Ένα ποιητικό ημερολόγιο: για την ποιητική συλλογή «Νήσος Κίρκη», του Πασχάλη Κατσίκα
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
Ξεκινώ με μία ερώτηση που προκύπτει αβίαστα: Τι κάνει ο ποιητής στη Νήσο Κίρκη (Δρόμων, 2024); Μάλλον επιτελεί μία από τις πιο σημαντικές λειτουργίες της ποίησης: την αναστοχαστική περιπλάνηση στον εαυτό και στον κόσμο που προσδιορίζει. Η γραφή του Κατσίκα είναι το μέσο εκείνο που τον βοηθά να περιδιαβεί στις φυλαγμένες του στιγμές, να τις καταγράψει επιμελώς και με έναν τρόπο να τις καταχωρήσει. Το πιο βασικό χαρακτηριστικό της συλλογής είναι ο έντονος και οξυδερκής συλλογισμός πάνω στη ζωή, στους ανθρώπους και τα πράγματα. Πρόκειται για έναν ανοικτό διάλογο του ποιητή με το τραύμα, την ανάμνηση και το βίωμα ο οποίος διεξάγεται μέσω επαναληπτικών σκηνοθετημένων αναγνώσεων.
Μετά τη βροχή (σελ. 46)
Σε μια απόκοσμη σιωπή
Περιδιαβαίνω τα κοιμητήρια
Μάτια ηλιοκαμένα με κοιτούν
Απ' τις θολές φωτογραφίες
Δεν τους φοβάμαι
Είναι ευχάριστοι οι νεκροί –
Δεν μιλούν περιφρονητικά
Δεν σου αντιμιλάνε
Με πρόσωπα ήρεμα δίνουν ελπίδα
Θα' ναι καλύτερος ο άλλος κόσμος
Σε ολόκληρη τη συλλογή αισθάνομαι ότι υπάρχει μια ισχυρή ανάγκη να εκφραστεί ό,τι έχει καταπιεστεί από τον χρόνο, ό,τι έχει απωθηθεί από τη συνείδηση, αλλά παραμένει αγαπημένο καταφύγιο, από το οποίο αντλείται δύναμη και ανανέωση. Αυτή η αντίφαση μπορεί να φανεί στη γραφή του ποιητή: δεν είναι μόνο η σκέψη για την έκφραση του σκληρού, δύσκολου βιώματος, αλλά και η πράξη αυτής της σκέψης, ο τρόπος με τον οποίο η πραγμάτωση αναγκαστικά διαφοροποιεί την πρόσληψη και επανανοηματοδοτεί την αντίληψη. Οι εμπειρίες και τα βιώματα δίνουν στον ποιητή την απολαυστική αλλά και οδυνηρή συνάμα δυνατότητα να μελετήσει επιμελώς όχι απλά τον ίδιο του τον βίο, αλλά τη σχέση του τελευταίου με τους άλλους.
Όσο περνούν οι μέρες (σελ. 26)
Στίβεται η ηλικία της αθωότητας
Καθώς προστίθενται οι μήνες
Η άγνοια του έρωτα σώνεται
Γερνά η αγνότητα
Ραγίζουν τα χρόνια της λαγνείας
Από νύχτα σε νύχτα πληθαίνουν
Οι δρόμοι που πήρα με φώτα χαμηλωμένα
Τα πρόστυχα λόγια σε ξαγρυπνισμένα λιμάνια
Λαχταρώ τ' απομεσήμερα, που σχόλαγα παιδί
Τότε, με περίμεναν τα πιο ωραία μάτια
Να σβήσουν τις σκληρές φωνές εντός μου
Μ' ένα φιλί στα φλογισμένα γόνατα
Βλέπω τον ποιητή να αναμετριέται με το ανεκπλήρωτο, τη νοσταλγία, τη μελαγχολία, την αναπόληση, τη θλίψη και την αίσθηση της απώλειας. Ο θάνατος, η παιδική ηλικία, το εύθραυστο των ανθρώπινων σχέσεων και ο κοινωνικο-ψυχολογικός μηχανισμός που διαμορφώνει κανείς από την εμπλοκή του με τους άλλους, συναρμολογούν μία πολύ ενδιαφέρουσα αισθητική εξομολόγηση, η οποία θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι πρόκειται για ένα ποιητικό ημερολόγιο.
Το κομπολόϊ (σελ. 10)
Ποδοσφαιρόφιλος ουδέποτε υπήρξες
Μήτε και ταβλαδόρος
Άλλο άθλημα απ' τη δουλειά δεν ήξερες
Μόνο σκεπάρνι και καλούπωμα
Όταν μεγάλος σου χάρισα ένα κομπολόι
Τις χάντρες του στα δάχτυλα να παίξεις
Δεν μπορούσες
Έβαλες στον τοίχο ένα καρφί
Εκεί το κρέμασες
Μαζί με την ανύπαρκτη ανάμνηση
Της παιδικής μου ηλικίας
Ο Κατσίκας ασχολείται πολύ με την τοποθέτηση και τη θέση του ποιητή. Θέλω να πω, δεν τον μεταχειρίζεται με τρόπο παθητικό, δεν τον αντιμετωπίζει ως θεατή των εξελίξεων. Αντίθετα, εμπλέκει τον ποιητή ενεργά μέσα στα ποιητικά συμβάντα που δημιουργεί και τον τοποθετεί με τρόπο πρωταγωνιστικό και υπαρξιακό. Το τραύμα, τόσο ως συνθήκη όσο και ως επίπτωση/επίδραση στη ζωή, αλλά και η επιμονή σε αυτό είναι αναμφίβολα μία από τις αγαπημένες θεματικές του ποιητή στη συλλογή. Έτσι, τοποθετεί τον ποιητή όχι δίπλα από το τραύμα, αλλά εντός του τραύματος. Τον κάνει να δρα, μέσω της αναπόλησης, οριακά αυτοκαταστροφικά, και να υπάρχει εντός της γοητευτικής σκληρότητας της θύμησης. Σαν να επιδιώκει μ' έναν τρόπο να αφεθεί στην εξερεύνηση αρνητικών συναισθημάτων και στιγμών της ζωής, σαν να επιχειρεί με αυτόν τον τρόπο να τα επανερμηνεύσει.
Δεν μ' αγαπάς (σελ. 29)
Άδειο μπουκάλι πλαστικό
Στο κομοδίνο
Πλάι τα χάπια για τον ύπνο
Άλλο δεν θα τα χρειαστώ
Κοιμήθηκα με τα μάτια ανοικτά
Προσμένω τα δικά σου ν' αντικρίσω
Μια τελευταία φορά να σιγουρευτώ
Πως δεν μ' αγαπάς
Όταν πεθάνω (σελ. 40)
Τα ρυμουλκά που εξώκειλαν
Έρμαια στα βράχια τ' άφηνα
Φάρος σβηστός θέλω να είμαι
Όταν πεθάνω
Τα πόδια μου θα γδέρνει η αρμύρα
Φάρος ψηλός να αγναντεύω αμαρτίες
Κι ας με στοιχειώνουν τη νύχτα οι σκιές
Νομίζω ότι η γραφή του ποιητή δεν προσπαθεί μονάχα να ακουστεί. Ούτε να μιλήσει μόνο για την προσωπική του διάσταση. Δηλαδή δεν θέλει μόνο να εκτεθεί κι έπειτα να στοιχειωθεί από αυτή την έκθεση, αλλά να διατυπώσει και ποιητικούς προβληματισμούς που μπορεί να έχουν συλλογική απεύθυνση πέρα από την ταύτιση. Και αυτό το κάτι αντιλαμβάνομαι ότι είναι η έκφραση της καταπίεσης, της κόπωσης και της εξάντλησης. Ο Κατσίκας, μολονότι στον πυρήνα της ποιητικής του βρίσκεται σχεδόν αποκλειστικά το ιδιωτικό και το προσωπικό, καθώς και ένα συναισθηματικά μορφοποιημένο πλάνο αντίδρασης, επιχειρεί με τη γραφή του να αρθρώσει μία κραυγή αγωνίας για την κατάσταση του ανθρώπου. Επιλέγοντάς την ποίηση για όπλο του, εκπέμπει σήματα ευρύτερης απεύθυνσης μέσα (όχι πέρα) από το προσωπικό του βίωμα.
Σπίρτα στο σκοτάδι (σελ. 37)
Υπάρχουμε
Όσο ο φώσφορος πυρακτώνει την κεφαλή
Στο μαύρο φόντο ώσπου να σβήσει
Το καρβουνιασμένο σώμα
Σπίρτα είμαστε στο σκοτάδι
Καλοκουρδισμένα ρολόγια (σελ. 42)
Αστράφτουν από πάνω τα ρολόγια
Διατρανώνουν την αθανασία
Σε κρύσταλλο ορυκτό επιχειρούν
Τον χρόνο να φυλακίσουν με γρανάζια
Βρόμικα μόλις τ' αναποδογυρίσεις
Η κοιλιά τους
Σαν τις ψωριάρικες ψυχές μας
Να προσθέσω ακόμη ότι ο Κατσίκας πειραματίζεται μεταξύ του παλιού και του νέου. Διαβάζοντας τη συλλογή θα περίμενε κανείς να φανούν σημεία που εν τέλει δεν φάνηκαν. Σαν να θέλει να μπερδέψει τον αναγνώστη και να θολώσει τις προσλαμβάνουσες του. Η γραφή του λειτουργεί μέσα σε ένα υφολογικό κλίμα (αλλά και στην γενικότερη ποιητική ατμόσφαιρα) που αποπνέει την χροιά παλαιότερων λογοτεχνικών (και μη) φωνών. Ωστόσο, δεν επαναπαύεται σε μια αμιγώς παραδοσιακή λογική. Ενώ κρατά ένα γραφικό ποιητικό ύφος τον βλέπω να προσπαθεί να κάνει μια διπλή, ταυτόχρονη παραπομπή: να μιλήσει για την ύπαρξη στο σήμερα και το χθες, το δικό του σήμερα και χθες, επιστρατεύοντας ποιητικά (και ίσως όχι μόνο) υλικά που μάλλον τον στιγμάτισαν και διαμόρφωσαν τον ποιητικό του χαρακτήρα. Θεωρώ δομική αυτή την πρακτική στη Νήσο Κίρκη.
Τέλος, θα ήθελα να σημειώσω ότι στις μέρες μας δεν είναι λίγοι οι ποιητές που προσπαθούν να συνομιλήσουν με το βίωμα, το σώμα, την εμπειρία και την ανάμνηση. Ωστόσο, όπως πολύ συχνά παρατηρεί ο κριτικός και διεξοδικός ανα-γνώστης, τα γραπτά τους είναι απογυμνωμένα από κάποιο αισθητικό αποτύπωμα, λείπει από αυτά η ποίηση. Λες και πρόκειται για αυτοβιογραφικά κείμενα, για κείμενα ταυτότητας μη λογοτεχνικής προέλευσης. Στη Νήσο Κίρκη, αντίθετα, βλέπουμε ένα όμορφο παράδειγμα ποιητικής γραφής που δεν βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση. Το αυτοβιογραφικό στοιχείο, με όλη εκείνη τη ρευστότητα και την πολλαπλότητα που πάντοτε το διακρίνει, είναι εκκωφαντικά παρόν (με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή με όλη εκείνη τη ρευστότητα και την πολλαπλότητα που πάντοτε το διακρίνει) στη γραφή του Κατσίκα αλλά όχι ως δεδομένο, όχι ως στατικό στοιχείο. Ο ποιητής δημιουργεί τη συνάντηση του αυτοβιογραφικού στοιχείου με την ποιητικότητα (μια λεπτή, ήσυχη ποιητικότητα), που όχι απλώς θα το στεγάσει, αλλά θα το μετασχηματίσει (αυτό είναι το σημαντικό), και προχωρεί στην ολοκληρωτική ένωση αυτών των δύο (αφετηριακά διαφορετικών) κατευθύνσεων. Δημιουργεί έναν ενιαίο ποιητικό λόγο ανυπότακτο και αρνητικό ως προς τη δυνατότητα να αναγνωστεί ως μη ποιητικός και η έκφραση του οποίου δεν είναι τμηματική ή έκτακτη, αλλά διασπείρεται σε ολόκληρη τη συλλογή, σε κάθε ποίημα, έτσι που στο τέλος δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ ποιητικών και μη ποιητικών σημείων: το άγγιγμα της ποιητικότητας είναι κυρίαρχο, υπάρχει παντού, έχει εμποτίσει το σχήμα του βιώματος μέχρι τα θεμέλιά του. Με άλλα λόγια, η όποια (επανα)συγκρότηση της ταυτότητας και της αντιληπτικής ικανότητας επιχειρείται από τον ποιητή είναι πάντοτε εντός της ποιητικής διάστασης.
Κλείνω παραθέτοντας ένα ακόμη ποίημα από τη συλλογή:
Σαν ηθοποιός (σελ. 54)
Δύσκολο να μην είμαι εγώ
Δέρμα χρειάζεται ν' αλλάζω
Σπάνε οι καθρέφτες
Στο είδωλο εγκλωβίζομαι
Άλλη παράσταση δεν θα δώσω
Βγαίνω στη σύνταξη
Την ποίηση επιλέγω στα στερνά
Καλοχτενισμένος θέλω να σ' αντικρίσω
