Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Αυταρχισμός, περιχαράκωση και κόμπλεξ

Αυταρχισμός, περιχαράκωση και κόμπλεξ

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Ruth Chaney, The Writer (1935-1943)



Ακούω και διαβάζω διαρκώς διάφορους να επιτίθενται στην σημερινή μαζική λογοτεχνική παραγωγή, να την νοηματοδοτούν αρνητικά και να τη θεωρούν ως την κύρια υπαίτια για την κατάπτωση της σημερινής λογοτεχνικής κατάστασης. Συνήθως, αυτή η άποψη εκφέρεται από άτομα που ανεξάρτητα από την ηλικία τους χαρακτηρίζονται από οπισθοδρόμηση, αυταρχισμό, κόμπλεξ, συντηρητισμό και ελιτισμό. Η ουσία της άποψής τους συμπυκνώνεται στο αίτημα για σκληρή περιχαράκωση του λογοτεχνικού χώρου και στην προώθηση μιας ηθικής της ουσιοκρατικής αξιολόγησης και του απόλυτου κανόνα

Εννοείται πως είναι απαραίτητη η κριτική, υπό την προϋπόθεση βέβαια της γνώσης και της ικανότητας, αλλά η κριτική δεν προηγείται της δημιουργίας. Η κριτική υπάρχει μετά το βιβλίο, το κείμενο και ασκείται σε αυτό και όχι πριν από αυτό, δηλαδή στο να προσπαθούμε να πείσουμε και να επιβάλλουμε σε έναν συγγραφέα να μην εκδοθεί. Αυτό είναι μια κακοποιητική και τοξική στάση και συμπεριφορά την οποία δεν δέχομαι προφανώς καθόλου να συζητήσω. Και νομίζω ότι κάθε αξιοπρεπής (τουλάχιστον) άνθρωπος οφείλει να πράξει το ίδιο.

Σήμερα κυκλοφορεί μη ποιοτική λογοτεχνία. Έχω κι εγώ αυτή την άποψη. Ωστόσο, τόσο αυτή η άποψη όσο και το αν η συντριπτική πλειονότητα των βιβλίων που κυκλοφορούν εντάσσονται στη μη ποιοτική λογοτεχνία αυτό είναι κάτι άκρως υποκειμενικό και σχετικό. Όταν λέω τη φράση: «Δεν υπάρχει καλή λογοτεχνία σήμερα» ή «Αυτό το βιβλίο δεν είναι καθόλου καλό και ποιοτικό», αυτή υπάρχει μόνο εντός του κόσμου μου, μόνο εντός του λόγου μου και συνομιλεί με άλλους λόγους με τους οποίους είτε συμφωνεί είτε συγκρούεται και διαφωνεί. Με άλλα λόγια, η οποία κρίση του καθενός είναι η προσωπική, υποκειμενική του άποψη έτσι όπως αυτή έχει διαμορφωθεί και συγκροτηθεί εντός ενός (λιγότερο ή περισσότερο) συγκεκριμένου κοινωνικού, πολιτικού και πολιτισμικού πλαισίου και δεν αποτελεί την εξόρυξη μιας αλήθειας.[1]

Αυτοί που διατυμπανίζουν όμως τον αρνητικό λόγο για τη μαζική εκδοτική παραγωγή θεωρούν τις απόψεις τους αντικειμενικές, καθολικές και οικουμενικά πολύτιμες. Είναι οι αυτόκλητοι κριτές, οι τιμωροί-δικαστές, οι άγιοι ήρωες που θα μας σώσουν από τον βούρκο στον οποίο είμαστε ανήμποροι. Έτσι, εύλογα πιστεύουν ότι η αληθινή και καλή λογοτεχνία δυσκολεύεται να αναδειχθεί λόγω της υπερπληθώρας κακών τίτλων που κυκλοφορούν. Όμως, αυτή η άποψη, όπως καταλαβαίνει κανείς, είναι πέρα για πέρα εσφαλμένη.

Το έχω πει και αλλού, αρκετές φορές, η κατάσταση της μαζικής εκδοτικής παραγωγής, όπως και κάθε είδους κατάσταση, δεν μπορεί να είναι από μόνη της ούτε αρνητική ούτε θετική. Δεν μπορεί κανείς να διαμορφώσει και να εκφέρει άποψη από την «εικόνα» μιας οποιασδήποτε κατάστασης. Ωστόσο, αφετηριακά μιλώντας, δεν μπορώ να μην παραδεχτώ ότι η μαζική παραγωγή καθώς και οι καινούργιοι, εναλλακτικοί τρόποι έκδοσης και δημοσίευσης της λογοτεχνίας αναμφίβολα δίνουν το στίγμα της ανοικτότητας, της ροπής προς τη δημιουργία και τη δημιουργικότητα, ανεξάρτητα από το τι εν τέλει συμβαίνει εντός ενός βιβλίου. Αυτή μου η παρατήρηση και θέση σκιαγραφεί το πλαίσιο της κατάστασης της μαζικής εκδοτικής παραγωγής.

Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές απόψεις περί ποιοτικής και μη ποιοτικής λογοτεχνίας, προϋπόθεση για αυτόν τον υποκειμενικό διαχωρισμό είναι η ύπαρξη της ίδιας της λογοτεχνίας. Το πώς και γιατί εκδίδει κάποιος ένα βιβλίο είναι σίγουρα άξιο διερεύνησης. Και είναι πολλά τα αρνητικά κρούσματα. Πολλά. Δεν θα το κρύψω. Άλλωστε, έχω ασχοληθεί και ασχολούμαι με αυτό το ζήτημα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι όποιος εκδίδει σήμερα βιβλία ή εκδίδει σε συστηματική βάση πρέπει να κατηγοριοποιηθεί στη μη ποιοτική λογοτεχνία ακριβώς λόγω της αυξημένης του εκδοτικής παραγωγής. Υπάρχουν συγγραφείς που μπορούν να ενταχθούν πολύ εύκολα είτε στην ποιοτική λογοτεχνία είτε στη μη ποιοτική λογοτεχνία ανεξάρτητα από την συχνότητα έκδοσής τους.

Είναι πολύ σημαντικό αυτό με την αυξημένη συχνότητα και παρατηρείται έντονα γύρω μας. Πολλοί από τους ανθρώπους που τάσσονται υπέρ στο επιχείρημα της (άκρατης ή μη) δαιμονοποίησης της μαζικής εκδοτικής παραγωγής, επειδή οι ίδιοι δεν είναι παραγωγικοί όσο θα ήθελαν ή όσο είναι άλλοι συγγραφείς ή επειδή δεν βρίσκουν το θάρρος της έκθεσης στο αναγνωστικό και κριτικό κοινό, στρέφονται, με μανία πολλές φορές, εναντίον συγγραφέων που είναι πολύ παραγωγικοί, επινοητικοί και δημιουργικοί και προσπαθούν να τους κάνουν να αισθανθούν ενοχή για την μεγάλη τους παραγωγικότητα και δημιουργικότητα.

Εκείνο το οποίο εγώ λέω είναι το εξής. Πρέπει να ενθαρρύνουμε τους πάντες να πάρουν την απόφαση να εμπλακούν στη σφαίρα της δημιουργίας, στην περιπλάνηση σε αυτή, ανεξάρτητα από τον λόγο της απόφασης και το αποτέλεσμα που θα μας δώσουν. Οφείλουμε, όλοι ανεξαιρέτως, στον άλλο τη συνθήκη της δημιουργίας ακόμη κι αν δεν τον εμπιστευόμαστε. Δεν είναι κανένας από εμάς αυτός που θα αποφασίσει για τον άλλο. Αυτό δεν συνεπάγεται απεμπόληση της κριτικής, ακόμα και σκληρής. Σημαίνει μόνο ότι αναγνωρίζουμε, ο καθένας μας ξεχωριστά, στον άλλο τον ίδιο χώρο και ότι είναι εντάξει να μοιραζόμαστε τον ίδιο χώρο. Και μετά τις δημιουργίες, πάνω στις δημιουργίες, έρχεται η κριτική. Με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να πιστεύουμε ότι επειδή έχουμε τα α΄ ή τα β΄ κριτήρια για τη λογοτεχνία, πρέπει όποιος γράφει να γράφει μόνο με βάση αυτά. Ο καθένας θα γράψει με τον τρόπο που επιθυμεί και για τον λόγο που ο ίδιος κρίνει. Και εκεί είναι που θα συναντήσει την κριτική μας.

Προσωπικά, θα ήθελα να δω όλον τον κόσμο να δημιουργεί και να διαβάσω όσο μπορώ τα βιβλία του. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα μου αρέσουν όλα, αλλά αυτό δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Αρέσουν σε άλλους αναγνώστες, σε άλλους κριτικούς. Εγώ, όπως και όλοι μας, είμαστε εδώ για να διαβάζουμε όσο και ό,τι μπορούμε και να παραθέτουμε το υποκειμενικό μας κριτικό σχόλιο στις δημιουργίες που συναντάμε. Δεν είμαστε εδώ για να αποτρέψουμε τον άλλον να δημιουργήσει ακόμη κι αν διαφωνούμε με τον λόγο που τον ωθεί στη δημιουργία και τον τρόπο με τον οποίο την επιτελεί.

Έχω την βαθιά πεποίθηση ότι πρέπει να εκμεταλλευθούμε και να ενθαρρύνουμε αυτό το στίγμα ανοικτότητας, αυτή τη ροπή προς τη δημιουργία και τη δημιουργικότητα που παρατηρείται στην σημερινή εποχή και να προσπαθήσουμε να το διαχειριστούμε με θετικό τρόπο. Τα πάντα ξεκινάνε από την απόφαση της δημιουργίας. Εκτός αυτού, δεν υπάρχει λογοτεχνία, δεν υπάρχει γραφή, δεν υπάρχει ανάγνωση. Και πού ξέρεις, αφήνοντας αλλά και ενθαρρύνοντας την δημιουργία να ανθίσει, μπορεί και να οδηγηθούμε μετά από κάποιο σημείο σε πολύ ευχάριστες εκπλήξεις.

Κλείνοντας, προσθέτω το εξής. Όσο μια κοινωνία δημιουργεί, ό,τι κι αν δημιουργεί, γυρνά, δηλαδή ζει. Το πώς ζει ας το συζητήσουμε, ναι. Θα έλεγα μάλιστα ότι είμαστε υποχρεωμένοι να το συζητήσουμε και να το συζητάμε. Αλλά το αν πρέπει να ζουν κάποιοι μόνο εντός της, όχι!


Βιβλιογραφία

Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Foucault, Μ. (1978). Ιστορία της σεξουαλικότητας 1: Η δίψα της γνώσης (Γ. Ροζάκη μτφρ., Γ. Κρητικός, επιμ.). Αθήνα: Ράππα.

Μπέργκερ, Π. Λ. & Λούκμαν, Τ. (2003). Η κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας (Κ. Αθανασίου, Μτφρ., Γ. Κουζέλης & Δ. Μακρυνιώτη, Επιμ.). Νήσος.

Newman, S. (2019). Από τον Μπακούνιν στον Λακάν: Ο αντιεξουσιασμός και η εξάρθρωση της εξουσίας (Α. Αγγελής, Μτφρ., Τ. Γκόνης & Δ. Παπαγιαννοπούλου, Επιμ.). Αθήνα: Κέλευθος.

Πεχτελίδης, Γ. (2020). Για μια εκπαίδευση των κοινών εντός και πέραν των «τειχών». Αθήνα: Gutenberg.

Φις, Σ. (2019). Συνέπειες. Στο K. M. Newton (επιμ.), Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα: Ανθολόγιο κειμένων (Α. Κατσικερός & Κ. Σπαθαράκης, Μτφρ.) (σσ. 451-460). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης.

Φουκό, Μ. (1987). Εξουσία, γνώση και ηθική (μτφρ. Ζ. Σαρίκας). Αθήνα: Ύψιλον.


[1] Βλ. ενδεικτικά: Foucault, 1978· Φουκό, 1987· Μπέργκερ & Λούκμαν, 2003· Deleuze & Guattari, 2017· Newman, 2019· Φις, 2019· Πεχτελίδης, 2020.