Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Μια σχέση ζωής με τη γραφή: σκέψεις για «Το κόκκινο σημειωματάριο: αφηγήματα και άρθρα», του Πολ Όστερ

Μια σχέση ζωής με τη γραφή: σκέψεις για «Το κόκκινο σημειωματάριο: αφηγήματα και άρθρα», του Πολ Όστερ

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


 

Είναι αρκετοί οι συγγραφείς εκείνοι (κυρίως αυτοί που δεν «ζουν» πλέον) που μπορούν να δείξουν με τον καλύτερο και πιο ποιοτικό τρόπο, σε έναν αναγνώστη, τη σχέση ζωής ενός υποκειμένου με τη γραφή. Ένας από αυτούς δεν μπορεί παρά να είναι ο Πολ Όστερ και εδώ η αναφορά είναι για τον τόμο: «Το κόκκινο σημειωματάριο: αφηγήματα και άρθρα» (Ζαχαρόπουλος, 2005, μτφρ.: ΚΥΡΙΑΖΗ ΒΙΚΥ).

Στον πολυσέλιδο αυτόν τόμο, ο αναγνώστης διαβάζει αυτοβιογραφικές αναφορές, ημερολογιακές καταχωρήσεις, αναστοχαστικά κείμενα καθώς και δοκίμια και κριτικά κείμενα για λογοτέχνες, ζωγράφους, καλλιτεχνικά ρεύματα κ.λπ. Οι κριτικές τοποθετήσεις του Όστερ είναι πέρα από διεισδυτικές και δημιουργικές, δηλαδή δεν αναπαράγουν απλώς ό,τι έχει ήδη ειπωθεί για διάφορα πράγματα,  έννοιες, πρόσωπα και γεγονότα, αλλά επιχειρούν να τα δουν αλλιώς και από αλλού. Επίσης, οι εκτενείς αυτοβιογραφικές καταγραφές μαρτυρούν σημαντικά πράγματα σχετικά με τον τρόπο σκέψης του συγγραφέα γύρω από ποικίλα ζητήματα και δείχνουν ένα μυαλό σε εγρήγορση το οποίο (ανα)στοχάζεται διαρκώς, με κάθε ερέθισμα και προσπαθεί πάντα να μην ικανοποιείται με την επιφανειακή όψη των όποιων γεγονότων. 

Θα ήταν, κατά την γνώμη μου, μεγάλο λάθος από μέρους του αναγνώστη να διαβάσει αυτό το βιβλίο ακολουθώντας κυριολεκτικά τον υπότιτλό του: «αφηγήματα και άρθρα». Δηλαδή να μεταχειριστεί το βιβλίο υπό τη μέθοδο της άντλησης πληροφοριών και της κλειδαρότρυπας. Έτσι, θα χάσει τον τίτλο: «Το κόκκινο σημειωματάριο». Εξηγώ γιατί. 

Ο Πολ Όστερ είναι από εκείνους τους συγγραφείς που ξεφεύγουν κατά πολύ από την πλοκή, από την αφήγηση του συγκεκριμένου και από το γενικότερο πλαίσιο του ενδιαφέροντος που παρουσιάζουν κάθε φορά στον αναγνώστη. Είναι από εκείνους τους συγγραφείς που αποτελούν πάντοτε μία αφορμή για να μιλήσει κανείς για πολύ βαθύτερα ζητήματα από αυτά που του περιγράφει, να σκαλίσει το κειμενικό γλυπτό και να κοιτάξει αλλιώς τα υλικά και τις πιθανότητες τους. Έτσι συμβαίνει και με αυτό το βιβλίο του Όστερ. Και μάλιστα με το εν λόγω βιβλίο θα έλεγα ότι συμβαίνει πιο εύκολα, πιο φυσικά, σαν να προκαλεί ο ίδιος ο συγγραφέας το σκάλισμα του κειμενικού γλυπτού του πιο έντονα.

Η ουσία αυτού του βιβλίου δεν είναι καθόλου διαφορετική από τα λογοτεχνικά έργα του Όστερ. Ωστόσο, εδώ, εξαιτίας της απουσίας της αμιγούς λογοτεχνικότητας (από τη στιγμή που πρόκειται για δοκιμιακά κείμενα), ο τρόπος με τον οποίο συνδέεται και αναμιγνύεται ο Όστερ με τη γραφή είναι αρκετά πιο εύληπτος και αναλυτικός. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την προβολή μιας κοσμοθεωρίας την οποία νοηματοδότησαν ποικιλοτρόπως και χρύσωσαν αρκετοί συγγραφείς, όπως για παράδειγμα ο Μπόρχες, ο Κάφκα, ο Αρτώ, η Γουλφ, ο Μπάροουζ, ο Μπαρτ και μεταξύ αυτών και ο Πολ Όστερ. 

Μέσα από όλα τα θέματα και τους τρόπους γραφής, ο Όστερ δεν επιχειρεί απλώς να γράψει, στην κυριολεξία, για τη ζωή του, για τις ευρύτερες σκέψεις του και για τα θέματα και τους ανθρώπους που τον ενδιαφέρουν, αλλά επιχειρεί κάτι πολύ πιο βαθύ και συγκρουσιακό: αυτή την ιδιότυπη σύνδεση του εαυτού με τη γραφή (ως στάση και πρακτική), τη δημιουργία μιας σχέσης ζωής με τη γραφή έτσι που να υπάρχει εντός του κόσμου-κειμένου ως εγγεγραμμένος και να (τον) γράφει.

Επομένως, το δομικό χαρακτηριστικό της γραφής του Όστερ, το νήμα που συνδέει άρρηκτα όλα τα κείμενα αυτού του βιβλίου, ανεξάρτητα από το θέμα που πραγματεύεται κάθε φορά, αφορά στο πώς ένας άνθρωπος μπορεί να δημιουργήσει με τη γραφή μια σχέση ζωής, πώς ένας άνθρωπος μπορεί να αντιλαμβάνεται τη θέση του στον κόσμο μέσα από την πρακτική της γραφής και πώς για έναν άνθρωπο μπορεί η γραφή να αποτελεί την επιτελεστική πρακτική παραγωγής και αναπαραγωγής της ζωής. 

Το παρατηρούμε ξεκάθαρα αυτό στον τόμο: η γραφή είναι δημιουργία. Όχι απαραίτητα με την στενή, καλλιτέχνη έννοια, αλλά υπό την έννοια ότι η κάθε γραφή, εκκινώντας από κάποιο (αόριστο ή μη) συμβάν, κατασκευάζει ένα διπλό γεγονός: κατασκευάζει μια καινούρια εκδοχή ενός συνόλου σημείων ή μια επινόηση ενός συνόλου σημείων και ταυτόχρονα κατασκευάζει έναν τρόπο αντίληψης και νοηματοδότησης μέρους του κόσμου. Στη γραφή οφείλεται η ίδια η ζωή του κόσμου, αλλά και η συνέχισή του.

Αυτό ακριβώς είναι που κάνει εδώ ο Πολ Όστερ: είτε γράφει για έναν πατέρα στο νηπιαγωγείο του γιου του είτε γράφει για τον Κάφκα, πιάνεται από το συμβάν και κλείνεται εντός του, διαλύεται στη σκέψη που ενώνει τη γραφή με τη ζωή και ενεργεί με βάση αυτή τη σκέψη αντιλαμβανόμενός τη ως φυσιολογική αναγκαιότητα. Αποσύρεται από την ουδέτερη (με την αρνητική έννοια), αδιάφορη και τεχνοκρατική ύπαρξη μέσα στην καθημερινότητα και αφήνει τη γραφή να τον εγκλωβίσει και να τον κυριεύσει. Είναι απλό και εναλλακτικά αναζωογονητικό: μια ζωή από και προς τη γραφή. Δεν πρόκειται για εσωστρέφεια, αλλά για τη σκέψη της ζωής ως γραφή και της γραφής ως ζωή: η εμπειρία είναι η οδός της γραφής και η γραφή είναι η οδός της εμπειρίας ταυτόχρονα. 

Τα βλέμματα και οι κατευθύνσεις της γραφής του Όστερ, αλλά και τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται, όλα αυτά αναδεικνύουν το ότι και το πώς η ταυτότητά του, ο εαυτός του, συγκροτείται από και εντός της γραφής (ως στάση και πρακτική), κατασκευάζεται μέσα από τα φίλτρα της γραφής και του κειμένου, κάτω από και μέσα στον κόσμο που είναι ο ίδιος το μεγάλο συλλογικό κείμενο, το οποίο όλοι τροφοδοτούμε και τροφοδοτούμαστε από αυτό. 

Θα έλεγα λοιπόν ότι «Το κόκκινο σημειωματάριο», του Πολ Όστερ, είναι ένα έργο που αξίζει να διαβαστεί υπό την οπτική του μη διαχωρισμού της γραφής από τη ζωή, από τον κόσμο, από τους ανθρώπους, από τα γεγονότα και όχι σαν ένα ακόμη βιβλίο στοχαστικών δοκιμίων. Ο αναγνώστης πρέπει να απεγκλωβιστεί από την εργαλειακή, πληροφοριακή και διαγώνια ανάγνωση. Μόνο έτσι μπορεί να γίνουν αντιληπτά όλα όσα περιγράφει ο Όστερ, δηλαδή αν γίνει πρώτα αντιληπτός ο τρόπος και ο λόγος τους.

Κλείνω, παραθέτοντας ένα απόσπασμα από το βιβλίο που θεωρώ ενδεικτικό:

 

ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΕΝΑΝ ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΧΩΡΟ

 

Διάλεξε ένα σημείο της πόλης και άρχισε να το θεωρείς δικό σου. Δεν έχει σημασία πού και δεν έχει σημασία τι θα είναι αυτό. Μια γωνιά του δρόμου, κάποια είσοδος του μετρό, ένα δέντρο στο πάρκο. Ανάλαβε την ευθύνη γι' αυτό. Διατήρησέ το καθαρό. Ομόρφυνέ το. Θεώρησέ το προέκταση του είναι σου, κομμάτι της ταυτότητάς σου. Νιώσε υπερηφάνεια γι' αυτό όπως θα ένιωθες για το δικό σου σπιτικό. Πήγαινε σε αυτόν τον χώρο κάθε μέρα την ίδια ώρα. Πέρνα μια ώρα παρατηρώντας όλα όσα συμβαίνουν εκεί, παρακολουθώντας όλους εκείνους που περνούν ή σταματούν ή κάνουν οτιδήποτε άλλο.  Κράτησε σημειώσεις, πάρε φωτογραφίες. Κατάγραψε τις καθημερινές παρατηρήσεις σου και δες αν έμαθες κάτι για τους ανθρώπους ή για τον χώρο εκείνο ή για τον εαυτό σου. Χαμογέλα στους ανθρώπους που έρχονται εκεί. Όποτε είναι δυνατόν, μίλα τους. Αν δεν μπορείς να σκεφτείς κάτι να πεις, άρχισε μιλώντας με τον καιρό (σελ. 74-75).

 


* Αναζητήστε κι άλλα κείμενά μου για τον συγγραφέα στο παρόν ιστολόγιο είτε ως Paul Auster είτε ως Πολ Όστερ