατσιγιάννης, 2025.

[2] Για άλλες αναλύσεις επί του θέματος βλ.: Lehman, 2003· Σχοινά, 2012· Hetherington & Atherton, 2020· Glatch, 2025· McCarthy Woolf, χ.η.̇ Todorov, χ.η.

[3] Να ειπωθεί ότι κάθε φορά που το παρόν κείμενο αναφέρεται στην αντίθεση μεταξύ πεζής και μη ποίησης (δηλαδή συμβατικών, καθιερωμένων μορφών) δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι πρόκειται για σταθερές της ποιητικής διάστασης, αλλά απλώς επιχειρείται η σκιαγράφηση των γενικότερων διαφορών που παρουσιάζονται.

[4] Περισσότερα γι’ αυτό, βλ. τη σχετική βιβλιογραφία (Peter L. Berger & Thomas Luckmann, Michel Foucault, Judith Butler κ.λπ.).

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Στην επικράτεια του κέρδους και της άγνοιας

Στην επικράτεια του κέρδους και της άγνοιας  


του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Lesser Ury, Woman at writing desk (1898)
 

Το κείμενο αυτό αποτελεί την τρίτη επιστροφή μου αμιγώς στο ζήτημα της λογοτεχνικής κριτικής (για τις άλλες δύο αναλύσεις μου, βλ. Κατσιγιάννης, 2025α, 2025β). Η λογοτεχνική κριτική ήταν πάντοτε μία αμφιλεγόμενη ασχολία, ένα πολεμικό πεδίο εντός του οποίου συχνά παρατηρούμε να προκαλείται χάος. Ωστόσο, όσο επιμένει κανείς να το αναλύει διεξοδικά, όσο εισχωρεί εντός του πεδίου αυτού με κριτικές διαθέσεις, τα πράγματα δεν ξεμπλέκονται φυσικά, αλλά αποσαφηνίζονται σε μεγάλο βαθμό. 

Ξεκινώ με μία προσωπική παρατήρηση σχετικά με το πώς αντιλαμβάνομαι και επιτελώ την κριτική. Δεν γράφω για ό,τι διαβάζω. Σέβομαι τα κείμενα και τους δημιουργούς τους, καθώς και την ίδια την πρακτική της (λογοτεχνικής) κριτικής. Έτσι, αρνούμαι να γράψω τόσο για ό,τι διαβάζω όσο και για ό,τι μου πλασάρεται ως αριστούργημα. Προσωπικά, αντιλαμβάνομαι την κριτική και αναλυτική έκφραση ως στάση, συμπεριφορά και κουλτούρα. Θεωρώ την κριτική ένα πολύ σημαντικό εργαλείο και τα κείμενα με τα οποία καταπιάνομαι τα νοηματοδοτώ ως σημεία ζωής των δημιουργών που τα παρήγαγαν, αλλά και σημεία ζωής δικά μου. Γράφω λοιπόν για ό,τι κατάφερε να με συγκινήσει, να με πείσει να συνομιλήσω μαζί του, να αφεθώ στις σκέψεις που έχει να μου προσφέρει, να περιπλανηθώ στις διαδρομές της νοοτροπίας του και να αλλάξω όσο και αν γίνεται μέσα από αυτό. Γράφω για κείμενα στα οποία προσδίδω εγώ ο ίδιος αξία και λόγο ύπαρξης. 

Ας δούμε όμως τι συμβαίνει γενικώς. Τι κάνουν αυτοί που γράφουν για ό,τι διαβάζουν; Τι κάνουν αυτοί που διαβάζουν σαν να πρέπει να διαβάσουν; Τι κάνουν αυτοί που γράφουν σαν να δουλεύουν (με την αρνητική έννοια);

Απαντώ με μία θέση που νομίζω ότι δεν μπορεί εύκολα να αμφισβητηθεί: είναι απίθανο σε κάποιον να αρέσει ό,τι διαβάζει και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που να γράφει γι' αυτά. Επομένως, ο κριτικός – ακόμη κι αν δεν αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοιος με σκοπό την παροχή άλλοθι στον τρόπο που επιτελεί το έργο του – που γράφει για ό,τι διαβάζει εκπίπτει σε μια υποκριτική και διαμεσολαβητική εργασία, δεν είναι παρά ένας βιβλιο-έμπορος που επιτελεί το έργο εξυπηρέτησης διαπροσωπικών/φιλικών και εμπορικών/οικονομικών συμφερόντων. Δεν έχει προφανώς ως ανάγκη να εκφραστεί για ένα κείμενο μέσα από ένα κείμενο κι ούτε τον απασχολεί πραγματικά να μας το συστήσει. Αντίθετα, ενδιαφέρεται για μια προώθηση προϊόντος και μάλιστα τυποποιημένου στυλ. Για τον βιβλιο-έμπορο κριτικό αξία έχει μόνο ό,τι δύναται να ιδωθεί υπό την οπτική της κατανάλωσης και να μετατραπεί σε εμπόρευμα (βλ. Bauman, 2005).

Στην Ελλάδα σήμερα είναι πολύ λίγοι οι κριτικοί που ασχολούνται με κάποιο κείμενο όχι υπό όρους παρουσίασης. Αυτό επηρεάζει και την επιλογή των κειμένων που κατά καιρούς βλέπουμε να κρίνονται, να σχολιάζονται και να προτείνονται. Θέλω να πω, η κριτική ενός κειμένου ως παρουσίαση προσιδιάζει σε εύκολα, τυποποιημένα και νορμοποιημένα κείμενα, σε κείμενα που κατά μία έννοια προκαλούν αυτού του είδους την ασχολία μαζί τους. Με τον ίδιο τρόπο, η κριτική ενός κειμένου όχι ως παρουσίαση, μάλλον εύλογα προτιμά να εμπλακεί με κείμενα άλλα, τελείως διαφορετικά που ακριβώς εξαιτίας της κακής κριτικής που κυκλοφορεί και κυριαρχεί παραμένουν είτε αθέατα είτε διαστρεβλωμένα.

Ο βιβλιο-έμπορος κριτικός κάνει σε μεγάλο βαθμό κακό. Είναι αλήθεια αυτό. Ο κριτικός αυτός δεν έχει τα γνωστικά (με την ευρύτερη έννοια) και ίσως και άλλα εργαλεία να αποκωδικοποιήσει μια καλλιτεχνική παρέμβαση, να εμβαθύνει σε μια αισθητική εμπειρία και αγνοεί την αρχιτεκτονική τόσο της γραφής όσο και της ανάγνωσης καθώς και όλων εκείνων των άπειρων και αόριστων σημείων που ανάλογα με τη συναρμολόγηση που τους γίνεται κάθε φορά (κάθε φορά είναι πάντοτε μία άλλη φορά, ακόμη κι όταν μία φορά είναι ίδια με μια άλλη, είναι πάντοτε διαφορετική), παράγεται το λογοτεχνικό κείμενο.

Με άλλα λόγια, ο βιβλιο-έμπορος κριτικός παρουσιάζει σοβαρή άγνοια και αδυναμία να λειτουργήσει μέσα σε (και με) την πολλαπλή και απρόσωπη γλώσσα της λογοτεχνίας, είναι γυμνός (με την αρνητική έννοια) μπροστά της. Έτσι, ο κριτικός αυτός καταστρέφει τη δημιουργία τόσο ως έννοια (αέναη και μεταβαλλόμενη) όσο και ως αποτέλεσμα, αφού εισχωρεί στη διάστασή της χωρίς να είναι σε θέση να την κατανοήσει, πόσο μάλλον να την (δια)χειριστεί.

Σκέφτομαι συχνά αυτή την κατάσταση και μετά σκέφτομαι ότι η κατάσταση αυτή δεν έχει μεγάλη επισκεψιμότητα από πολλές σκέψεις. Γενικότερα, υπάρχει είτε μια αδιαφορία είτε μια ανακούφιση γι' αυτή την κατάσταση. Συνεχίζω όμως. 

Για να γράψει κανείς ένα κείμενο για ένα κείμενο, δεν οφείλει απλώς να διαβάσει το δεύτερο κείμενο. Η τελευταία αυτή πράξη είναι με πολύ απλά λόγια το έργο του αναγνώστη. Αν και το ξέρουμε καλά από αρκετούς κριτικούς, όπως τον Hawthorn για παράδειγμα, ότι η κριτική δεν είναι παρά η κοινοποίηση μιας προσωπικής ανάγνωσης (1993), η πρακτική της γραφής για μια γραφή νομίζω ότι επιβάλλει και ένα άλλο όχι είδος άλλα μάλλον επίπεδο συνομιλίας με το κείμενο, ένα εμβριθές επαναληπτικό κοίταγμα σε αυτό από άλλες οπτικές γωνίες τόσο νοητές όσο και μη. Έχω την άποψη ότι αυτή η παρατήρηση οφείλει να είναι πλήρως κατανοητή.

Η κριτική ως πρακτική είναι μια μετάβαση από την αναγνώριση και την ανάγνωση μιας γραφής στην δομημένη κατασκευή μιας γραφής για μια γραφή. Τι σημαίνει αυτό; Η γραφή για μια γραφή δεν είναι τίποτα πέρα από την προέκταση της αναγνωστικής συνθήκης από το μέρος του ιδιωτικού (όχι του προσωπικού) και της εσωστρέφειας στο μέρος του δημόσιου και της εξωστρέφειας. Γράφοντας για ένα κείμενο επανασυγκροτώ την ανάγνωσή μου, αλλά την σχεδιάζω κιόλας στρεφόμενος προς το πεδίο του ορατού λόγου και της εμφανούς εξερεύνησης.  Απομονολογοποιώ δηλαδή τον λόγο μου και μετασχηματίζω τη διαλεκτική, της δίνω δηλαδή σαφή, ορατό και ξεκάθαρο προσανατολισμό: αποκτώ συνομιλητές με την κυριολεκτική έννοια και με κυριολεκτική μορφή, ανεξάρτητα από τον τρόπο της παρουσίας τους και της επαφής μου μαζί τους.

Η γραφή της κριτικής φεύγει, εγκαταλείπει το βλέμμα της ανάγνωσης στον βαθμό που το υποκείμενο αποσύρεται από το μοναχικό γέλιο και την ονειρική περιπλάνηση και προσχωρεί σε ένα είδος εργασίας που προσιδιάζει στην κούραση της ημέρας, της επικοινωνίας και αντικαθιστά την καλώς εννοούμενη αδράνεια που ενυπάρχει στην αναγνωστική διαδικασία με ένα είδος διαρκούς εγρήγορσης. Έχει σημασία αυτή η παρατήρηση. Με την πρακτική της κριτικής, ο κριτικός αφήνει αυτό το «ελαφρύ, αθώο ναι» της ανάγνωσης και επιχειρεί να προσεγγίσει τη «διακινδύνευση» στην οποία υπάρχει ο συγγραφέας και να δοκιμάσει το έργο ως ανοικτή βία και απώλεια (βλ. Blanchot, 2018).

Ο κριτικός, από τη στιγμή που αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο, οφείλει να μας μιλήσει, δεν μπορεί να καταρρεύσει ούτε και μπορεί να αποσυρθεί στον εαυτό του χωρίς τουλάχιστον να μας δείξει τόσο τον δρόμο όσο και την μεθοδολογία της επιστροφής. Ο κριτικός οφείλει (προς τους πάντες: στο λογοτεχνικό κείμενο, στο δικό του κείμενο, στον εαυτό του και στους αναγνώστες) να έχει (λιγότερο ή περισσότερο ρευστή) άποψη και θέση όχι μόνο αίσθηση και εντύπωση. Η κριτική λοιπόν τι είναι; Είναι η μεταφορά της ανάγνωσης υπό τους όρους της εξουσίας και της συγκεκριμενοποίησης των σημείων της αορατότητας. Με άλλα λόγια, η έξοδος από το αχανές πεδίο του παραληρηματικού αγγίγματος και η είσοδος στην κλίμακα του λόγου και της διαβάθμισης των ποιοτήτων του.

Η γραφή για τη γραφή (γιατί αυτό είναι εν τέλει η κριτική) δεν είναι ότι γίνεται από ενική πληθυντική, άλλα ότι ξεσκεπάζει την πληθυντικότητα της συνθήκης της ανάγνωσης και την κάνει να δρα στο φως. Δεν είναι η ονειρική εμπειρία πια που κινητοποιεί τη σκέψη, άλλα το γεγονός ότι η σκέψη είναι πλέον μια πραγματική, υλική επαφή στο υπαρκτό πλαίσιο του χωροχρόνου της ζωής του κριτικού. Με άλλα λόγια, η γραφή της κριτικής είναι η καταγραφή μιας ονειρικής εμπειρίας μέσα από τα φίλτρα της συνειδητοποίησης αυτής.

Ο λόγος της κριτικής δεν είναι ένας λογοτεχνικός λόγος, άλλα ένας μετα-λογοτεχνικός λόγος, μια μετα-γλώσσα, δηλαδή ένας λόγος, είτε γενικός είτε ειδικός, για τη λογοτεχνία και τα κείμενά της, ο οποίος μπορεί να πάρει ποικίλες υποστάσεις και να λειτουργήσει μέσω ποικίλων εκφραστικών διεξόδων. Αυτό δεν τον καθιστά μη προσωπικό, άλλα σίγουρα τον αποσύρει από μία αμιγώς εμπειρική και ιμπρεσιονιστική καταγραφή. Έτσι, ο κριτικός δεν είναι ότι πρέπει απλώς να μας εκθέσει την ανάγνωσή του (αυτό είναι ό,τι συμβαίνει κατά κόρον σήμερα), αλλά ότι πρέπει να μας την εξηγήσει (την ανάγνωσή του) με κάποιον τρόπο. Πρέπει δηλαδή να μας εκθέσει στην πρότερη έκθεσή του.

Υπό το πρίσμα όλων των παραπάνω, εκείνο το οποίο κρίνεται και αξιολογείται σε ένα κριτικό κείμενο δεν είναι μόνο το λογοτεχνικό κείμενο το οποίο κρίνεται, δηλαδή το κείμενο που προκάλεσε το κείμενο του κριτικού, άλλα και το ίδιο το κείμενο του κριτικού, η δομή, η κατασκευή, η διαδρομή και ο λόγος του.

Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς πώς ακριβώς λειτουργεί ο βιβλιο-έμπορος κριτικός, βλέπει κανείς την πρόθεσή του. Ποια είναι; Να τοποθετηθεί το λογοτεχνικό κείμενο στο πάνθεον της αγοραπωλησίας, άλλα όχι απλώς αυτό. Δεν φτάνει μόνο αυτό. Πρέπει οι αναγνώστες του να μην σκεφτούν να το συλλάβουν αλλιώς, έξω από την καταναλωτική και καπιταλιστική διάθεση και οπτική. Το κείμενο του βιβλιο-έμπορου κριτικού είναι μια διαφήμιση για το κείμενο ενός συγγραφέα που έτσι πρέπει να καταστεί αντιληπτό τόσο το ένα όσο και το άλλο.

Αυτή η κατάπτωση που βιώνει σήμερα  η κριτική αναμφίβολα χαλά τη λογοτεχνία, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ο μοναδικός παράγοντας στον οφείλεται η κατάσταση της σημερινής λογοτεχνίας. Πολλά από τα κείμενα που εκδίδονται, εκδίδονται για να μεταχειριστούν από την σημερινή κριτική όπως αυτή ξέρει, δηλαδή υπό το πρίσμα του καπιταλισμού και σαν καταναλωτικά προϊόντα. Αυτό άλλωστε είναι κάτι που το ξέρουμε και από τον Ντελέζ (Ντελέζ, & Παρνέ, 2022).

Τέλος, σημειώνω ότι η κριτική οφείλει να ξανασκεφτεί τον εαυτό της, να ξανασκεφτεί για τον εαυτό της και να συστηθεί στον κόσμο εκ νέου. Έχει πραγματικά πάρα πολλά που πρέπει να σκεφτεί και να αναθεωρήσει. Είναι δύσκολο αυτό, αλλά τι είναι και εύκολο; Η σημερινή κοινωνία, κάθε της τομέας, λειτουργεί σε αυτή την κατεύθυνση: τους κέρδους, της καταναλωτικής ηθικής, της χυδαίας διαφήμισης και προβολής, της επιφανειακής συσχέτισης, του άκρατου λιντσαρίσματος στο άλλο, στο διαφορετικό. Όμως, το γεγονός ότι πρόκειται για δύσκολο εγχείρημα, αυτό δεν θα πει ότι δεν πρέπει να επιχειρηθούν αναγκαίες ενέργειες. Πρέπει να επιχειρηθούν αναγκαίες ενέργειες τουλάχιστον από αυτούς που πραγματικά δυσφορούν με αυτό το σύστημα της κριτικής. Ο χώρος της λογοτεχνικής κριτικής χρειάζεται σειρά αναζωογονητικών επεμβάσεων αν δεν θέλουμε να συνεχίσουμε να τον βλέπουμε να απολαμβάνει την κατρακύλα. 


Βιβλιογραφία

 

Bauman, Z. (2005). Σπαταλημένες ζωές: οι απόβλητοι της νεοτερικότητας (Μ. Κρασαρίνης, Μτφρ., Π. Λέκκας, Επιμ.). Αθήνα: Κατάρτι.

 

Blanchot, M. (2018). Ο χώρος της λογοτεχνίας (Δ. Δημητριάδης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

 

Hawthorn, J. (1993). Ξεκλειδώνοντας το κείμενο: Μια εισαγωγή στην έννοια της θεωρίας της λογοτεχνίας (Μ. Αθανασοπούλου, Μτφρ.). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

 

Κατσιγιάννης, M. (2025α). Η λογοτεχνική κριτική ως μέσο και ως πεδίο. Θράκα. Ανακτήθηκε 11 Φεβρουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_5.html

 

Κατσιγιάννης, M. (2025β). Λογοτεχνία και κριτική: μια σύντομη αλλά απαραίτητη επιστροφή. Ologramma. Ανακτήθηκε 11 Φεβρουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_84.html

 

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Ο χαρούμενος ευτελισμός του κειμένου, ή τι είναι ένα κείμενο σήμερα

Ο χαρούμενος ευτελισμός του κειμένου, ή τι είναι ένα κείμενο σήμερα


του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Giuseppe Arcimboldo, The Librarian (1566)
 

Πρώτο κείμενο για το 2026 και για μία ακόμη φορά αποφασίζω να επιστρέψω σε θέματα γνώριμα. Τι είναι ένα κείμενο; Τι είναι ένα κείμενο, σήμερα; Ποια είναι η σχέση μας μαζί του; Θα ήθελα να μιλήσω, με άλλα λόγια, για το πώς το σύμπαν του κειμένου σήμερα υφίσταται μια διαταραχή και μια μετάλλαξη η οποία επιβάλλεται ταυτόχρονα και από τα πάνω και από τα κάτω.

Πιο συγκεκριμένα, θα αναφερθώ στους κυρίαρχους τρόπους – καθώς και για τους λόγους που υπάρχουν από πίσω – με τους οποίους η λογοτεχνία, το βιβλίο, το κείμενο, η γραφή αναπαρίσταται και να αναδείξω μέσα από αυτή την ανάλυση τον ανερμάτιστο ευτελισμό που βιώνει – ως επί το πλείστον (πάντα υπάρχουν κι εξαιρέσεις) – η εν λόγω τέχνη (και) στις μέρες μας.

Βιβλία προωθούνται παντού και με πολλούς τρόπους και αυτό είναι κάτι πολύ καλό και όμορφο. Γραφές πάνε κι έρχονται. Τι γίνεται όμως όταν η προώθηση του κειμένου υπακούει στο, οικονομικό κατά κύριο λόγο, κέρδος; Τι γίνεται όταν η γραφή γίνεται αντιληπτή ως ένα μέσο κι ένας τρόπος για προσωπική και ατομική προβολή; Τι γίνεται όταν το βιβλίο εξυπηρετεί – εν τη γενέσει του – σκοπιμότητες τελείως άσχετες με την αισθητική επεξεργασία/παρέμβαση/επιτέλεση; (βλ. Κατσιγιάννης 2025α, 2025β). Απαντώ (προσπαθώ).

Αντλώντας από τον Barthes, σήμερα, το κείμενο («)ομιλεί(») μια «ενδοκρατική γλώσσα» (2005: 25). Δηλαδή τον λόγο της εξουσίας, της νόρμας, των θεσμών και του κράτους. Πρόκειται για τη «γλώσσα της μαζικής κουλτούρας […] της συζήτησης, της τρέχουσας γνώμης» (Barthes, 2005: 25-26). Από αυτή την παρατήρηση, καταλαβαίνουμε σε τι μονοπάτια βρίσκεται σήμερα η γραφή. Συνεχίζω.

Οι κυρίαρχοι λόγοι (η κατεστημένη εξουσία) πάντοτε ήθελαν – και είχαν – τον έλεγχο της τέχνης (εδώ, της λογοτεχνίας). Όμως, σήμερα, παρατηρούμε πολλά περισσότερα. Η εισβολή σήμερα δεν εξαντλείται μόνο στο περιεχόμενο του κειμένου (παραλογοτεχνία), δηλαδή στην προώθηση και προβολή κειμένων της επιφάνειας που κεντρικό τους γνώρισμα δεν είναι παρά η εμπέδωση και προπαγάνδα των νορμών, αλλά πηγαίνει μακρύτερα: σήμερα, το κείμενο διώκεται (ποικιλοτρόπως) αν είναι κείμενο, αν δηλαδή αρνείται να ενστερνιστεί τον ρόλο του αντικειμένου, του υλικού βοηθήματος.

Ακόμα κι αν κάποιος άνθρωπος δεν έχει απολύτως καμία ενεργή σχέση με το χώρο του βιβλίου (από κάθε είδους πόστο και ρόλο), είναι σίγουρα σε θέση να κατανοήσει το σχήμα: λογοτεχνία = παπούτσια/ τσάντα/ αυτοκίνητο/ τρόφιμα/ καλλυντικά/ υπολογιστής/ ρούχα. Ακόμη, είναι σίγουρα σε θέση να κατανοήσει ότι αποτέλεσμα – αλλά και συνδημιουργός αιτία συνάμα – του παραπάνω σχήματος είναι η υπάρχουσα συνθήκη της λογοτεχνίας: η τελευταία ως θέαμα σε ένα κακόγουστο, επικίνδυνο, αλλά και βαθιά χυδαίο τσίρκο. Με άλλα λόγια, η λογοτεχνία προωθείται μέσω ενός μηχανισμού που λειτουργεί στη βάση ενός διπλού κανιβαλισμού του κόσμου της: στην τεχνοκρατική και επιχειρηματική – κατά τα άλλα ορθή – λογική και στη ναρκισσιστική υπερηφάνεια για επικράτηση ενός προβληματικού και μάλλον σαθρού εγώ.

Έτσι, έχουμε το εξής – καθόλου καινούργιο – φαινόμενο: η λογοτεχνία καθίσταται αντιληπτή μέσα από και στη σφαίρα της διαφήμισης, του μάρκετινγκ και της κατανάλωσης. Επομένως, το κείμενο προσφέρεται όχι για ανάγνωση, δηλαδή επανακατασκευή και επανεννόηση του κόσμου, αλλά για βίαιη καταβρόχθιση, για ανθυγιεινή, θα τολμούσα να πω, «αλληλεπίδραση». Και: τόσο ο συγγραφέας όσο και ο αναγνώστης δεν είναι παρά αφανείς συνέταιροι που ενεργούν συλλογικά σε ένα αόρατο δίκτυο οικονομικο-ψυχαναλυτικών συμφερόντων/αναγκών.

Σήμερα, η καλή περίπτωση ποιητή δεν συνιστάται (σχεδόν) καθόλου στη γραφή και στο περιεχόμενό της, αλλά σ' αυτόν που (υποτίθεται) ότι την κατέχει και την ασκεί. Η προβολή και η προώθηση του κειμένου λοιπόν είναι θέμα συμφερόντων και ταύτισης μη ηθικών (κατά βάση) κωδίκων. Η φωνή της γραφής δεν μας αφορά ούτε στο ελάχιστο αν δεν εναρμονίζεται (για οποιοδήποτε λόγο) με την τραγική (μονοφωνική) ορχήστρα του περίκλειστου συστήματος του βιβλίου. Θέλω να πω κάτι εξαιρετικά απλό: το κείμενο, σήμερα, είναι παράσιτο και πρέπει να βοηθά στην όλο και μεγαλύτερη στερέωση της μονιμότητας στον εαυτό και στη νομιμοποίηση του προσώπου. Συνεχίζω.

Το κείμενο, σήμερα, είναι χρηστικό, διαδικαστικό: εξυμνεί την παθητικότητα, δοξάζει την ομοιομορφία. Αλλιώς: το κείμενο είναι άκρως συστημικό. Βρίσκεται τοποθετημένο πίσω από βιτρίνες, υλικές και ψηφιακές, ως προϊόν προς εκμετάλλευση. Αυτή του η φύση επηρεάζει ολόκληρη τη ζωή του: η γραφή είναι πλέον κατάσταση, είδηση, ενημέρωση και όχι διαδικασία, αταξία, παρέκκλιση, βία και αποδιοργάνωση. Ειδικά αυτό το τελευταίο είναι πολύ σημαντικό. Το βιβλίο, σήμερα, είναι σε όλους τους τομείς και τα επίπεδά του κάτι σαν την καφετέρια, την παραλία, την έξοδο στα φώτα. Η αξία του συνίσταται στην καταγραφή από μέρους ενός προσωπολάγνου συγγραφέα, στην εμπέδωσή του από έναν προσωπολάγνο αναγνώστη, κριτικό, δημοσιογράφο. Το κείμενο, σήμερα, είναι ένας ναός της επιτυχίας, της ηρεμίας και αναγκαστικά, του συμπλέγματος. Το κείμενο, σήμερα, σημαίνει εικόνα  – με την κατεστημένη έννοια, αυτή της βιτρίνας, της «μούρης».

Με βάση όλα τα παραπάνω, είναι πολύ αναμενόμενο και απαραίτητο μαζί να πει κανείς ότι εκείνο το οποίο διαβρώνεται – με την αρνητική έννοια, δηλαδή καταστρέφεται – είναι κάτι πολύ πιο βαθύ – και σε μέγεθος και σε βαθμό – από αυτό που φαίνεται. Δηλαδή;

Όλο αυτό το πρόγραμμα που «τρέχει» (και) σήμερα τη λογοτεχνία προσπαθεί να τη διαστρεβλώσει, αλλά και πιο σημαντικό: τη σέρνει στην αποεπικινδυνοποίηση, σχεδόν συνολικά (τουλάχιστον, αυτό είναι που επιχειρείται). Έτσι, παύει να αποτελεί λόγο-αντίλογο, λόγο-πολλαπλότητα, λόγο-ανοικτότητα, λόγο-διφορούμενο, λόγο-άρνηση. Και μετατρέπεται σε κάτι σταθερό και πρακτικιστικό, π.χ. γράφω/αναγιγνώσκω όπως ακριβώς τρώω, περπατώ, οδηγώ κ.λπ. (Στην πραγματικότητα, γράφω/αναγιγνώσκω είναι σαν το σταματώ εν κινήσει. Αλλιώς: γράφω/αναγιγνώσκω = παίζω).

Και πάλι: όλο αυτό το πρόγραμμα που «τρέχει» (και) σήμερα τη λογοτεχνία την αποσύρει από την απαραίτητη «απόλαυση του κειμένου» και την ηδονική του συνθήκη για την οποία έκανε λόγο-πόλεμο ο R. Barthes, (βλ. Barthes, 2005· Μπαρτ, 2022) αρκετές δεκαετίες πίσω. Και την εισάγει στη θετικιστική, αναλυτική/υπολογιστική, ψυχογραφηματική και επιτηρητική σφαίρα: όλα πια είναι μετρήσιμα, κυκλοφορήσιμα και αποστειρωμένα. Και: όλα πια είναι υπερσυναισθηματικά, υπερενσυναισθηντικά και υπεραντι-αμήχανα/υπερ-βολικά.

Το κείμενο με ξεβολεύει, με ξεκολλά, με ταρακουνά, με τρομοκρατεί, με πολεμά, με αγαπά, με μισεί, με καταδιώκει, με ζητά, με διώχνει, με απωθεί, με ποθεί, με γυροφέρνει. Το κείμενο με καθυστερεί, μου ουρλιάζει: «Κόψε ταχύτητα! Δεν κάνουμε κανενός είδους αγώνα!! Σωματοποιήσεις μόνο επιτελούνται εδώ και υβριδικές συνθήκες διαβίωσης!!!». Αυτό σημαίνει ότι το κείμενο έχει μαζί μου μια συμπαντική διαλεκτική: με πλάθει και το πλάθω με τρόπους τέτοιους που καταργείται (ή δύναται να) όχι μονάχα η επιφάνεια, το περίβλημα, ενός «θετικού» λόγου που έργο του δεν είναι άλλο από την συγκαταβατικοποίηση της πολλαπλότητας και παρεκκλίνουσας επιτελεστικότητας, αλλά ολόκληρη η δυναμική που έχει – επειδή τη διαμόρφωσε, υπό αυτή την έννοια αποκλειστικά – ώστε να μου επιβάλλει τις αρθρώσεις των σημείων (και τους αντίστοιχους συνδυασμούς ένωσης/συναρμολόγησης) που τον συντηρούν ως κυρίαρχο. Με άλλα, ντελεζιανά λόγια, το κείμενο είναι «γραμμή φυγής» και «ρίζωμα», όχι «δέντρο» με ορατά (και μη) όρια, κανόνες, κέντρα, διευθύνσεις κ.λπ. (Deleuze & Guattari, 2017· Ντελέζ & Παρνέ, 2022).

Τελείως αντίθετα με αυτό, το κείμενο, σήμερα, ζήτα από εμένα μια ψεύτικη διέγερση, μια επί τούτου κίνηση και κινητοποίηση ώστε να μπορώ – και να αρκούμαι σε αυτό – να κατανοώ ότι δρω, χωρίς να με ενδιαφέρει το τι, το πώς και το γιατί της υπόθεσης αυτής. Με άλλα λόγια, σήμερα, το κείμενο θέλει να αισθάνομαι καλά, όμορφα και ζεστά. Θέλει να εκπλήσσομαι με προγραμματισμό. Αλλιώς: σήμερα, το κείμενο, θέλει από εμένα να κοιμάμαι ονειρευόμενος ελεγχόμενα. Ο μηχανισμός του κειμένου, σήμερα, με θέλει στην ημέρα, στον νόμο, στον χώρο, στον χρόνο, στο κράτος. Με θέλει να περνώ καλά αλλά και να εκφράζω την κατεστημένη επιθυμία. Με θέλει να διαρκώ, όχι να εξαντλούμαι, όχι να πολλαπλασιάζομαι.

Κι άλλα για το κείμενο, σήμερα. Έτσι όπως σκιαγραφήθηκε η λειτουργία του, αναλογίζεται κανείς ότι ολόκληρο το σύστημα – και με τις δύο έννοιες/σημασίες – πίσω απ’ το βιβλίο αποστρέφεται την πολλαπλότητα, την πολυσημία και, γενικότερα, δυσανασχετεί με οτιδήποτε συνεργάζεται με την αντιανθρωπιστικηή/μεταανθρωπιστική οπτική/προσέγγιση (βλ. Newman, 2019), που προτάσσει εναλλακτικά, συγκρουσιακά ερμηνευτικά εργαλεία γύρω από τον κόσμο του κειμένου (αλλά και τον κόσμο τον ίδιο).

Τι καταλαβαίνω απ’ όλα αυτά; Ας πω ένα συμπέρασμα. Το κείμενο, σήμερα, είναι πιο πολύ χρήσιμο για διακοσμητικό, υλικό στερέωμα ή σύμβολο (σημείο) που «τονώνει» τη φωτογραφία ενός ανθρώπου, παρά για ό,τι ξέρουμε/πιστεύουμε (κάποιοι) ότι είναι.

Σήμερα, δεν υπάρχει το κείμενο (λίγο μόνο).

 


ΥΓ. Εγώ (ή και ένας άλλος άνθρωπος με τον οποίο μοιράζομαι παρόμοιες ανησυχίες από παρόμοιες αφετηρίες) αντιλαμβάνομαι το κείμενο ως τον βιβλιοθηκάριο, του Giuseppe Arcimboldo. Ο βιβλιοθηκάριος αποτελεί ίσως την πιο πλήρη ενσάρκωση του κειμένου, την πιο διαλεκτική επιτελεστικότητα μεταξύ υποκειμένου και κειμένου. Η σημασία του διαβάζεται ακριβώς έτσι όπως βιώνεται – καταγωγικό χαρακτηριστικό της αναπαράστασής του. Δεν διαχωρίζεται το ένα από το άλλο. Όμως, το σύστημα του κειμένου σήμερα θέλει να τον κάνει σαν εμάς.

 

Βιβλιογραφία

 

Barthes, R. (2005). Απόλαυση, γραφή, ανάγνωση (Α. Κόρκα, Μτφρ., Μ. Βιέν, Επιμ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Κατσιγιάννης, M. (2025α). Η λογοτεχνική κριτική ως μέσο και ως πεδίο. Θράκα. Ανακτήθηκε 2 Ιανουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_5.html

Κατσιγιάννης, M. (2025β). Λογοτεχνία και κριτική: μια σύντομη αλλά απαραίτητη επιστροφή. Ologramma. Ανακτήθηκε 2 Ιανουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_84.html

Μπαρτ, Ρ. (2022). Η απόλαυση του κειμένου (Φ. Χατζιδάκη & Γ. Κρητικός, Μτφρ.). Αθήνα: Κέδρος.

Newman, S. (2019). Από τον Μπακούνιν στον Λακάν: Ο αντιεξουσιασμός και η εξάρθρωση της εξουσίας (μτφρ. Α. Αγγελής, επιμ.Τ. Γκόνης & Δ. Παπαγιαννοπούλου), Κέλευθος.

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

 

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Λογοτεχνία και θεωρία: για τη ‘λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα: Ανθολόγιο κειμένων’, του K. M. Newton

Λογοτεχνία και θεωρία: για τη ‘λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα: Ανθολόγιο κειμένων’, του K. M. Newton

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


 

Το Ανθολόγιο κειμένων ‘Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα’, του K. M. Newton, αποτελεί μία ελπιδοφόρα εκδοτική προσπάθεια στο χώρο της μελέτης της λογοτεχνίας λόγω της μεγάλης συμπεριληπτικότητάς της αναφορικά με τις θεωρίες, τις σχολές σκέψεις, τα ρεύματα και τους ανθρώπους που περιέχει στις σελίδες της. Πρόκειται αναμφίβολα για ένα βιβλίο – εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα αλλά όχι με τον συνηθισμένο τρόπο – το οποίο ανανεώνει σε σημαντικό βαθμό την υπάρχουσα κατάσταση της ελληνικής βιβλιογραφίας σε ό,τι αφορά τη θεωρία της λογοτεχνίας και, επιπλέον, δίνει στο πεδίο έναν πιο οικουμενικό – αλλά κι ευανάγνωστο – τόνο. Ο Νιούτον προσφέρει στον αναγνώστη μια πανοραμική θέαση του θεωρητικού λογοτεχνικού κόσμου, αφήνοντας αλλά και προτρέποντας τον να εισχωρήσει βαθιά μέσα του, να τον κατανοήσει και να αισθανθεί μια κάποια επάρκεια και ευελιξία.

Ακόμη, θα πρόσθετα ότι η εν λόγω ανθολόγια, πέρα από το γεγονός ότι καλύπτει σχεδόν ολόκληρο το φάσμα της λογοτεχνικής θεωρίας και κριτικής παρουσιάζοντας τις αντίστοιχες απόψεις μέσω πρωτότυπων κειμένων – των στοχαστών – και όχι αναλύσεων και κριτικών πάνω σε αυτά από μελετητές, είναι εξαιρετικά κερδοφόρα για τον αναγνώστη, τον μελετητή, τον κριτικό και γενικότερα για όποιον ενδιαφέρεται να εντρυφήσει στο ατέρμονο σύμπαν του λογοτεχνικού φαινομένου, διότι δίνει ορατότητα σε άγνωστες – ή/και λιγότερο γνωστές – φωνές (ειδικά στην ελληνική πραγματικότητα) της θεωρίας της λογοτεχνίας, οι οποίες πολύ συχνά αποσιωπούνται για ιδεολογικο-πολιτικούς λόγους.

Θεωρώντας αυτή την προηγούμενη παρατήρηση ως το πιο σημαντικό στοιχείο του συγκεκριμένου βιβλίου (αφού το εγκυκλοπαιδικό/εισαγωγικό στοιχείο λίγο έως πολύ υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει), θα σταθώ κυρίως στα κείμενα τριών θεωρητικών που συμπεριλαμβάνονται στην ανθολογία, των Ντέηβιντ Μπλάιχ, Στάνλεϋ Φις και Άλαν Σίνφηλντ, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει κάποιο είδος μειονεκτικής προβολής απέναντι στα υπόλοιπα κείμενα της ανθολογίας – και ειδικά σε κείμενα που προέρχονται από ίδια (ή/και παραπλήσια) θεωρητικά μετερίζια.

Οι προαναφερθέντες τρεις θεωρητικοί, προέρχονται από το ευρύ πεδίο της μεταδομιστικής παράδοσης και αποτελούν θα λέγαμε τις πιο ριζοσπαστικές και συγκρουσιακές φωνές της ανθολογίας του K. M. Newton – και ίσως της (γνωστής τουλάχιστον) λογοτεχνικής θεωρίας συνολικά. Οι απόψεις τους, σχεδόν άφαντες στον ελληνικό χώρο και πάντως σίγουρα ενταφιασμένες, ασχολούνται με το αναγνωστικό υποκείμενο και την αναγνωστική διαδικασία, χωρίς όμως να δανείζονται τα θεωρητικά τους εργαλεία και υλικά από τις προγενέστερες εξουσιαστικές θέσεις και κατευθύνσεις. Με άλλα λόγια, προσπαθούν να κινηθούν ενάντια στο κατεστημένο ρεύμα που επικρατεί στον χώρο του θεωρητικού διαλόγου για τη λογοτεχνία, το οποίο έχει δύο πρόσωπα.

Το πρώτο πρόσωπο δεν είναι άλλο από το γνωστό, παλαιό συγγραφοκεντρικό παράδειγμα. Εκεί, τα πράγματα ίσως να είναι καταφανώς ορατά, λογικά, εξηγήσιμα και απλά – και είναι όντως, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι το παράδειγμα αυτό είναι τόσο ξεπερασμένο όσο και αποτυχημένο (ήδη από τη γέννησή του). Όμως, οι εν λόγω θεωρητικοί αντιμάχονται και ένα ακόμη κατεστημένο πρόσωπο, πιο πρόσφατο κι ελκυστικό αλλά το ίδιο παλιό (στη σκέψη και την πρακτική): την ψευδο-αναγνώριση της σημασίας της αναγνωστικής διάστασης και την ψευδο-ενασχόληση με την εργασία που επιτελεί ο αναγνώστης, έτσι όπως εκφράζεται κυρίως από τους Χανς Ρόμπερτ Γιάους και Βόλφγκανγκ Ίζερ.

Δεν είναι εδώ ο χώρος για να αναπτυχθεί η σκέψη τους. Συνεπώς, κλείνω λέγοντας ότι οι απόψεις αυτών των τριών, είναι υβριδικές, ρευστές, διαλεκτικές και το πιο βασικό, προχωρούν στη σύσταση ενός πραγματικά συνεκτικού, κοινού θεωρητικού σχήματος για τη λογοτεχνία, που δεν απορρίπτει, δεν αφήνει ούτε ξεχνά: μόνο θέτει – ανοικτά – ερωτήματα, διαφωνεί ή συμφωνεί, προβληματικοποιεί – δήθεν – ξεκαθαρισμένα πράγματα και, τέλος, δεν αποδέχεται κάποιο είδος προϋπάρχουσας ουσίας, βάσης, ενέργειας κ.λπ. στις οποίες οφείλει κανείς να υπακούσει πρώτα ώστε να είναι σε θέση να σκεφτεί, να μιλήσει και να δημιουργήσει.

Έχοντας όμως υποχρέωση να αναφερθώ και σε αρνητικά χαρακτηριστικά του βιβλίου, σημειώνω τα εξής δύο σημεία. Πρώτον, η απουσία αρκετών απόψεων περί λογοτεχνίας, όπως για παράδειγμα του Maurice Blanchot, του Gilles Deleuze, της Louise Rosenblatt, του Jean Paul Sartre και άλλων, είναι αρκετά φανερή στο γνώριμο – με τη θεωρία της λογοτεχνίας – αναγνωστικό μάτι, αδικώντας έστω και λίγο το όλο εγχείρημα. Δεύτερον, σε στοχαστές όπως ο Roland Barthes και ο Michel Foucault για παράδειγμα, θα ήταν πολύ πιο ωφέλιμο να συμπεριληφθούν σημεία και από άλλα τους κείμενα.

Τέλος, το Ανθολόγιο κειμένων ‘Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα’, του K. M. Newton, είναι ένα βιβλίο εισαγωγικό πάνω στον τομέα του, πολυπρισματικό, πρωτότυπο, εμβριθές, με καίρια σχόλια του επιμελητή που συνεισφέρουν στην ευκολότερη κατανόηση και ολοκληρωμένο – για το είδος και τον σκοπό του – βιβλίο που δεν θα μπορούσε να μην κριθεί τόσο απαραίτητο όσο και σημαντικό.

 

* (Λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα: Ανθολόγιο κειμένων’, του K. M. Newton, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2013, Μτφ. Κωστας Σπαθαράκης- Αθανάσιος Κατσίκερος)

Πρώτη δημοσίευση: Θράκα Περιοδικό – Εκδόσεις - Thraca, 23  Σεπτεμβρίου 2025

Ένας οδηγός για αρχάριους (Λεξικό λογοτεχνικών όρων του M. H. Abrams, Εκδόσεις Πατάκη)

Ένας οδηγός για αρχάριους (Λεξικό λογοτεχνικών όρων του M. H. Abrams, Εκδόσεις Πατάκη)

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη



 

Το Λεξικό λογοτεχνικών όρων του M. H. Abrams, πρόκειται για ένα βιβλίο βάσης και αναφοράς σχετικά με το σύνολο σχεδόν των λογοτεχνικών σπουδών (φιλολογία, ιστορία, κριτική και θεωρία της λογοτεχνίας), αλλά και συναφών επιστημονικών πεδίων και θεωριών που συνομιλούν ευρέως, ποικιλοτρόπως και ανοικτά με το πεδίο της λογοτεχνίας, όπως η γλωσσολογία, φιλοσοφία, η ψυχανάλυση και η ψυχολογία κλπ.

Το βιβλίο αυτό, αποτελεί ένα θετικό βήμα – που η έλλειψή του ήταν εμφανώς ορατή – στο πεδίο της χαρτογράφησης τόσο της λογοτεχνίας ως τέχνης όσο και της λογοτεχνίας ως μελέτης. Αυτή η τελευταία διάσταση, η μελετητική, καθιστά το λεξικό του Abrams ένα αναλυτικό – αλλά και κριτικό συχνά – βοήθημα προς τους ενδιαφερόμενους, αφού με την πλήρη εικόνα που παρέχει, βοηθά τόσο στην αποσαφήνιση πολλών και διαφορετικών όρων, θεωριών, προσώπων, αλλά και αρκετών σημαντικών στιγμών και περιόδων της εν λόγω τέχνης, ενώ συνεισφέρει και στη διαλεύκανση των ποικίλων διαφορετικών απόψεων και θέσεων που επικρατούν γι’ αυτή.

Στο ογκώδες λεξικό του Abrams, ο αναγνώστης δεν περιδιαβαίνει απλώς το μουσείο του λογοτεχνικού κόσμου, αλλά θα μπορούσαμε να πούμε ότι μαθητεύει σ’ αυτόν. Και αυτό είναι πολύ κρίσιμο. Πιο συγκεκριμένα, ο αναγνώστης θα βρει πλούσιες λεπτομέρειες αναφορικά με τα πολλά επίπεδα και τις πτυχές της λογοτεχνίας. Η επαφή με αυτές τις πληροφορίες θα τον καταστήσουν πιο ικανό να κατανοήσει την ίδια την πορεία της λογοτεχνίας και τους τρόπους που αυτή συγκροτείται ανά τα χρόνια από τους διάφορους θεωρητικούς και κριτικούς. Επίσης, θα του δοθούν και επιπλέον εφόδια για την πληρέστερη αλληλεπίδρασή του με τα λογοτεχνικά κείμενα, αφού θα αντλήσει αρκετές πολύτιμες απόψεις σχετικά με το πώς αυτά δομούνται, συστήνονται, αλλά και εξελίσσονται. Επομένως, το εγχείρημα του συγγραφέα, είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό παιδαγωγικό: είναι ένας εύληπτος αλλά βαθύς οδηγός για αρχάριους – κάτι που είναι πολύ κρίσιμο και σημαντικό για την καλλιέργεια και την εξειδίκευση (μέχρι ενός σημείου) αναγνωστικών, μελετητικών και κριτικών δεξιοτήτων.

Η ουσιαστική και ενεργητική ενασχόληση με το Λεξικό λογοτεχνικών όρων του M. H. Abrams δεν έχει παρά να προσφέρει στον αναγνώστη που ενδιαφέρεται για το πεδίο της λογοτεχνίας, θυμίζοντάς του (αλλά και θυμίζοντας γενικότερα) ότι όσο περισσότερο κατέχει κανείς μια μεγάλη εικόνα – και αυτό είναι κάτι που η παρέμβαση που είναι η θεωρία μπορεί να επιτελέσει επιτυχώς – τόσο θα καταφέρνει να ξεφεύγει από απλοϊκές ερμηνείες, να αναλώνεται σε ανώφελες συγκρούσεις και να μην περιορίζεται στην απολυτότητα της εμπειρίας και του βιώματος, τα οποία, όσο σημαντικά και απαραίτητα κι αν είναι, δεν αρκούν για να αποδώσουν μια πλήρη εικόνα για τη λογοτεχνία.


 * Abrams, M. H. (2020). Λεξικό λογοτεχνικών όρων : θεωρία, ιστορία, κριτική λογοτεχνίας (Γ. Δεληβοριά & Σ. Χατζηιωαννίδου, Μτφρ.). Αθήνα: Πατάκης.


Πρώτη δημοσίευση: Αρχική - bookfeed, 19 Σεπτεμβρίου 2025

Η ποιητική του ακατάπαυστου ή ο Michel Foucault στα ‘Εχέγγυα της Φύρας’ του Γιάννη Λειβαδά

Η ποιητική  του ακατάπαυστου ή ο Michel Foucault στα ‘Εχέγγυα της Φύρας’ του Γιάννη Λειβαδά

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


 

Η κριτική είναι δομή. Τι θα πει αυτό; Η κριτική είναι πρακτική εξουσίας, λόγος κυριαρχίας και μάλιστα επιτελεστικός. Ο λόγος της κριτικής –ο δεύτερος αστυνόμος του αναγνώστη, μετά τον συγγραφέα– είναι ένας λόγος από τα πάνω, που ομιλεί από θέση υπεροχής και προοργανωμένου σχεδίου: δεν αρθρώνει απλώς μία σειρά σημείων αλλά εξαιτίας της κυριαρχικής του (διά)θεσης, οριοθετεί, σφραγίζει, αναγνωρίζει άλλους λόγους (ή μέρη αυτών): επιχειρεί να ελέγξει την κυκλοφορία των νοημάτων και των επιλογών, διαμορφώνει πλαίσια αντίληψης, πρόσληψης και ανταπόκρισης. Με άλλα λόγια, η κριτική, εν είδει –ή μάλλον θέσει– νόμου και πατέρα, νομιμοποιεί και προκαταβάλλει προθέσεις, διεργασίες και συμπεράσματα, δημιουργώντας –για τον όποιο αναλυόμενο λόγο– τους τρόπους με τους οποίους και τους λόγους για τους οποίους πρέπει ή όχι να καταστεί αποδεκτός και ερμηνεύσιμος. Κατασκευάζει δηλαδή αυτό που ο Φουκό (1987: 11-37) θα έλεγε «καθεστώτα αλήθειας», αναφορικά με το καθετί του προς εξέταση λόγου.

Εφόσον λοιπόν η κριτική δεν μπορεί παρά να είναι επιτήρηση, να ασκεί δηλαδή κανονικοποιητικές πρακτικές σταθεροποίησης με στόχο τη μη απειλή της θέσης της ίδιας αλλά και του συστήματος που τείνει να προστατεύει κάθε φορά, δεν μπορώ να αρνηθώ τον χαρακτήρα του κειμένου μου. Ωστόσο, μπορώ, δραστηριοποιούμενος εντός των ορίων του, εντός δηλαδή των επιβαλλόμενων ορίων της δομής της κριτικής, να εντοπίσω τις ρωγμές του και να διανοίξω τα σώμα του. Όχι να το αποδομήσω (πλήρως) αλλά να το ξεγελάσω, να του ξεφύγω και εν τέλει, να επιχειρήσω την κατασκευή όχι ενός πολιτικού δίπολου που ζητά επίσης υπεροχή και προσοχή, αλλά τη ρευστοποίησή του. Έτσι που στο τέλος (ή στο διάμεσο) να μετρά όχι εκείνο που επιτρέπεται να ειπωθεί αλλά το γεγονός ότι η δομή δεν θα μπορεί ποτέ να ελέγξει αποφασιστικά και ολοκληρωτικά το τι και πώς θα ειπωθεί το οτιδήποτε.

Γιατί αυτές οι παρατηρήσεις για την κριτική; Μάλλον για τον Γιάννη Λειβαδά και τη νέα του δημιουργία με τίτλο ‘Εχέγγυα της Φύρας’. Εξηγώ αμέσως τι εννοώ. Ο Λειβαδάς με την παραπάνω ποιητική σύνθεση συνεχίζει μία –εγκαινιαζόμενη από τον ίδιο– πρακτική, στην οποία δρα όπως ευελπιστώ ότι θα καταφέρω να δράσω κι εγώ στα περιθώρια αυτού του κειμένου. Και θα ξεκινήσω συνοψίζοντας το πιο σημαντικό στα ‘Εχέγγυα της Φύρας’: η γραφή του Λειβαδά επιχειρεί να εντοπίζει όχι χώρους αμόλυντους, καθαρούς, υγιείς –ηθικούς– από τα βλέμματα του πολιτισμού και των διαδικασιών του(ς), αλλά σημεία ανάπαυσης –και ταυτόχρονα επαγρύπνησης– εντός του σαφώς μετρημένου χώρου, οι οποίοι, εξαιτίας του ότι βρίσκονται σε θέση διαρκούς αναζήτησης, και όχι σε θέση διαρκούς επιβεβαίωσης, καταφέρνουν οχλήσεις, ελκύσεις και διασχίσεις.

Η γραφή του Λειβαδά ενδιαφέρεται για τον εαυτό της. Αυτό είναι πασίδηλο όχι μόνο στη συγκεκριμένη σύνθεση αλλά σε όλα του τα έργα. Όμως, τι σημαίνει αυτό; Μήπως ότι δέχεται την περιστολή της εγωλογίας; Ή μήπως ότι αποφασίζει να εννοιολογήσει το ακατάδεκτο των συνειρμών μέσα από τα φίλτρα μιας καθεστωτικής λογικής; Τίποτα από αυτά. Η γραφή του ας γίνει αντιληπτή ως μια παρέμβαση μετ’ εμποδίων, που «αναπτύσσεται εκκινώντας από τον εαυτό της, υφαίνοντας ένα δίκτυο που κάθε του σημείο, διακριτό από τα άλλα, απόμακρο ακόμη και για τα πλησιέστερά του, τοποθετείται σε σχέση με όλα μέσα σε ένα διάστημα που τα φιλοξενεί και ταυτόχρονα τα χωρίζει» (βλ. Foucault, 2016: 13). Η σκέψη του μάλλον εδράζεται στη μελαγχολική συνείδηση του μάταιου που η παρουσία του ταλανίζει τον κόσμο, κυρίως λόγω της παθητικότητάς της απέναντί του.

Όμως, επειδή το παράλογο και οι επιπτώσεις του δεν καταφέρνουν να ελαχιστοποιήσουν τη δράση του ποιητή σχετικά με τις διαδικασίες βίωσης της εμπειρίας, αλλά και τις διαδικασίες εσωτερίκευσης των κωδίκων που τακτοποιούν τον βιόκοσμο, ορατοποιώντας διαδρομές και στοχασμούς, ο Λειβαδάς δεν νοιάζεται τόσο για την υπερπήδηση των εμποδίων, δηλαδή για μια αέναη μάχη με το τίποτα, αλλά για τις αιτίες που θέτουν αυτά τα εμπόδια και καθιστούν αναγκαία την υπερπήδησή τους. Και δεν μένει εκεί. Η τυραννία του παρατηρείν –που διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για μη ασφυκτική περισυλλογή– δεν εξαντλείται στην έστω και ενδελεχή ιχνηλάτηση του πλαισίου και πεδίου δράσης, αλλά ζητά και κάτι ακόμη. Κάτι που αποδομεί –ή έστω προσπαθεί γι’ αυτό– και διαρρηγνύει το εν λόγω πλαίσιο και πεδίο δράσης.

Με τη γραφή του, ο Λειβαδάς ζητά την απόσυρση του εαυτού. Μάλλον κάτι πιο σύνθετο: με τη γραφή του, εργάζεται όχι μόνο για την αποκέντρωση του ίδιου του εαυτού του εντός του κόσμου, αλλά για την αποκέντρωση του εαυτού από τον εαυτό, για την κατάργηση των ταυτοτήτων –έστω μεταβλητών και εναλλασσόμενων– ως πεδίων εξάντλησης της δράσης του εαυτού. Η ποιητική του Λειβαδά, νομαδικά επιτελεστική με τους όρους των Deleuze & Guattari (2017̇ βλ. επίσης Ντελέζ & Παρνέ, 2022), ποτέ εγκατεστημένη και τοποθετημένη αλλά διαρκώς σε θέσεις εμφάνισης και απόκρυψης, σε στάσεις έναντι και μη, στέκεται σε κινούμενη άμμο, απομακρύνεται και απομακρύνει, εγκολπώνει και εγκολπώνεται και:

 

φεύγει όσο το δυνατόν μακρύτερα από τον εαυτό της. κι αν, παίρνοντας τούτη την εκτός εαυτού θέση, αποκαλύπτει το προσίδιό της είναι, μέσα από τούτη την αιφνίδια διαύγεια αποκαλύπτεται όχι τόσο μια αναδίπλωση, όσο μια απόκλιση, όχι τόσο μια επιστροφή των σημείων στον εαυτό τους, όσο μια διασπορά (βλ. Foucault, 2016: 13).

 

Ο Λειβαδάς δηλαδή προχωρά σε μια κατάργηση της ενικότητας, σε μια αντιστροφή του υπερκυρίαρχου διαφωτιστικού υποκειμένου, σε μια απόρριψη της κυριαρχίας κέντρων, προσώπων και, τέλος, μονολόγων. Η γραφή του «είναι στραμμένη όχι προς μία εσώτερη επιβεβαίωση, όχι προς ένα είδος κεντρικής, απαρασάλευτης βεβαιότητας, αλλά προς ένα άκρο όπου θα πρέπει συνεχώς να θέτει εν αμφιβόλω τον εαυτό της» (βλ. Foucault, 2016: 21-22), συστήνοντας έτσι μια πληθυντική, πολυφωνική γραφή που αρνείται αυτό που παρουσιάζει, προτείνει αυτό που δεν δέχεται, συμφωνεί με αυτό που κάποιος ονειρεύεται, καταργεί αυτό που εμφανίζεται, αναπαριστά αυτό που κάπου και κάποτε τελματώνει, διαλύει αυτό που πραγματεύεται, συναρμολογεί αυτό που ζητά να δικαιωθεί, αποδυναμώνει αυτό που συγκροτείται. Δεν (παρ)ακολουθεί επομένως την ετερότητα, αλλά συμπορεύεται και συνομιλεί ανοικτά μαζί της, όχι ενσωματώνοντας την στην γραφή του ούτε οικειοποιούμενος τη φύση της, αλλά κάνοντας την ίδια τη γραφή του ετερότητα. Έτσι, δεν παράγει λόγους η γραφή του αλλά είναι η ίδια λόγος: η γραφή είναι ο λόγος που είναι.

Με άλλα λόγια, δεν είναι η μυχιότητα και «η εσωτερικότητα ενός μυστικού» που ο ποιητής είναι επιφορτισμένος να ανακαλύψει και να διαδώσει, αλλά ότι θέλει να βρεθεί χωρίς να παρευρεθεί, να βιώσει χωρίς να αισθανθεί «ένα αμιγές έξω όπου οι λέξεις ξεδιπλώνονται επ’ άπειρον» (βλ. (Foucault, 2016: 22). Και «η ομιλία επί της ομιλίας» είναι που «μας οδηγεί […] σ’ αυτό το έξω όπου το υποκείμενο που μιλά εξαφανίζεται» (βλ. (Foucault, 2016: 14). Και εκεί ακριβώς είναι που εντοπίζεται η ουσιαστική δραστηριότητα του ποιητή.

Ο Λειβαδάς αρνείται τη φωνή του, αποστρέφεται τον λόγο του και τα εναύσματά του, τον «φέρνει αδιάκοπα […] εκτός του εαυτού του, του στερεί ανά πάσα στιγμή όχι μόνο αυτό που μόλις έχει πει, αλλά και την ίδια τη δυνατότητα να το εκφωνεί» (βλ. (Foucault, 2016: 22). Στέκεται –όχι εν είδει σταθερότητας– σε απόσταση ασύμμετρη από τον λόγο του, σε απόσταση άρνησης και περιφρόνησης, βούλησης και αποδρομής, γνώσης και απόγνωσης, επιδιώκοντας «ένα ξεκίνημα που είναι καθαρή καταγωγή, εφόσον τα μόνα αξιώματά του είναι ο ίδιος και το κενό, αλλά είναι και μια επανεκκίνηση, εφόσον ό,τι απελευθέρωσε τούτο το κενό είναι η γλώσσα του παρελθόντος, καθώς σκάβει μέσα στον εαυτό της» (Foucault, 2016: 22).

Με άλλα λόγια, ο ποιητής ξεκινά ένα ξεκίνημα, όχι άφθαρτο και μοναδικό, αλλά ένα ξεκίνημα που βρίσκει, που πιάνει τα πράγματα εν τω μέσω, στη διάρκεια της ζωής, διαδραματίζοντας έναν ρόλο που δεν είναι πιο ξεχωριστός, πιο σημαντικός από τα ίδια τα πράγματα και τις φωνές τους:

 

όχι αντανάκλαση, αλλά λήθη̇ όχι αντίφαση, αλλά αμφισβήτηση που εξαλείφει̇ όχι συμβιβασμός, αλλά αναμάσημα̇ όχι το πνεύμα που μοχθεί  να κατακτήσει την ενότητά του, αλλά η ασταμάτητη διάβρωση του έξω̇ όχι η αλήθεια που τελικά φωτίζει  τον εαυτό της, αλλά η ροή και απόγνωση μιας γλώσσας που έχει ήδη ανέκαθεν ξεκινήσει (Foucault, 2016: 22-23).

 

Η γραφή του Λειβαδά λοιπόν επιτελείται ως ένα αέναο συμβαίνει, το οποίο αντλεί τη νομιμοποίησή του από τη φυσική μονιμότητά του, δηλαδή από τη φυσικότητά του: υπάρχει ακριβώς επειδή υπάρχουν όλοι οι άλλοι και όλα τα άλλα. Δεν πρόκειται δηλαδή για δράση ή δραστηριότητα, αλλά για πορεία και διαδοχή φυσικού χωροχρόνου. Αυτή η καθόλου ιδιότυπη επιτέλεση της γραφής παρουσιάζεται –εμφανίζεται– με:

 

έναν λόγο που δείχνει να είναι χωρίς κατάληξη και χωρίς εικόνα, χωρίς αλήθεια και χωρίς θέατρο, χωρίς τεκμήριο, χωρίς προσωπείο, χωρίς κατάφαση, απαλλαγμένος από κάθε κέντρο, αποδεσμευμένος από κάθε πατρώα γη· έναν λόγο που συγκροτεί τον δικό του χώρο ως το έξω προς το οποίο, έξω από το οποίο, μιλά. Τούτος ο λόγος, ως ομιλία απ’ έξω, οι λέξεις του οποίου δεξιώνονται το έξω προς το οποίο αυτός απευθύνεται, έχει την ανοικτότητα ενός σχολίου: είναι η επανάληψη αυτού που αδιάκοπα ψιθυρίζει έξω. Αλλά τούτος ο λόγος, ως ομιλία η οποία είναι πάντα εκτός αυτού που λέει, είναι μια ακατάπαυστη πρόοδος προς εκείνο του οποίου το απόλυτα λεπτό φως δεν το ανέλαβε ποτέ καμιά γλώσσα (Foucault, 2016: 25).

 

Τα ‘Εχέγγυα της Φύρας’, έργο-σταθμός, παραγωγή ζωής, δεν μπορεί να αποσυντεθεί. Ό,τι αφαιρεθεί, θα λείψει εντόντως. Ωστόσο, αν μπορούσε κανείς να αποπειραθεί ένα ξεχώρισμα, αυτό θα μπορούσε να είναι το ακόλουθο (Λειβαδάς, 2024: 35):

 

Ο άνθρωπος, ο άντροπος, δεν ήταν να εξηγήσει

Τα του ανθρώπου, χρειαζόταν άλλο είδος.

Ήρθε ο ποιητής,

Στέρεψε τα ύδατα πάνω στα οποία περπάτησε.

Ξεμπέρδεψε μα μπερδεύεται

Πάλι με την υπόληψη του αποθανόντος

Αντικρίζοντας την κατάντια των ζωντανών.

Σκάπετος συμμόρφωσης. Επιβίβασης φυσούνα.

Μνήμα προσωπικότητας με υψηλή επισκεψιμότητα

Σε όλες τις σεζόν. Υφασμάτινα άνθη. Μα ούτε καν.

Παρατηρεί τον εαυτό του άνευ προϋποθέσεων.

Τον προλαβαίνει κι ύστερα τον αφήνει

Να τρώει τη σκόνη του

 

Βιβλιογραφία

 

Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

 

Foucault, Μ. (2016). Ο στοχασμός του έξω: Για τον Μωρίς Μπλανσό (Β. Πατσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

 

Λειβαδάς, Γ. (2024). Εχέγγυα της Φύρας (Μ. Βελιτζανίδης, Επιμ.). Αθήνα: Ίνδικτος.

 

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

 

Φουκό, Μ. (1987). Εξουσία, γνώση και ηθική (μτφρ. Ζήσης Σαρίκας). Αθήνα: Ύψιλον.


Πρώτη δημοσίευση: τοβιβλίο.net | Διάβασέ το!, 14 Φεβρουαρίου 2025