Ο χαρούμενος ευτελισμός του κειμένου, ή τι είναι ένα κείμενο σήμερα
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
![]() |
| Giuseppe Arcimboldo, The Librarian (1566) |
Πρώτο κείμενο
για το 2026 και για μία ακόμη φορά αποφασίζω να επιστρέψω σε θέματα γνώριμα. Τι
είναι ένα κείμενο; Τι είναι ένα κείμενο, σήμερα; Ποια είναι η σχέση μας μαζί
του; Θα ήθελα να μιλήσω, με άλλα λόγια, για το πώς το σύμπαν του κειμένου
σήμερα υφίσταται μια διαταραχή και μια μετάλλαξη η οποία επιβάλλεται ταυτόχρονα
και από τα πάνω και από τα κάτω.
Πιο
συγκεκριμένα, θα αναφερθώ στους κυρίαρχους τρόπους – καθώς και για τους λόγους
που υπάρχουν από πίσω – με τους οποίους η λογοτεχνία, το βιβλίο, το κείμενο, η
γραφή αναπαρίσταται και να αναδείξω μέσα από αυτή την ανάλυση τον ανερμάτιστο ευτελισμό
που βιώνει – ως επί το πλείστον (πάντα υπάρχουν κι εξαιρέσεις) – η εν λόγω
τέχνη (και) στις μέρες μας.
Βιβλία
προωθούνται παντού και με πολλούς τρόπους και αυτό είναι κάτι πολύ καλό και
όμορφο. Γραφές πάνε κι έρχονται. Τι γίνεται όμως όταν η προώθηση του κειμένου
υπακούει στο, οικονομικό κατά κύριο λόγο, κέρδος; Τι γίνεται όταν η γραφή
γίνεται αντιληπτή ως ένα μέσο κι ένας τρόπος για προσωπική και ατομική προβολή;
Τι γίνεται όταν το βιβλίο εξυπηρετεί – εν τη γενέσει του – σκοπιμότητες τελείως
άσχετες με την αισθητική επεξεργασία/παρέμβαση/επιτέλεση; (βλ. Κατσιγιάννης
2025α, 2025β). Απαντώ (προσπαθώ).
Αντλώντας από
τον Barthes, σήμερα, το κείμενο («)ομιλεί(»)
μια «ενδοκρατική γλώσσα» (2005: 25). Δηλαδή τον λόγο της εξουσίας, της νόρμας,
των θεσμών και του κράτους. Πρόκειται για τη «γλώσσα της μαζικής κουλτούρας […]
της συζήτησης, της τρέχουσας γνώμης» (Barthes, 2005: 25-26). Από αυτή την
παρατήρηση, καταλαβαίνουμε σε τι μονοπάτια βρίσκεται σήμερα η γραφή. Συνεχίζω.
Οι κυρίαρχοι
λόγοι (η κατεστημένη εξουσία) πάντοτε ήθελαν – και είχαν – τον έλεγχο της τέχνης
(εδώ, της λογοτεχνίας). Όμως, σήμερα, παρατηρούμε πολλά περισσότερα. Η εισβολή
σήμερα δεν εξαντλείται μόνο στο περιεχόμενο του κειμένου (παραλογοτεχνία), δηλαδή
στην προώθηση και προβολή κειμένων της επιφάνειας που κεντρικό τους γνώρισμα
δεν είναι παρά η εμπέδωση και προπαγάνδα των νορμών, αλλά πηγαίνει μακρύτερα:
σήμερα, το κείμενο διώκεται (ποικιλοτρόπως) αν είναι κείμενο, αν δηλαδή
αρνείται να ενστερνιστεί τον ρόλο του αντικειμένου, του υλικού βοηθήματος.
Ακόμα κι αν
κάποιος άνθρωπος δεν έχει απολύτως καμία ενεργή σχέση με το χώρο του βιβλίου
(από κάθε είδους πόστο και ρόλο), είναι σίγουρα σε θέση να κατανοήσει το σχήμα:
λογοτεχνία = παπούτσια/ τσάντα/ αυτοκίνητο/ τρόφιμα/ καλλυντικά/ υπολογιστής/ ρούχα.
Ακόμη, είναι σίγουρα σε θέση να κατανοήσει ότι αποτέλεσμα – αλλά και
συνδημιουργός αιτία συνάμα – του παραπάνω σχήματος είναι η υπάρχουσα συνθήκη
της λογοτεχνίας: η τελευταία ως θέαμα σε ένα κακόγουστο, επικίνδυνο, αλλά και
βαθιά χυδαίο τσίρκο. Με άλλα λόγια, η λογοτεχνία προωθείται μέσω ενός μηχανισμού
που λειτουργεί στη βάση ενός διπλού κανιβαλισμού του κόσμου της: στην τεχνοκρατική
και επιχειρηματική – κατά τα άλλα ορθή – λογική και στη ναρκισσιστική
υπερηφάνεια για επικράτηση ενός προβληματικού και μάλλον σαθρού εγώ.
Έτσι, έχουμε το
εξής – καθόλου καινούργιο – φαινόμενο: η λογοτεχνία καθίσταται αντιληπτή μέσα
από και στη σφαίρα της διαφήμισης, του μάρκετινγκ και της κατανάλωσης.
Επομένως, το κείμενο προσφέρεται όχι για ανάγνωση, δηλαδή επανακατασκευή και
επανεννόηση του κόσμου, αλλά για βίαιη καταβρόχθιση, για ανθυγιεινή, θα
τολμούσα να πω, «αλληλεπίδραση». Και: τόσο ο συγγραφέας όσο και ο αναγνώστης
δεν είναι παρά αφανείς συνέταιροι που ενεργούν συλλογικά σε ένα αόρατο δίκτυο
οικονομικο-ψυχαναλυτικών συμφερόντων/αναγκών.
Σήμερα, η καλή
περίπτωση ποιητή δεν συνιστάται (σχεδόν) καθόλου στη γραφή και στο περιεχόμενό
της, αλλά σ' αυτόν που (υποτίθεται) ότι την κατέχει και την ασκεί. Η προβολή
και η προώθηση του κειμένου λοιπόν είναι θέμα συμφερόντων και ταύτισης μη
ηθικών (κατά βάση) κωδίκων. Η φωνή της γραφής δεν μας αφορά ούτε στο ελάχιστο
αν δεν εναρμονίζεται (για οποιοδήποτε λόγο) με την τραγική (μονοφωνική)
ορχήστρα του περίκλειστου συστήματος του βιβλίου. Θέλω να πω κάτι εξαιρετικά
απλό: το κείμενο, σήμερα, είναι παράσιτο και πρέπει να βοηθά στην όλο και
μεγαλύτερη στερέωση της μονιμότητας στον εαυτό και στη νομιμοποίηση του
προσώπου. Συνεχίζω.
Το κείμενο,
σήμερα, είναι χρηστικό, διαδικαστικό: εξυμνεί την παθητικότητα, δοξάζει την
ομοιομορφία. Αλλιώς: το κείμενο είναι άκρως συστημικό. Βρίσκεται τοποθετημένο
πίσω από βιτρίνες, υλικές και ψηφιακές, ως προϊόν προς εκμετάλλευση. Αυτή του η
φύση επηρεάζει ολόκληρη τη ζωή του: η γραφή είναι πλέον κατάσταση, είδηση,
ενημέρωση και όχι διαδικασία, αταξία, παρέκκλιση, βία και αποδιοργάνωση. Ειδικά
αυτό το τελευταίο είναι πολύ σημαντικό. Το βιβλίο, σήμερα, είναι σε όλους τους τομείς
και τα επίπεδά του κάτι σαν την καφετέρια, την παραλία, την έξοδο στα φώτα. Η
αξία του συνίσταται στην καταγραφή από μέρους ενός προσωπολάγνου συγγραφέα,
στην εμπέδωσή του από έναν προσωπολάγνο αναγνώστη, κριτικό, δημοσιογράφο. Το
κείμενο, σήμερα, είναι ένας ναός της επιτυχίας, της ηρεμίας και αναγκαστικά,
του συμπλέγματος. Το κείμενο, σήμερα, σημαίνει εικόνα – με την κατεστημένη έννοια, αυτή της
βιτρίνας, της «μούρης».
Με βάση όλα τα
παραπάνω, είναι πολύ αναμενόμενο και απαραίτητο μαζί να πει κανείς ότι εκείνο
το οποίο διαβρώνεται – με την αρνητική έννοια, δηλαδή καταστρέφεται – είναι
κάτι πολύ πιο βαθύ – και σε μέγεθος και σε βαθμό – από αυτό που φαίνεται.
Δηλαδή;
Όλο αυτό το
πρόγραμμα που «τρέχει» (και) σήμερα τη λογοτεχνία προσπαθεί να τη διαστρεβλώσει,
αλλά και πιο σημαντικό: τη σέρνει στην αποεπικινδυνοποίηση, σχεδόν συνολικά
(τουλάχιστον, αυτό είναι που επιχειρείται). Έτσι, παύει να αποτελεί
λόγο-αντίλογο, λόγο-πολλαπλότητα, λόγο-ανοικτότητα, λόγο-διφορούμενο,
λόγο-άρνηση. Και μετατρέπεται σε κάτι σταθερό και πρακτικιστικό, π.χ. γράφω/αναγιγνώσκω
όπως ακριβώς τρώω, περπατώ, οδηγώ κ.λπ. (Στην πραγματικότητα, γράφω/αναγιγνώσκω
είναι σαν το σταματώ εν κινήσει. Αλλιώς: γράφω/αναγιγνώσκω = παίζω).
Και πάλι: όλο αυτό
το πρόγραμμα που «τρέχει» (και) σήμερα τη λογοτεχνία την αποσύρει από την
απαραίτητη «απόλαυση του κειμένου» και την ηδονική του συνθήκη για την οποία
έκανε λόγο-πόλεμο ο R. Barthes, (βλ. Barthes, 2005· Μπαρτ, 2022) αρκετές
δεκαετίες πίσω. Και την εισάγει στη θετικιστική, αναλυτική/υπολογιστική,
ψυχογραφηματική και επιτηρητική σφαίρα: όλα πια είναι μετρήσιμα, κυκλοφορήσιμα
και αποστειρωμένα. Και: όλα πια είναι υπερσυναισθηματικά, υπερενσυναισθηντικά
και υπεραντι-αμήχανα/υπερ-βολικά.
Το κείμενο με ξεβολεύει, με ξεκολλά, με ταρακουνά, με τρομοκρατεί, με πολεμά, με αγαπά, με μισεί, με καταδιώκει, με ζητά, με διώχνει, με απωθεί, με ποθεί, με γυροφέρνει. Το κείμενο με καθυστερεί, μου ουρλιάζει: «Κόψε ταχύτητα! Δεν κάνουμε κανενός είδους αγώνα!! Σωματοποιήσεις μόνο επιτελούνται εδώ και υβριδικές συνθήκες διαβίωσης!!!». Αυτό σημαίνει ότι το κείμενο έχει μαζί μου μια συμπαντική διαλεκτική: με πλάθει και το πλάθω με τρόπους τέτοιους που καταργείται (ή δύναται να) όχι μονάχα η επιφάνεια, το περίβλημα, ενός «θετικού» λόγου που έργο του δεν είναι άλλο από την συγκαταβατικοποίηση της πολλαπλότητας και παρεκκλίνουσας επιτελεστικότητας, αλλά ολόκληρη η δυναμική που έχει – επειδή τη διαμόρφωσε, υπό αυτή την έννοια αποκλειστικά – ώστε να μου επιβάλλει τις αρθρώσεις των σημείων (και τους αντίστοιχους συνδυασμούς ένωσης/συναρμολόγησης) που τον συντηρούν ως κυρίαρχο. Με άλλα, ντελεζιανά λόγια, το κείμενο είναι «γραμμή φυγής» και «ρίζωμα», όχι «δέντρο» με ορατά (και μη) όρια, κανόνες, κέντρα, διευθύνσεις κ.λπ. (Deleuze & Guattari, 2017· Ντελέζ & Παρνέ, 2022).
Τελείως αντίθετα με αυτό, το κείμενο, σήμερα, ζήτα από εμένα μια ψεύτικη διέγερση, μια επί τούτου κίνηση και κινητοποίηση ώστε να μπορώ – και να αρκούμαι σε αυτό – να κατανοώ ότι δρω, χωρίς να με ενδιαφέρει το τι, το πώς και το γιατί της υπόθεσης αυτής. Με άλλα λόγια, σήμερα, το κείμενο θέλει να αισθάνομαι καλά, όμορφα και ζεστά. Θέλει να εκπλήσσομαι με προγραμματισμό. Αλλιώς: σήμερα, το κείμενο, θέλει από εμένα να κοιμάμαι ονειρευόμενος ελεγχόμενα. Ο μηχανισμός του κειμένου, σήμερα, με θέλει στην ημέρα, στον νόμο, στον χώρο, στον χρόνο, στο κράτος. Με θέλει να περνώ καλά αλλά και να εκφράζω την κατεστημένη επιθυμία. Με θέλει να διαρκώ, όχι να εξαντλούμαι, όχι να πολλαπλασιάζομαι.
Κι άλλα για το
κείμενο, σήμερα. Έτσι όπως σκιαγραφήθηκε η λειτουργία του, αναλογίζεται κανείς
ότι ολόκληρο το σύστημα – και με τις δύο έννοιες/σημασίες – πίσω απ’ το βιβλίο
αποστρέφεται την πολλαπλότητα, την πολυσημία και, γενικότερα, δυσανασχετεί με
οτιδήποτε συνεργάζεται με την αντιανθρωπιστικηή/μεταανθρωπιστική
οπτική/προσέγγιση (βλ. Newman, 2019), που προτάσσει εναλλακτικά, συγκρουσιακά
ερμηνευτικά εργαλεία γύρω από τον κόσμο του κειμένου (αλλά και τον κόσμο τον
ίδιο).
Τι καταλαβαίνω απ’
όλα αυτά; Ας πω ένα συμπέρασμα. Το κείμενο, σήμερα, είναι πιο πολύ χρήσιμο για διακοσμητικό,
υλικό στερέωμα ή σύμβολο (σημείο) που «τονώνει» τη φωτογραφία ενός ανθρώπου,
παρά για ό,τι ξέρουμε/πιστεύουμε (κάποιοι) ότι είναι.
Σήμερα, δεν
υπάρχει το κείμενο (λίγο μόνο).
ΥΓ. Εγώ (ή και
ένας άλλος άνθρωπος με τον οποίο μοιράζομαι παρόμοιες ανησυχίες από παρόμοιες
αφετηρίες) αντιλαμβάνομαι το κείμενο ως τον βιβλιοθηκάριο, του Giuseppe Arcimboldo. Ο βιβλιοθηκάριος αποτελεί ίσως την πιο πλήρη
ενσάρκωση του κειμένου, την πιο διαλεκτική επιτελεστικότητα μεταξύ υποκειμένου
και κειμένου. Η σημασία του διαβάζεται ακριβώς έτσι όπως βιώνεται – καταγωγικό
χαρακτηριστικό της αναπαράστασής του. Δεν διαχωρίζεται το ένα από το άλλο. Όμως,
το σύστημα του κειμένου σήμερα θέλει να τον κάνει σαν εμάς.
Βιβλιογραφία
Barthes, R. (2005). Απόλαυση, γραφή, ανάγνωση (Α. Κόρκα, Μτφρ., Μ. Βιέν, Επιμ.). Αθήνα: Πλέθρον.
Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.
Κατσιγιάννης, M. (2025α). Η λογοτεχνική κριτική ως μέσο και ως πεδίο. Θράκα. Ανακτήθηκε 2 Ιανουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_5.html
Κατσιγιάννης, M. (2025β). Λογοτεχνία και κριτική: μια σύντομη αλλά απαραίτητη επιστροφή. Ologramma. Ανακτήθηκε 2 Ιανουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_84.html
Μπαρτ, Ρ. (2022). Η απόλαυση του κειμένου (Φ. Χατζιδάκη & Γ. Κρητικός, Μτφρ.). Αθήνα: Κέδρος.
Newman, S. (2019). Από τον Μπακούνιν στον Λακάν: Ο αντιεξουσιασμός και η εξάρθρωση της εξουσίας (μτφρ. Α. Αγγελής, επιμ.Τ. Γκόνης & Δ. Παπαγιαννοπούλου), Κέλευθος.
Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ.
Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.
