Στο κυνήγι ενός χαμένου θησαυρού: αναζητώντας την ποίηση σήμερα
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
![]() |
| Pablo Picasso, The Poet (1911) |
Στο παρόν κείμενο θέλω να μιλήσω για την κατάσταση της ποίησης σήμερα. Αν και είναι παντελώς περιττό (υπό την έννοια ότι ισχύει πάντα για τον λόγο κάθε υποκειμένου και για κάθε ζήτημα) θα αναφέρω ότι οι σκέψεις που θα παρουσιάσω είναι οι προσωπικές, υποκειμενικές μου αντιλήψεις και κρίσεις και δεν διεκδικώ με κανέναν τρόπο να καταστούν αντιληπτές ως αντικειμενικές, οικουμενικές και σωστές. Προχωρώ λοιπόν.
Τα συστήματα και οι τεχνολογίες διακυβέρνησης που επικρατούν στα δυτικά έθνη-κράτη έχουν αναλυθεί πολλαπλώς και ποικιλοτρόπως από μία σειρά στοχαστές ανά τα χρόνια. Έννοιες, σκέψεις και πορίσματα που προέρχονται από την πλούσια παράδοση της κριτικής θεωρίας και του μεταδομισμού ανέδειξαν και συνεχίζουν να αναδεικνύουν όχι μόνο το τι ακριβώς συμβαίνει αλλά, πρώτον, δείχνουν πολύ αναλυτικά το πώς συμβαίνει ό,τι συμβαίνει και, δεύτερον, δείχνουν τον ρόλο που διαδραματίζει το κάθε υποκείμενο σε ό,τι συμβαίνει.
Η εποχή μας ασκεί τον έλεγχο και την επιτήρηση με τρόπους υπόγειους, αόρατους που καθιστούν την αναγνώριση και τον εντοπισμό τους ένα δύσκολο έργο. Η εποχή μας, μια εποχή εσωτερικεύμενης αυτοεπιτηρήσης και αυτοπαρακολούθησης, αυτοενοχοποίησης και αυτοτιμωρίας, διαστρέφει κάθε έννοια υγιούς δημιουργικότητας και έμπνευσης, διαβρώνει τη διαφορά, προσβάλλει την ετερότητα.
Είναι μια εποχή που ενδιαφέρεται για τη συντήρηση της αμάθειας, τη διεύρυνση της απάθειας και τον πολυκατακερματισμό της δράσης. Η εποχή μας συνίσταται στο φαίνεσθαι, στο δυνατό φιλτράρισμα της εικόνας και στην πάσης φύσεως λαμπρότητα. Το περιεχόμενο χάνει απελπιστικά έδαφος έναντι της μορφής (εδώ η μορφή εννοείται ως διευρυμένη), που πλέον κυριαρχεί παντού και με τρόπους όχι πάντοτε εύκολα ανιχνεύσιμους – αυτό καθιστά ακόμη πιο αυτοκρατορική την εξουσία της.
Η εποχή μας πορεύεται και λειτουργεί με οδηγό μια νευρική και υστερική εγρήγορση, που μέσα σε απίστευτα γρήγορα εναλλασσόμενες ταχύτητες αναζητά επιφανειακές λύσεις και γρήγορα αποτελέσματα σε βαθιά και πανανθρώπινα προβλήματα, αποφεύγοντας τη λυτρωτική και απελευθερωτική πρακτική του (ανα)στοχασμού και της κριτικής παρατήρησης όπως ο διάολος το λιβάνι.
Η εποχή μας είναι μια εποχή ομολογουμένως αντιαισθητική από όποια αισθητική αφετηρία κι αν εκκινεί κανείς – εκτός κι αν εκκινεί από μια καπιταλιστική αισθητική και μια καταναλωτική ηθική. Η εποχή μας είναι εμποτισμένη από τις επιτηρητικές (όχι μόνο συστημικές) δυνάμεις, που πείθουν αποτελεσματικά σχετικά με την μετατροπή του εφήμερου σε οικουμενική πυξίδα και χάρτη, του φόβου ως ντετερμινιστική κατάληξη και συνθήκη και της οικειοποίησης του ως τρόπου ζωής, της επιφανειακής (κάθε είδους) κριτικής ως ηθική αξία και της δημιουργίας ως απώλεια χωροχρόνου, εκτός κι αν ακολουθεί τους προτεινόμενους κανόνες και προωθεί τις κατασταλτικές νόρμες.
Στο πλαίσιο αυτό, η ποίηση δεν μπορεί φυσικά να μην υποστεί πλήγματα.[1] Η εποχή μας αποστρέφεται την ποίηση, σημασία έχει η εικόνα του ποιητή: είναι μια εποχή βαθιά αντιποιητική (εδώ ο όρος θα χρησιμοποιείται με την αρνητική του σημασία), εκτός κι αν η ποίηση δεν είναι όπως η πραγματική ποίηση, αυτή δηλαδή που σε διαβάζει και τη διαβάζεις, που σε κλείνει και την (ξανα)ανοίγεις, που σε απορρίπτει και την (επανα)διεκδικείς – ο ελληνικός 20ος αιώνας βρίθει από τέτοια ποιητικά παράδειγμα.
Σήμερα υπάρχουν ποιητές. Προφανώς. Κάθε εποχή έχει τους ποιητές της. Ωστόσο, σήμερα παρατηρείται μια διαφορετική προσέγγιση σε αυτό. Τι εννοώ; Σε αντίθεση με παλαιότερα, σήμερα δεν υπάρχει ποιητικό κλίμα και, κατά (αναπόφευκτη) συνέπεια, δεν υπάρχουν τόσο ποιητές όσο ποιητικές παραγωγές. Σήμερα υπάρχει κυρίως μια συστημική ποιητική. Μιλώ γι' αυτό που εκλαμβάνω ως κανόνα μέσα από την ποικιλότροπη επαφή μου με τη σημερινή ποιητική κατάσταση.
Ξεχωρίζω αρκετές ποιητικές γραφές του σήμερα (τόσο ποιητικές φιγούρες στο σύνολό τους όσο και μεμονωμένες ποιητικές συλλογές). Αυτό είναι μια αλήθεια, δεν μπορώ να το αρνηθώ – και όσοι αρνούνται ότι σήμερα υπάρχουν αξιολογότατοι ποιητές βρίσκονται στην (αν)ασφάλεια είτε της ασχετοσύνης είτε της εμπάθειας. Άλλωστε, η ενασχόλησή μου σε επίπεδο λογοτεχνικής κριτικής (και όχι μόνο), το επιβεβαιώνει. Αναγνωρίζω ποιητικές φωνές που με εγκαλούν, που με διαταράσσουν και με μπερδεύουν χαριτωμένα και ελκυστικά. Αναγνωρίζω ποιητικές φωνές που με ωθούν να φτάσω στα άκρα της αναγνωστικής εμπειρίας και, το πιο σημαντικό, να μην ξέρω τι να κάνω μετά. Αναμφίβολα, υπάρχουν.
Όμως, αυτές τις περιπτώσεις ποιητών τις θεωρώ εξαιρέσεις. Τις αντιλαμβάνομαι σαν έπεσαν από άλλη, περασμένη εποχή στη σημερινή. Σήμερα η ποίηση είναι αλλιώς, συμβαίνει θα λέγαμε με οδηγούς και κίνητρα τελείως άσχετα με την αισθητική, τελείως μακριά από τη γραφή ως ανάγκη κι ένστικτο.
Σήμερα η ποίηση (και γενικότερα η γραφή) βασίζεται, πολύ συχνά άγρια και απροκάλυπτα, σε διαπροσωπικές σχέσεις, σε προσωπικά χαρακτηριστικά, σε δημόσιες σχέσεις, σε μιμητικές εξάρσεις που πλασάρονται ως ανεξίτηλες επιρροές, σε ποιητικές βραδιές και συναντήσεις, σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής και διαιωνίζεται από αυτό που συχνά κάποιοι αποκαλούμε ως «παρεάκια» (κριτικοί, περιοδικά, ιστολόγια, ιστοσελίδες, ΜΜΕ, ΜΚΔ, βιβλιοπωλεία).[2]
Κριτική χωρίς ονόματα είναι ευάλωτη κριτική. Θα συμφωνήσω. Ωστόσο, δεν θα ήθελα να προβώ σε ονοματολογία, ούτε στους μεν (όσους θεωρώ εξαιρέσεις) ούτε στους δε (όσους θεωρώ κανόνα), γιατί δεν θέλω να εκληφθεί η παρέμβασή μου (από κάποιους «καλοπροαίρετους» αναγνώστες) ως προσωπική πολεμική – γιατί δεν είναι. Άλλωστε, όσοι μοιράζονται τις ίδιες ή παρόμοιες ανησυχίες, μπορούν πιστεύω να καταλάβουν και να φτιάξουν έναν χάρτη.
Σήμερα ο ποιητής είναι απλώς ένας άνθρωπος που γράφει και δημοσιεύει/εκδίδει. Είναι ένας παραγωγός με την πιο κοινή έννοια, ένας τεχνοκράτης του λόγου. Αυτό από μόνο του αρκεί. Όμως, η ποίηση (το ποίημα και η γραφή του: η ζωή και οι ροές του) είναι μια τελείως διαφορετική υπόθεση: είναι περιεχόμενο, είναι παρέμβαση. Υπό την οπτική της διάθεσης, η ισχυρότερη όλων. Η ποίηση σήμερα, αντί για περιεχόμενο και παρέμβαση, είναι εμπορικό υλικό, προϊόν κατανάλωσης (τόσο με την έννοια της αγοραπωλησίας όσο και με την έννοια ότι έτσι νοηματοδοτείται και η ίδια η γραφή) που απλώς πρέπει να αναπαράγεται και να διαδίδεται ασύστολα. Με άλλα λόγια, σήμερα η ποίηση έχει απομακρυνθεί τόσο από τη γραφή όσο και από την ανάγνωση. Το ποίημα υπάρχει ανεξαρτήτως περιεχομένου και αυτό είναι που μετρά. Τότε και έτσι έχει αξία.
Σήμερα δεν υπάρχουν, εκτός των κάποιων εξαιρέσεων, τα ίχνη του βλέμματος, της σωματικότητας, της περιπλάνησης και της αναζήτησης, δηλαδή όλων εκείνων των στοιχείων που διαμορφώνουν έναν ποιητικό λόγο ως περιεχόμενο. Είναι όλα εργαστηριακά και κλινικά προσχεδιασμένα κι επιτελούμενα.
Αν και γίνεται συχνά λόγος για το βίωμα, το σώμα, τη συνείδηση, την εμπειρία και άλλων παρόμοιων στοιχείων, παρατηρεί κανείς ότι η οποία βιωματική διάσταση (που πράγματι επικρατεί στη σημερινή ποιητική παραγωγή) είναι κατά κύριο λόγο επιφανειακή: απλώς κατατίθεται ως αντικείμενο, δεν υπόκειται σε κάποιου είδους αισθητική επεξεργασία. Πρόκειται για ένα είδος συνομιλίας με την κοινή έννοια όμως, για ένα είδος ημερολογιακής γραφής απαλλαγμένο από τις δυνάμεις της ποιητικότητας.
Το ποίημα σήμερα αποσκοπεί στην τόνωση ενός προσώπου και στην αύξηση της υπεροχής μιας κλίκας (εκδοτικής, φιλικής κ.λπ. – εδώ μπορεί να ανιχνευθεί το είδος της ιδεολογίας). Το ποίημα σήμερα πρέπει να δικαιώνεται, να είναι αγαπητό. Το ποίημα σήμερα είναι ακίνδυνο, βολικό, όμορφο, μη αμήχανο. Το ποίημα σήμερα είναι συμμορφωμένο με τις τάσεις της κοινωνίας, με τις ανάγκες των πολλών. Αυτοί είναι το κοινό του ποιήματος σήμερα, κυρίως επειδή το ίδιο το ποίημα το επιλέγει ως κοινό του.
Η γραφή όμως και ιδιαίτερα η ποιητική είναι κάτι άλλο. Είναι μετασχηματισμός, είναι επιθυμία, είναι ρήξη. Ο ποιητής, αντλώντας από τον Ντελέζ, είναι η «λειτουργία του Ανώμαλου», του «outsider», εκείνου που «είναι πάντα στα σύνορα», που είναι πάντα σε συσχέτιση με τις «γραμμές φυγής» και το «γίγνεσθαι», που είναι συνδεδεμένος, «όταν δεν είναι του κατεστημένου», με «μειονότητες» (2022: 46-47). Με άλλα λόγια, η γραφή συνίσταται στην πλεύση, στην έκφραση (με την μη στατική έννοια) μιας ιδέας, στη σύσταση μιας (λιγότερο ή περισσότερο συλλογικής) βιοθεωρίας που βρίσκεται σε άμεση και ζωντανή διαλεκτική με την άρνηση, την πολλαπλότητα, την υβδριδικότητα, την πολυσημία, την ενδεχομενικότητα.
Όμως, σήμερα που επικρατεί η ομοιομορφία και η σταθερότητα, ο απολιτικισμός και η φρεσκάδα της εικόνας, η εμμονική λατρεία στο πρόσωπο, η μηχανιστική έκφραση και η τυποποιημένη δημιουργία και δημιουργικότητα, η ποίηση, η γραφή, απέχει πολύ από το τι πραγματικά είναι, γι' αυτό και σήμερα βρίσκεται θα λέγαμε σε σοβαρό κίνδυνο. Η ποίηση σήμερα μοιάζει με διαφήμιση που διαφημίζει το πρόσωπο. Κυριαρχεί η αντι-έκπληξη, ένας συναισθηματικός ορθολογισμός, μια ειρηνική και αγαθή διάθεση. Με άλλα λόγια, μια ηχηρή κατάπτωση, μια συμφιλίωση με τις νόρμες.
Αυτό με φέρνει στο εξής σημαντικό ζήτημα που επικρατεί σήμερα εντόνως σχετικά με την ποίηση (τόσο ως γραφή όσο και ως στάση) και την αποδυναμώνει περαιτέρω: τη δαιμονοποίηση του πειραματισμού, της καλλιτεχνικής διερεύνησης και της αισθητικής αναζήτησης.
Οι συνεχείς εκκλήσεις για απλότητα και λιτότητα στην έμπνευση, στη δημιουργία και στην έκφραση κρύβουν το ζητούμενο, φανερώνουν τον μηχανισμό εξουσίας: αυτή η δήθεν ανθρώπινη έκκληση τόσο για αποφυγή περίτεχνων λόγων (οι οποίοι συχνά ετικετοποιούνται και ως άλογοι ή ναρκισσιστικοί λόγοι), όσο και η δήθεν ανάγκη για συνάντηση, επικοινωνία και αλληλεπίδραση, σκοπεύει στην παύση της παρεκκλίνουσας σκέψης, στην τοποθέτηση φρένων κι εμποδίων στους συγκρουσιακούς τρόπους ζωής και εκμετάλλευσης της εμπειρίας. Φτάνει μόνο να μοιράζεται κάνεις, τίποτα άλλο. Να παράγει όγκους δεδομένων και πληροφοριών. Έτσι νοηματοδοτείται σήμερα η ποίηση, έτσι λειτουργεί σήμερα η ποίηση. Να μιλά, να μιλά, να μιλά χωρίς τέλος και χωρίς λόγο ο ποιητής. Αυτό είναι που ενδιαφέρει, αυτό είναι που επιβραβεύεται. Το τι και το πώς του μοιράσματος δεν έχουν και τόση σημασία εκτός και αν μπορούν να απειλήσουν το κατεστημένο, ομοιόμορφο και συναινετικά συντηρούμενο κοινωνικό σώμα, δεν έχουν σημασία εκτός και αν προβάλλουν το δυνητικό, τη διαφορά.
Ωστόσο, υπάρχουν και αυτοί που δεν ενδίδουν. Υπάρχουν και αυτοί που αντιστέκονται σε αυτή τη βίαιη νεοφιλελευθεροποίηση της ποίησης και του ποιήματος. Τι γίνεται λοιπόν με όσους αντιστέκονται σε αυτή την κατάσταση; Ποιος είναι που δεν συμμορφώνεται; Ποιος είναι που αντιδρά στο προσκύνημα της θολής μορφής που θέλει να σφραγίζει τα πάντα και τους πάντες σύμφωνα με τις αρχές της; Ποιος είναι που αφήνεται στη δημιουργία περιεχομένου; Τι γίνεται με όσους αρθρώνουν έναν λόγο που επισημαίνει τα (κατά την προσωπική τους άποψη) κακώς κείμενα;
Φυσικά περιθωριοποιούνται, σπρώχνονται στην αορατότητα και στην ανυπαρξία και πολύ συχνά στη χλεύη. Αποκλείονται από ό,τι σχετίζεται με την ποίηση – είτε με προφάσεις είτε ακόμη και χωρίς. Εδώ αναδύεται αυτόματα μια αναφορά στην ευδαιμονική συνθήκη: η μοναξιά, ο αποκλεισμός, η αγνόηση και η απομόνωση που βίωναν, βιώνουν και μάλλον θα βιώνουν πολλοί ποιητές, υπό το πρίσμα των όσων προηγήθηκαν, πρέπει να αναγνωρίζεται ως βαθιά λυτρωτική και ριζοσπαστική πράξη.
Η σημερινή κατάσταση της ποίησης, η διαστρεβλωτική αλλαγή της λειτουργίας της, δικαιώνει σε πολύ μεγάλο βαθμό όλες αυτές τις θλιβερές μάζες που κάνουν λόγο για εγγενή δυσλειτουργία της τέχνης, για την αισθητική ως πολυτέλεια, για τον ποιητικό λόγο ως τεμπέλικο και ονειροπαρμένο σύμπτωμα. Όμως, πεισμώνει κι εκείνους που παραμένουν στην ποίηση ως ανάγκη κι ένστικτο: στην ποίηση ως τρόπο ζωής.
Ωστόσο, μια απαραίτητη διευκρίνηση εδώ. Πρέπει κανείς να αποφύγει έναν περίκλειστο ελιτισμό, να αντισταθεί σε έναν ποιητικό αυταρχισμό. Εξηγώ. Δεν είναι λίγοι αυτοί που τοποθετούνται αρνητικά σχετικά με την σημερινή ποιητική κατάσταση (όπως έκανα κι εγώ) και κακολογούν τη μαζική ποιητική παραγωγή που επικρατεί, τους εναλλακτικούς τρόπους έκδοσης και δημοσίευσης, προτρέποντας σε συστάσεις πάσης φύσεως αξιολογικών επιτροπών, σκλήρυνση της εκδοτικής παραγωγής και των μηχανισμών δημοσίευσης και γενικότερα μια περιχαράκωση του ποιητικού φαινομένου.
Έχω άλλη άποψη. Η μαζική ποιητική παραγωγή του σήμερα, οι εναλλακτικοί τρόποι έκδοσης και δημοσίευσης, δεν πρόκειται για στοιχεία που είναι από μόνα τους θετικά ή αρνητικά. Είναι λάθος τόσο η δαιμονοποίηση όσο και η θεοποίηση. Αν και γενικά έχω την πεποίθηση ότι προβάλλουν μια κουλτούρα συνεργασίας και ανοικτότητας, ότι ανοίγουν νέους δρόμους, εγκαινιάζουν νέες συνομιλίες και δείχνουν σίγουρα ένα ενδιαφέρον για την ποίηση, εν τέλει, το τι είναι για τον καθένα μια γραφή μπορεί να κριθεί μόνο στην πράξη: με το μοίρασμα, με την επαφή, με την ανάγνωση.[3]
Προσωπικά, είμαι πάντοτε θετικά προκατειλημμένος σε (σχεδόν) κάθε εκδοτικό βήμα. Θέλω να βλέπω συνέχεια ανθρώπους να γράφουν και να χαίρονται γι' αυτό, να ζουν μέσα σε αυτό, να καταπνίγονται, να εξολοθρεύονται, να μιλούν γι' αυτό κι έτσι να καταφέρνουν να βρίσκουν άλλα και να μας δίνουν μια λυτρωτική διέξοδο. Και από εκεί ακριβώς πηγάζει η κριτική μου στάση για την σημερινή ποιητική κατάσταση, από το γεγονός δηλαδή ότι βλέπω τον ποιητή να μην λειτουργεί έτσι.
Κλείνοντας, να επαναλάβω ότι ο ποιητής ως εικόνα και το ποίημα ως δεδομένο και πληροφορία, προφανώς δεν κάτι καινούργιο, απλώς στις μέρες μας γνωρίζει ένα απόγειο. Θα προσθέσω, εν είδει ανακεφαλαίωσης, σε αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση τα επίκαιρα λόγια ενός ανθρώπου που κατά γενική ομολογία άγγιξε και αγγίχθηκε πραγματικά από τη γραφή, του Τσαρλς Μπουκόβσκι. Ο τελευταίος, με το δικό του ιδιαίτερο ύφος και τον μοναδικό του καυστικό ρεαλισμό, γράφει για αυτούς τους ποιητές και τη γενικότερη συνθήκη:
κάνουν όλο και περισσότερες αναγνώσεις, γνωρίζουν άλλους του σιναφιού τους. Συζητούν μεταξύ τους. Αρχίζουν να νιώθουν πανέξυπνοι [...] ξέρουν τα πάντα εκτός από τα υδραυλικά [...] είναι πραγματικά αποκαρδιωτικό να τους βλέπεις να εξελίσσονται [...] γίνονται δάσκαλοι, στέκονται μπροστά σε άλλους και τους λένε πώς να το κάνουν. Όχι απλώς πώς να γράφουν, αλλά πώς να κάνουν τα πάντα. Τους ρουφάει κάθε διαθέσιμη παγίδα [...] πρέπει να τους δεις να διαβάζουν: το ΛΑΤΡΕΥΟΥΝ, το κοινό, τους μικροεκδότες [...] όλη αυτήν τη σύναξη ηλιθίων που πηγαίνουν σε αναγνώσεις ποίησης- κρυόκωλες σειρές ανθρώπων με ελαστικές κωλοτρυπίδες και μυαλό σαν κινέζικα ντουντλ (μαλακά). Πόσο λατρεύουν να διαβάζουν αυτοί οι ποιητές. Πόσο λατρεύουν να αφήνουν τη φωνή τους να αναδύεται. «Τώρα» λένε «θα διαβάσω μονάχα 3 ακόμη ποιήματα!» [...] και, φυσικά, τα 3 ποιήματα είναι μακροσκελή [...] για μένα, συγγραφέας είναι αυτός που γράφει [...] όχι να διδάσκεις στους άλλους το πώς, όχι να κάθεσαι σε σεμινάρια, όχι να διαβάζεις σ' ένα μαινόμενο πλήθος. Γιατί είναι τόσο εξωστρεφείς; Αν ήθελα να γίνω ηθοποιός, θα είχα δοκιμάσει τις κάμερες του Χόλυγουντ [...] η γραφή τραβάει τους χειρότερους, όχι τους καλύτερους [...] οι εκδοτικοί οίκοι του κόσμου απλώς τυπώνουν ασταμάτητα τη σαβούρα ανεπαρκών ψυχών που οι ανεπαρκείς κριτικοί αποκαλούν λογοτεχνία, ποίηση, πεζογραφία (Μπουκόβσκι, 2019: 207-209).
Βιβλιογραφία
Κατσιγιάννης, M. (2025α). Λογοτεχνικό τοπίο και ανθρώπινες σχέσεις. Art In Vivo. Ανακτήθηκε 16 Ιανουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_76.html
Κατσιγιάννης, M. (2025β). Λογοτεχνικό τοπίο και ανθρώπινες σχέσεις (Μέρος ΙΙ): ρωγμές στο λογοτεχνικό κατεστημένο. Art In Vivo. Ανακτήθηκε 16 Ιανουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_27.html
Μπουκόβσκι, Τσ. (2019). Για τη γραφή (Γ. Λαμπράκος, Μτφρ.). Αθήνα: Πατάκης.
Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.
[1] Το παρόν κείμενο αναφέρεται στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.
[2]
Περιοσοτερα γι’ αυτό βλ.: Κατσιγιάννης, 2025α, 2025β.
[3] Στο επιχείρημα που αντιτάσσουν συνέχεια
κάποιοι, ότι δεν προλαβαίνει κάνεις να τα διαβάσει όλα, απαντώ: δεν πειράζει!
Από ένα σύνολο, πότε δεν θα προλάβει κανείς να τα δοκιμάσει όλα, ποτέ. Δεν
είναι αυτό που έχει σημασία.
