Η διαλεκτική της πτώσης και του
κενού: σχόλια στην ποιητική συλλογή «Στιγμές», της Μυρτάλης Κανταρτζή
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
Μια ποιητική φωνή αγνοημένη, ένας λόγος ξεχασμένος στη βουή των χρόνων, μια ανάσα που μπερδεύτηκε μαζί με τόσες πολλές άλλες και παρατήθηκε, ένα αισθητικό αποτύπωμα που προσπεράστηκε και ίσως ποτέ να μην κοιτάχθηκε. Ο λόγος είναι για την Μυρτάλη Κανταρτζή και το αξιόλογο βιβλίο της με τον τίτλο «Στιγμές» (Δωδώνη, 1993).
Μια ποιητική συλλογή που αναμφίβολα είναι από τις λίγες που με έχουν συγκλονίσει με τρόπο θετικό και ουσιαστικό. Θα έλεγα ότι η εν λόγω συλλογή, αποτελεί ένα πολύ όμορφο ποιητικό παράδειγμα, το οποίο σήμερα είναι ευάλωτο και εκλείπει, αφού στις μέρες μας η γραφή οπισθοχωρεί έναντι του διαφημιστικού και κανονιστικού λόγου (το τελευταίο είναι η γραφή σε αδράνεια). Η ποιήτρια, στη συλλογή αυτή, αποκρυσταλλώνει και παραδίδει μια διαυγή, σαγηνευτική και γαλήνια εξομολόγηση.
Πρόκειται
για ένα βιβλίο που προκαλεί θετικά τον αναγνώστη τόσο με το περιεχόμενό του όσο
και με τη μορφή του. Η ποιητική πρόζα της παρεμποδίζει ευχάριστα την
αναγνωστική προσοχή και επιχειρεί να δημιουργήσει ένα κλίμα εντός του οποίου
επικρατεί περισσότερο η συζήτηση, ο διάλογος απ' ότι η παράθεση ενός – έστω και
ποιητικού – λόγου.
Απόσπασμα
από το ποίημα «Σήμερα είχα γενέθλια» (σελ. 18-19):
Την χαρά την
αντλώ από πράγματα αιώνια και διαρκώς επαναλαμβανόμενα, όπως ο καφές και η
αγάπη. Ο καφές είναι πραγματικότητα.
Με όλα αυτά,
τι να κάνω εγώ;
Κλείνομαι
στο άσπρο μου δωμάτιο κι ψάχνω κι όλο ψάχνω στην ατζέντα μου, μήπως είναι
κανείς που μπορώ να μιλήσω. Μα δεν μπορώ.
Τώρα η μόνη
μου φροντίδα είναι να βγάλω ίσα-ίσα τη μέρα. «δος ημίν σήμερον...». Ίσως είναι
και το πιο σωστό.
ΜΕ ΑΚΟΥΣ ΕΣΥ ΠΟΥ ΚΛΑΙΩ;
Η ποιήτρια εξερευνά
την ίδια της ζωή και τη σχέση που έχει αποκτήσει με τον κόσμο και τους άλλους.
Προβληματίζεται, και βασανίζεται μάλιστα, γύρω από ζητήματα σχετικά με τη
μοναξιά, το άγχος, την αναμονή, τη δυσφορία, την ανησυχία, τη μητρότητα, τον
έρωτα, τις οικογενειακές σχέσεις, την ευρύτερη προσωπική της ζωή και
κατάσταση.
Απόσπασμα
από το ποίημα «Πάλι στο σπίτι μου» (σελ. 15):
Αυτό το
σπίτι έχει τρία άτομα και τρία δωμάτια. Ο καθένας καταλαμβάνει το δικό του χώρο
και οι πόρτες, ανάμεσα, τον περισσότερο καιρό είναι κλειστές.
Η
επικοινωνία περιορίζεται στο «τι θα φάει ο μικρός», και πώς πετάω τα λεφτά μου.
Καμιά φορά
λέμε «καληνύχτα»̇ «καλημέρα» όμως, δε λέει κανείς.
Η παρουσία του ενός ενοχλεί τον άλλον κι όμως, τόσα χρόνια μαζί και μόνοι, άσχετοι και ανόμοιοι, κουβαλάμε το σπίτι στην πλάτη μας μέσα από σχέσεις αλληλεξάρτησης και τάσης φυγής.
Το στοιχείο εκείνο που μου κίνησε πιο πολύ το ενδιαφέρον είναι ο τρόπος με τον οποίο θέτει η ποιήτρια το υπαρξιακό. Δημιουργεί μια μπερδεμένη μη στατική εικόνα, μια συνειρμική παρατηρητικότητα, έναν λόγο που βαδίζει μέσα σε αποχρώσεις και διαφορετικές υφές. Η γραφή της δεν αφηγείται (με την έννοια της εξιστόρησης) απλώς τον κόσμο, δεν μας μεταφέρει δηλαδή απλώς στα σημεία που βρέθηκε το βλέμμα της. Αντίθετα, παίζει με τα σημεία αυτά, τα ομαδοποιεί και τα χαλάει, τα συγκεντρώνει και τα μπερδεύει. Σε αυτή την ασταθή πορεία που παίρνει η γραφή της, πολλές φορές αποσυναρμολογείται μαζί με τον κόσμο και η ίδια η ποιήτρια. Και τότε είναι που η ανάγνωση κορυφώνεται.
Άτιτλο (σελ.
21):
Μικρές
σταγονίτσες δροσιάς βράδυ με το βράδυ.
Θέλω ένα χείμαρρο για να ξεδιψάσω.
Αυτή η
πρακτική γραφής της ποιήτριας, την οποία και εκλαμβάνω ως πολύ πολύτιμη, με
προκαλεί να διαβάσω τα ποιήματα πολλές φορές και με διαφορετικούς τρόπους. Κάθε
φορά κι ένα άλλο αποτέλεσμα, χωρίς όμως να υπάρχει ανταγωνισμός, μόνο ένας
χορός διαφορετικών εισόδων και εξόδων.
Απόσπασμα
από το ποίημα «Η τσάντα μου» (σελ. 29):
Όσο είμαι κινούμενη, είμαι ευτυχής. Καμιά φορά δεν είμαι.
Η συλλογή
χαρακτηρίζεται από εσωτερικότητα, αναστοχαστική διάθεση, αποστροφή για το δημόσιο,
τάση και θέληση για αορατότητα, περιπλάνηση στον κόσμο, στα μέρη, στους
ανθρώπους και τις σκέψεις τους και όχι στο εδώ, στα μίζερα και καταθλιπτικά
φώτα, στα βίαια συμπεράσματα και τις εξοργιστικές συναναστροφές.
Άτιτλο (σελ.
24):
Μέσα στο λεωφορείο κοιτώ γύρω μου και δίνω ονόματα στους ανθρώπους. Ονόματα σύμφωνα με τον υποτιθέμενο χαρακτήρα τους. Τα περισσότερα είναι κακά. Ακόμα κι όταν αφορούν ανθρώπους που μου αρέσουν.
Διαβάζοντας κάνεις τη συλλογή, καταλαβαίνει με σαφήνεια περί τίνος πρόκειται: το ποιητικό υποκείμενο βρίσκεται διαρκώς ένα βήμα πριν, υπάρχει ως ύπαρξη στο όριο. Μια θλιμμένη (όχι δυστυχισμένη) και σκεπτική σκέψη που διαγιγνώσκει την έντονη και βαθιά παρουσία της απουσίας στον κόσμο και εκείνο για το οποίο μοχθεί, θα μπορούσαμε να πούμε, είναι η απόδραση από έναν ψυχισμό της εγκράτειας και της σταθερότητας.
Αυτή η παρατήρηση με οδηγεί στο επίδικο. Η ποιήτρια, με την ενδοσκοπική, ταραγμένη και ταλαντωμένη γραφή της, προκρίνει στον αναγνώστη μία εναλλακτική, τόσο σαγηνευτική όσο και ριζοσπαστική – πολεμική για την κατεστημένη κοινωνική οργάνωση και συνοχή. Η ποιήτρια προβάλλει την κατάρρευση του εαυτού, τον κατακερματισμό της σοβαρής και λογικής συνείδησης, την πτώση ως δημιουργία, την επαφή με το κενό ως ψυχοπνευματική απελευθέρωση από έναν κόσμο που όχι απλώς νορμοποιεί τη βαρβαρότητα, αλλά την έχει ως πρώτη φύση.
Μας καλεί να βρεθούμε σε ένα αλλού η ποιήτρια, σε ένα αλλού που δεν υπάρχει, που πρέπει να φανταστούμε. Μας καλεί να κατασκευάσουμε άλλους τρόπους ύπαρξης, να επινοήσουμε άλλους τρόπους συσχέτισης, να επικοινωνήσουμε με άλλα λόγια, σαν να θέλουμε, όχι σαν να μπορούμε. Μαξιμαλιστική και ουτοπική πρόθεση. Όμως, γι' αυτό δεν υπάρχει η τέχνη;
Ας ακούσουμε
την ίδια.
Άτιτλο (σελ.
37):
Τελικά γράφω
Για να είναι
οι άνθρωποι
Λιγότερο
μόνοι
Μαζί κι
εγώ.
