Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Οι διερευνήσεις της γραφής: για το «Βάθος Πεδίου», του Χρήστου Χρυσόπουλου

Οι διερευνήσεις της γραφής: για το «Βάθος Πεδίου», του Χρήστου Χρυσόπουλου


του Μιχάλη Κατσιγιάννη



Έχω πάντοτε μία αρχή σχετικά με τη λογοτεχνική κριτική και την πεζογραφία: να αποφεύγω να αναφέρομαι στο περιεχόμενο ως πλοκή, να μην κάνω δηλαδή αυτό που λέμε περίληψη του βιβλίου – αυτό είναι βιβλιο-κριτική: αντι-στοχασμός, κόπος για το ασήμαντο. Ο λόγος είναι ο εξής απλός. Ξέρουμε καλά (από μεγάλο τμήμα της θεωρίας) ότι ένα βιβλίο, κυριολεκτικά κάθε βιβλίο, δεν έχει στην πραγματικότητα ιστορία (παρελθόν, παρόν και μέλλον) εκτός από αυτή που δημιουργεί ο αναγνώστης στη σχέση του μαζί με αυτό. Συνεπώς, η όποια προσπάθεια αποκρυστάλλωσης του περιεχομένου ενός βιβλίου από μέρους του κριτικού, συνιστά αυταρχική διάθεση, καλούπωμα και πατρονάρισμα του αναγνώστη και παρεμπόδιση της αναγνωστικής διαδικασίας συνολικότερα. 

Αυτή μου την αρχή, ο Χρυσόπουλος την τροφοδοτεί πολύ. Θα έλεγα ακόμη πιο πολύ. Στον Χρυσόπουλο βλέπω ένα καταφύγιο στο οποίο ξέρω ότι θα εξαπατηθώ. Αυτή η αίσθηση και σιγουριά μου δημιουργεί μια αναγνωστική ασφάλεια, με παρακινεί να εμπλακώ όλο και πιο βαθιά. Έτσι συμβαίνει και στο Βάθος Πεδίου (εκδόσεις Οκτώ, 2025).

Ο Χρυσόπουλος είναι συγγραφέας χωρίς γραφή με την έννοια που της αποδίδεται στις μέρες μας. Η γραφή για τον Χρυσόπουλο είναι η εξωτερική και εσωτερική εμπειρία, η βιοψυχολογικη σύνθεση που διαμορφώνει τα βλέμματά μας, η απειρότητά μας και η προσωρινότητά μας. Αυτό το θεωρώ κρίσιμο γιατί κατά την προσωπική μου γνώμη στη σημερινή εποχή σπανίζουν οι πραγματικοί λογοτέχνες, οι δημιουργοί που όντως δημιουργούν. 

Μέσω λοιπόν αυτής της πρακτικής, ο Χρυσόπουλος εξερευνά τα όρια μεταξύ λογοτεχνικής γραφής και αφήγησης και («)πραγματικής(») ζωής, θολώνοντας τις όποιες διαχωριστικές γραμμές αλλά με έναν τρόπο φυσικό, αναμενόμενο. Ποιος και πώς είναι ο ίδιος; Ποιοι και πώς είναι οι άλλοι (και οι υπόλοιποι); Εδώ έγκειται και η μαγεία του λογοτεχνικού λόγου: η πραγματική βύθιση στις πρακτικές του λογοτεχνικού λόγου, η φυσική και ενστικτώδης (από ένα – αόριστο – σημείο κι ύστερα) επιτέλεσή του σε αποξενώνει όχι μόνο από την πραγματικότητα, αλλά και από τον ίδιο σου τον εαυτό. Σε φτάνει στα άκρα του προσώπου, στην κατάργηση της σταθερότητάς του και στην συνεχή επαναδιαπραγμάτευση και επανακατασκευή του. Και φυσικά αυτό είναι κάτι που επεκτείνεται (συνήθως σταδιακά) σε σχεδόν κάθε πρόσωπο, καθώς και στην έννοια του προσώπου εν γένει. Συνεχίζω. 

Αναγνωρίζω το Βάθος Πεδίου ως ένα κείμενο που εντάσσεται στην ευρύτερη παράδοση και παραγωγή της μεταμοντέρνας (κι εν μέρει της μεταδομιστικής) γραφής. Ένα αναμφίβολα έντονα διακειμενικό βιβλίο στο οποίο παρελαύνουν διάφορες προσωπικότητες, παρουσιάζονται διάφορα γεγονότα. Ένα υβριδικό, οριακό κατασκευαστικά, κείμενο που παίζει με τα σύνορα των ειδών και των τρόπων της γραφής, που βρίσκεται στο όριο του λόγου και της άρθρωσής του. Ένα διαλεκτικό βιβλίο, ένα βιβλίο-κολάζ, στο οποίο διασταυρώνονται πυκνοί λόγοι και προθέσεις μέσα σε ένα κλίμα συλλογικής ετερότητας. Ένα αναστοχαστικό κείμενο που ασχολείται με το δυνητικό και την περιπλάνηση. Ένα επιτελεστικό και διακαλλιτεχνικό κείμενο-παιχνίδι, που και τον τίτλο του ακόμη τον δανείζεται από μία άλλη τέχνη, τη φωτογραφία, καθώς και την glitch αισθητική του εξωφύλλου. 

Ο Χρυσόπουλος, ένας συγγραφέας-ερευνητής, λειτουργεί εδώ ως ένας διάφανος, φασματικός σημειολόγος: τρέχει (ταξιδεύοντας) να πιάσει τα σημεία που εκρήγνυνται, αλλά και να περιμαζέψει και όσα έμειναν αθέατα. Με τη γραφή του διερευνά τα περιβάλλοντα και τις ανάσες, τις σκέψεις και τις φωνές. Οι στιγμές επανανοηματοδοτούνται, ο χωροχρόνος αποκανονικοποιείται και η λογοτεχνία, ή μάλλον ο λογοτεχνικός φακός, είναι εκεί για να συλλάβει το σύνολο – όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο – των γεγονότων, να τα συναρμολογήσει, να τα ξαναεξηγήσει, να τα καταστρέψει, να τα ζωντανέψει και πάλι μέσω άλλων δρόμων και οπτικών. 

Στο Βάθος Πεδίου υπάρχει λοιπόν μια μέριμνα για την πολυσημία, μια έγνοια για την ευαλωτότητα, μια περίθαλψη για το ανείπωτο. Είναι η ιστορία, ιδιωτική και δημόσια, που κινητοποιεί τον συγγραφέα. Η εναλλακτική κατανόηση και προσέγγιση των ανθρώπων, των χώρων, του χρόνου και των συμβάντων, είτε μακρινών είτε  κοντινών, είτε νοητών είτε υλικών, δίνουν τόσο στον ίδιο τον συγγραφέα όσο και στον αναγνώστη μια ποικιλότροπη και πολυεπίπεδη πρόσβαση σε ερμηνευτικά εργαλεία που επανασχεδιάζουν το ατομικό και το συλλογικό, το πολιτικό και το κοινωνικό. 

Πώς θα συνόψιζα την εμπειρία μου με το κείμενο; Μάλλον ως εξής. Στο Βάθος Πεδίου, ο Χρυσόπουλος γράφει σαν να μιλά, μιλά σαν να κινηματογραφεί, κινηματογραφεί σαν να κοιτά, κοιτά σαν να αισθάνεται, αισθάνεται σαν να ζει, ζει σαν να πεθαίνει (και η παρατηρητικότητα που αναθέτει στη γραφή είναι που τον φέρνει πάλι πίσω, έπειτα τον ξαναπαίρνει, τον επιστρέφει και πάλι, κ.ο.κ.).

Θα πω ότι το νέο βιβλίο του Χρυσόπουλου επιβεβαιώνει τον όρο που επινόησα ειδικά για τον ίδιο και το βιβλίο του Ο Βομβιστής του Παρθενώνα, χαρακτηρίζοντάς το ως ένα έργο «μετα-συνεκτικού λόγου».[1] Το όλο οικοδόμημα είναι λαβυρινθώδες, βίαια αφηγηματικό, συγκρουσιακά αποτελεσματικό και επιτελεί την επικοινωνιακή διάσταση με τρόπους που απαιτούν μια εξερευνητική και συμμετοχική διάθεση, αντί να προτρέπει στην ανάγνωση ως παρακολούθηση.

Κλείνοντας, το Βάθος Πεδίου δεν είναι βιβλίο κοινού. Αφετηριακά μιλώντας, δεν νομίζω ότι τέτοιου είδους κείμενα μπορούν να έχουν μαζική απεύθυνση – πόσο μάλλον μη πλασματική αποδοχή. Είναι ένα ανάγνωσμα που όσοι κινούνται είτε ως συγγραφείς είτε ως αναγνώστες (είτε με κάποια άλλη ιδιότητα) σε παρόμοια μονοπάτια θα διαβάσουν με απόλαυση – αυτή του Roland Barthes. Όσον αφορά τους άλλους, είναι ένα ανάγνωσμα που μάλλον δεν έχει πολλά να προσφέρει. Νομίζω ότι δεν θα τους βοηθήσει, θα τους ενοχλήσει, θα τους βλάψει. Ίσως έτσι να το αντιληφθούν. Ωστόσο, αν τύχει και αποφασίσουν (προτρέπω γι' αυτό) να το διαβάσουν...ποτέ δεν ξέρεις!

Τέλος, παραθέτω ένα αντιπροσωπευτικό, κατά την κρίση μου, απόσπασμα από το βιβλίο, που νομίζω ότι δικαιολογεί την ευρύτερη νοοτροπία και κουλτούρα που αποδίδω στον συγγραφέα (και σε αυτό το κείμενο) και που πιθανόν αποδίδει και ο ίδιος στον εαυτό του και στο έργο του:

 

η σελίδα δεν είναι ποτέ πραγματικά κενή. Δηλαδή, υπάρχουν ήδη τόσα πολλά, υπάρχουν τόσο πολλά πράγματα γραμμένα στη σελίδα, δεν υπάρχει κενή σελίδα. Υπάρχει μια λευκή σελίδα αντικειμενικά, δηλαδή μια ψεύτικη λήθη, ρηχή, ανεπαρκής, αδύναμη. Η σελίδα είναι γεμάτη, ακατάστατη, χαοτική, και αυτό ακριβώς είναι το ανυπόφορα επώδυνο. Ότι η σελίδα είναι τόσο ακατάστατα πλήρης, που δεν υπάρχει χώρος για να προσθέσεις οτιδήποτε. Κατά συνέπεια, η μνήμη, όπως και η γραφή, θα είναι στην ουσία διαγραφή, καθάρισμα, αφαίρεση, πράγματα που αναγκάζεσαι να πετάξεις, να αγνοήσεις, να αρνηθείς. Τι υπάρχει εκεί γραμμένο προτού αρχίσω να σκέφτομαι, να θυμάμαι, να γράφω, να μιλάω; Ο άπειρος κόσμος. Υπάρχει αυτός ο άπειρος κόσμος...ή μάλλον, πώς να το πω; Είναι απλώς ότι...δεν θυμάσαι έτσι απλά, δίχως τίποτα να κατοικεί τον νου σου, έχεις πολλά πράγματα στο κεφάλι σου. Αλλά στο δικό σου...κεφάλι...κατά κάποιον τρόπο, όλα είναι στριμωγμένα στην ίδια σελίδα. Όταν έχεις κάτι στο μυαλό σου. Προτού μιλήσεις. Υπάρχουν πολλά πράγματα, όλα είναι στριμωγμένα στην ίδια σελίδα, και όπως ξεδιαλέγεις τα έγγραφα και τα λογής χαρτιά στο σπίτι ενός πεθαμένου, έτσι πρέπει να πετάξεις, να ξεφορτωθείς, να εξαφανίσεις τα περισσότερα (σελ. 119-120).


[1] Βλ.: Κατσιγιάννης, M. (2025). "Ο βομβιστής του Παρθενώνα", του Χρήστου Χρυσόπουλου: ένα παιχνίδι με σύμβολα, ή η γραφή ως ασταθές ερωτηματικό. Χάρτης. Ανακτήθηκε 17 Ιανουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_69.html