Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Σημειώσεις για τη σχέση τέχνης και τεχνητής νοημοσύνης

Σημειώσεις για τη σχέση τέχνης και τεχνητής νοημοσύνης

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


 

Συμβαίνει με πολλά θέματα αυτό. Αγγίζεις ένα ζήτημα, δοκιμάζεις να μιλήσεις γι' αυτό και ξαφνικά γίνεται μια έκρηξη! Παρουσιάζεται ξαφνικά μια δυσάρεστη έκπληξη – εκατέρωθεν θα πω εγώ. Από τη μία πλευρά είναι οι αντιφρονούντες που δεν συμμορφώνονται με τις χρυσές επιταγές της εποχής μας και από την άλλη είναι όσοι αισθάνονται βολικά με αυτές.[1] Νομίζω ότι σε αυτή την κατάσταση ακριβώς ανήκει, μεταξύ αρκετών άλλων, το θέμα του παρόντος κειμένου – στο οποίο και θα επανέλθω σίγουρα μελλοντικά: η τεχνητή νοημοσύνη.

Η τεχνητή νοημοσύνη είναι πια παντού. Κυριολεκτικά παντού και έχει έρθει για να μείνει. Το άγγιγμά της δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένους τομείς, αλλά απλώνεται οπουδήποτε και ποικιλοτρόπως. Στην τέχνη, στη σάτιρα, στην εκπαίδευση, στα ΜΜΕ, στην ψυχαγωγία, στην παραγωγή κειμένων διαφόρων ειδών κ.λπ. Αν θέλουμε να μιλήσουμε με ειλικρίνεια επ' αυτού του σημαντικού – και παγκόσμιας κλίμακας – ζητήματος, κι εγώ σίγουρα θέλω να είμαι ειλικρινής εδώ, πρέπει να πούμε, μάλλον λίγο μυθιστορηματικά, ότι πρόκειται για την εισβολή μιας αόρατης δύναμης στα μυαλά των κοινωνιών και στη δράση των υποκειμένων τους και την εγκαθίδρυση ενός νέου καθεστώτος. Αυτό είναι μια αλήθεια.

Η τεχνητή νοημοσύνη, ιδιαίτερα αν γίνεται χρήση της σε μεγάλο βαθμό και σε συστηματική βάση, αλλοτριώνει έμμεσα, σταδιακά και μεθοδικά το υποκείμενο που αλληλεπιδρά μαζί της, υποκαθιστά τη σκέψη του και τη δημιουργικότητά του σε βαθμό που μπορεί να το μετατρέψει σε ζωντανό-νεκρό, δηλαδή σε ένα ιδιαίτερο είδος ανθρώπου – τον άνθρωπο του σήμερα – που σκέφτεται και δρα πραγματικά στα πρότυπα μιας μηχανής – με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει σε γενικό επίπεδο. Η τεχνητή νοημοσύνη ελαχιστοποιεί (αρχικά) και εξαλείφει (στη συνέχεια) τη σκέψη, τον στοχασμό, την ίδια τη ζωή και την εμπειρία ως πράξη στην ουσία. Ναι, ένας «ψυχοπολιτικός»,[2] οργουελιανός, θετικιστικός εφιάλτης για όλους όσους δεν επιθυμούν την επιβίβαση σε τούτο το τρένο των καιρών.

Η τεχνητή νοημοσύνη, η ηγεμονική σχεδόν κυριαρχία της σήμερα, η οποία μπορεί κάλλιστα να ιδωθεί και να αναλυθεί ως ένα είδος ολοκληρωτισμού, διαμορφώνει έναν «ραβδωτό χώρο», ένα «δενδροειδές» σύστημα εξουσίας, για να το πούμε πιο καθαρά με τα λόγια του Ντελέζ (βλ. Deleuze & Guattari, 2017̇ Ντελέζ & Παρνέ, 2022), εντός του οποίου οι αντιστάσεις που ανιχνεύονται περιθωριοποιούνται και εξολοθρεύονται με αστείες δικαιολογίες που αυτοπροστατεύουν την απρόσκοπτη δράση της τεχνητής νοημοσύνης.

Όλες τις παραπάνω παρατηρήσεις αναφορικά με την επικράτηση της τεχνητής νοημοσύνης πάνω και μέσα στα ανθρώπινα μπορεί να τις διαπιστώσει κανείς είτε έχοντας λογαριασμούς σε ΜΚΔ είτε ακόμη και παρακολουθώντας την ειδησεογραφία – ακόμη και σε μη τακτική βάση. Προχωρώ.

Αναμφίβολα λοιπόν η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί σε γενικές γραμμές σαν εχθρός για την ανθρώπινη δραστηριότητα. Εδώ, με ενδιαφέρει η σχέση της τεχνητής νοημοσύνης με μία μόνο ανθρώπινη δραστηριότητα: την τέχνη. Θεωρώ ότι σε αυτό το πεδίο μπορεί κανείς να κατανοήσει αλλά και να διαγνώσει τι πραγματικά εστί τεχνητή νοημοσύνη και γιατί η στενή επαφή της με τον άνθρωπο μπορεί να έχει κωμικο-τραγικά, απελπιστικά και ανόητα θα πρόσθετα αποτελέσματα για την ύπαρξή του.[3]

Τόσο στις οπτικές τέχνες όσο και στη λογοτεχνία αλλά και στη μουσική, η τεχνητή νοημοσύνη έχει πλέον μια πολύ ισχυρή παρουσία. Μια παρουσία που μπορεί κανείς να υποθέσει ότι πρόκειται για το τέλος μιας εποχής και την αρχή καμιάς. Είμαστε νομίζω σε ένα κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό στάδιο (η τεχνητή νοημοσύνη αγγίζει και τους τρεις αυτούς παράγοντες), όπου οι στάχτες και τα αποκαΐδια θα κυριαρχούν δίχως αντίπαλο ή τουλάχιστον δίχως αντίπαλο με μια κάποια ισχυρή φωνή και αξιοπρόσεκτη ισχύ. Θέλω να πω, αν προσέξει κανείς με συγκέντρωση και ριζοσπαστισμό το σημερινό σκηνικό συνολικά, βλέπει νομίζω αρκετά καθαρά το «λάθος» μέλλον που καλπάζει.

Το πιο βασικό επιχείρημα όσων υπερασπίζονται τη θετική σχέση της τεχνητής νοημοσύνης με την τέχνη (έναντι όσων αντιτάσσονται σε αυτή), έρχεται και είναι περίπου το εξής: «Η τέχνη είναι ένα ελεύθερο πεδίο. Οι διάφοροι πειραματισμοί το αναζωογονούν και το διευρύνουν. Οι αποκλεισμοί στα υλικά και τις μεθόδους δείχνουν μια φοβική, συντηρητική και αυταρχική σκέψη και στάση που επιχειρεί να περιχαρακώσει την τέχνη σε πολύ συγκεκριμένα πρότυπα, κατευθύνσεις και ιδέες».[4] Απαντώ. 

Προφανέστατα για την τέχνη ισχύουν όλα τα παραπάνω, για κάθε είδος, μορφή και έκφανση τέχνης. Όποιος το αμφισβητεί αυτό του αξίζουν δικαιωματικά οι άνωθεν κατηγορίες καθώς και οι προσίδιοι σε αυτές χαρακτηρισμοί. Ωστόσο, όταν στην εν λόγω συζήτηση εισέρχεται το εργαλείο της τεχνητής νοημοσύνης με τρόπο τέτοιο που αυτό φυσικοποιείται σαν να πρόκειται για μία ακόμη εναλλακτική καλλιτεχνική μέθοδο, για έναν ακόμη πειραματισμό από τον οποίο θα ενισχυθεί και θα προοδεύσει η τέχνη, τότε τα πράγματα αλλάζουν κατά πολύ. Γιατί;

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι ένα εργαλείο που βοηθά τον καλλιτέχνη να επινοήσει καινούργιες ιδέες και να τις εφαρμόσει στην τέχνη του. Δεν είναι δηλαδή ένα μέσο, ένας βοηθός. Δεν είναι ένα καινούργιο  υλικό ή ένας καινούργιος τρόπος χρήσης του. Μεγάλη προσοχή εδώ: οι – ας τους πούμε – καλλιτέχνες που «δημιουργούν» με την τεχνητή νοημοσύνη δεν έχουν καμία σχέση, καμία συνάφεια με καλλιτεχνικά κινήματα όπως ο ντανταϊσμός, ο λετρισμός και ο σουρεαλισμός και με καλλιτέχνες όπως οι Τζoν Κέιτζ, Μαρσέλ Ντυσάν, Υβ Κλάιν, Τζάκσον Πόλοκ και Sachiko M για παράδειγμα. Να μην γίνεται επομένως καμία σύγχυση επ’ αυτού.

Αντίθετα, η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα ημι-υποκείμενο θα λέγαμε, ένα «ζωντανό» αντικείμενο που υποκαθιστά τον καλλιτέχνη, παίρνει κυριολεκτικά τη θέση του,  αναλαμβάνει να «σκεφτεί» και να «δράσει» για χάρη του: η τεχνητή νοημοσύνη σκλαβώνει τον καλλιτέχνη. Αυτό αναπόφευκτα σημαίνει ότι τόσο η ίδια η «καλλιτεχνική διαδικασία» όσο και το παραγόμενο «έργο τέχνης» ανήκουν σε εκείνη την κατηγορία πραγμάτων που συναθροίζονται όχι με τις απομιμήσεις αλλά με τις ανεπιθύμητες ψευδο-παρουσίες.

Οι πειραματισμοί – που όντως βοηθούν την τέχνη να αναπτυχθεί και να αναζωογονηθεί – πρέπει να εκπληρώνουν απαρέγλικτα μία σημαντική – την πιο σημαντική – προϋπόθεση: να μην στρέφονται εναντίον του καλλιτέχνη, εναντίον της σκέψης και της δράσης του, εναντίον της ίδιας του της ζωής δηλαδή. Σε όποια αντίθετη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια δραστηριότητα που εγκλωβίζει την τέχνη και τον καλλιτέχνη στην αφαίρεση της ανθρώπινης ιδιότητας (καθώς και στην επανάληψη αυτής) και τον ρομποτικοποιεί και ανασφαλειοποιεί, μηχανοποιώντας (σταδιακά) συθέμελα την ίδια του την υπόσταση: μετατρέπει τον καλλιτέχνη σε θλιβερή φιγούρα, μια καρικατούρα καλλιτέχνη για την ακρίβεια. Η τεχνητή νοημοσύνη παθητικοποιεί τον καλλιτέχνη, του στερεί το δυναμικό του, αφού διακόπτει τη ροή της φαντασίας, αποδιοργανώνει τη συνείδηση, εμποδίζει τη δύναμη της αμφισβήτησης, αποχαυνώνει τη διάθεση για αναζήτηση και εξερεύνηση, σταματά τον οργασμό της διανοητικής περιπέτειας, αυτό στο οποίο στηρίζεται η τέχνη δηλαδή. Συνεχίζω. 

Ο καλλιτέχνης λειτουργεί ως τέτοιος επειδή είναι ένας φορέας κι ένας δέκτης ερεθισμάτων, ένα κινούμενο ημερολόγιο, ένας διαλεκτικός χωροχρόνος, ένα κοινωνικό κατασκεύασμα που επενδύει και επενεργεί πάνω στον κόσμο και ο κόσμος με τη σειρά του πάνω του – ο καλλιτέχνης, το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα σχεσιακής ύπαρξης. Μέσα από αυτή τη ρέστη συνθήκη προκύπτει το έργο τέχνης. Με την τεχνητή νοημοσύνη όμως αυτό χάνεται, καταργείται. Ο καλλιτέχνης δεν έχει πια εαυτό, δεν έχει ζωή, δεν έχει ιστορία, δεν έχει αισθήσεις, δεν έχει κοινωνικότητα, δεν έχει τίποτα. Και δεν χρειάζεται να έχει κιόλας. Η μηχανή είναι αυτή που θα τα αναλάβει όλα τώρα. Η μηχανή είναι που θα δημιουργήσει στη θέση του καλλιτέχνη. Και ο ρόλος που διαδραματίζει ο καλλιτέχνης είναι αυτός του επόπτη που δήθεν είναι εκείνος που κρατά τα ηνία της κατάστασης, που ελέγχει διεξοδικά την διαδικασία παραγωγής και δημιουργίας, είναι (νομίζει) σαν τον μαέστρο σε μια καλά οργανωμένη, ικανή και έμπειρη ορχήστρα.

Η τεχνητή νοημοσύνη αδειάζει το υποκείμενο από ψυχολογία. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Όμως, τι σημαίνει; Ενστερνιζόμενος κάποιος την κίβδηλη εξυπνάδα και μη ικανότητα στην πραγματικότητα της τεχνητής νοημοσύνης και αναγνωρίζοντάς την ως ένα αγνό ή/και ένα ακόμη βοήθημα για την καλλιτεχνική του δραστηριότητα, τι κάνει ακριβώς; Παραιτείται από τον εαυτό του, δέχεται τον αναξιοπρεπή κατακερματισμό[5] που του κάνει η τεχνητή νοημοσύνη, δρα πια με βάση ένα κυριολεκτικά άψυχο πρόγραμμα στο οποίο έχει αναθέσει τον λαβύρινθο της ζωής του, τα έγκατα του εαυτού του. Η τεχνητή νοημοσύνη κάνει τόσο τον ίδιο τον καλλιτέχνη όσο και την τέχνη του αντι-ερωτικά στοιχεία, άνευρα «όντα», άκαρπα διλήμματα, αδιέξοδες κατευθύνσεις, μετατρέπει τον καλλιτέχνη σε έναν τεχνοκράτη, γραφειοκρατικοποιεί την τέχνη. Με άλλα λόγια, από τη σύνδεση της τεχνητής νοημοσύνης με την τέχνη προκύπτει η αλλοίωση της τέχνης, η διάλυση του αισθητικού, η κατάλυση της δημιουργίας.

Ακολουθώντας τη σκέψη του στοχαστή Μαρκούζε, γράφω ότι η τέχνη «δεν ανήκει στον κατεστημένο κόσμο του λόγου, που αφήνει άθικτη την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων», αλλά «μας δίνει έναν άλλο κόσμο, που υπακούει σ’ άλλα κριτήρια, άλλες άξιες και αρχές» (Marcuse, 1984: 44). Και αυτός «ο άλλος κόσμος παρουσιάζεται μέσα στον κατεστημένο κόσμο […] μπαίνει στις ασχολίες της καθημερινής ζωής, στην εμπειρία που έχει κανείς από τον εαυτό του και τους άλλους στον κοινωνικό και φυσικό περίγυρο», επιχειρώντας να δημιουργήσει ρωγμές στο συμπαγές σώμα της κατεστημένης κοινωνίας και να δημιουργήσει «έναν κόσμο ουσιαστικά διαφορετικό: μία άρνηση της υπάρχουσας πραγματικότητας» (Marcuse, 1984: 44). Η τέχνη «αμφισβητεί το μονοπώλιο της κατεστημένης πραγματικότητας να καθορίζει τι είναι πραγματικό» (Μαρκούζε, 1998: 28) και αποτελεί μία δύναμη που «μπορεί να συντελέσει στην αλλαγή της συνείδησης και των ενορμήσεων» (Μαρκούζε, 1998: 36), στην «κοινωνική χειραφέτηση των ενστίκτων της ζωής» (Μαρκούζε, 1998: 25).[6]

Τώρα ακολουθώντας την σκέψη του Ionesco, ο οποίος γράφει ότι η τέχνη μας ενώνει

 

όλους στην κοινή μας αγωνία, η οποία συνιστά τη μόνη δυνατή αλληλεγγύη, την αλληλεγγύη της υπαρξιακής και μεταφυσικής μας ενότητας. Η τέχνη μας βυθίζει στο κέντρο του άφατου μυστήριου, η τέχνη, το μόνο σύστημα ζωής και έκφρασης που μας λέει σχεδόν ό,τι δεν μπορεί να λεχθεί, το άλεκτο (2007: 78).


Με την τεχνητή νοημοσύνη όλη αυτή η οπτική, ηθική και πολιτική της άρνησης, της περιπλάνησης και του μυστήριου γύρω από την τέχνη καταστρέφεται αφού η θεωρία και η πράξη της τελευταίας προσχωρεί στους τρόπους και – αναγκαστικά – στις προσίδιες σε αυτούς αξίες της κατεστημένης πραγματικότητας, συμμορφώνεται δηλαδή με την αλλοτριωτική μεθοδολογία (τόσο σε επίπεδο πρόθεσης όσο και σε επίπεδο πρακτικής) της σημερινής εποχής, γίνεται ένα χαρούμενο μέρος στο βασίλειο της ομοιογένειας, της τυποποίησης και της αλλοτρίωσης. Με άλλα λόγια, η τέχνη παύει να αποτελεί (δυνητική) απειλή για τις εξουσιαστικές νόρμες και δομές που ταλανίζουν τον άνθρωπο (και) του 21ου αιώνα. Και έτσι του αφαιρείται η δυνατότητα να σκεφτεί και να δράσει με ένα είδος βούλησης που, αν και πάντοτε πληθυντικά διαμορφωμένο, έχει και το δικό του προσωπικό στίγμα – υπό την έννοια ότι έχει συνείδηση της πληθυντικότητάς του και δεν είναι ένα έρμαιο του κοινωνικού κολάζ που είναι, αλλά ανακατεύει κι αυτός τα στοιχεία.

Κλείνοντας, να σημειώσω το εξής. Η ανθρώπινη αφήγηση, η ανθρώπινη κίνηση του χρώματος, το ανθρώπινο βλέμμα πριν και κατά το φωτογραφικό κλικ δεν θα μπορέσει ποτέ να αντικατασταθεί από μία – οποιαδήποτε – μηχανή όσο ισχυρή και «έξυπνη» κι αν αυτή είναι. Έχω τη βαθιά πεποίθηση ότι αυτό είναι κάτι που οφείλουν να καταλάβουν άπαντες: δεν υφίσταται τέχνη χωρίς τον άνθρωπο να διαδραματίζει απολύτως πρωταγωνιστικό ρόλο. Σε όποια άλλη περίπτωση έχουμε δυστυχώς να κάνουμε με «τέχνη» κι όχι τέχνη. Η πραγματική, ουσιαστική τέχνη, ανεξάρτητα από τους κοινωνικούς, πολιτικούς και πολιτισμικούς προσανατολισμούς και τις στοχεύεις της, είναι αυτή που δημιουργείται από τον άνθρωπο, με τον άνθρωπο και για τον άνθρωπο. Δεν μπορώ να αναγνωρίσω λοιπόν την τεχνητή νοημοσύνη ως σύμμαχο του καλλιτέχνη. Ακόμη κι αν δεχτώ την τεχνητή νοημοσύνη σε κάποιους τομείς και πρακτικές της ανθρώπινης ζωής κι εμπειρίας, σίγουρα η επίδρασή της στην τέχνη είναι καταστροφική. Η τέχνη είναι το κατεξοχήν προνομιακό πεδίο του ανθρώπου, ο τελευταίος έχει τελείως άμεση, καταγωγική – σχεδόν φυσική – σχέση μαζί της. Μέσα από και με την τέχνη συγκροτείται ο κόσμος – στο μεγαλύτερο μέρος του. Αυτός είναι ο πυρήνας των θέσεών μου εδώ.

Τέλος, μπορεί να ακούγεται απαισιόδοξο, αλλά δεν ξέρω τι είδους ανάχωμα μπορεί να υπάρξει – και να σταθεί όρθιο – μπροστά σε αυτή τη λαίλαπα της τεχνητής νοημοσύνης. Και δεν ξέρω αν υπάρχει και ο επαρκής χρόνος πια. Νομίζω ότι επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης και όσα αυτή φέρει κι εγκαθιδρύσει διέπονται, μέχρι ενός σημείου, από έναν (θλιβερό αλλά υπαρκτό) ντετερμινισμό. Φυσικά, με αυτά τα λόγια δεν εννοώ ότι δεν πρέπει να παλεύουμε – χωρίς την υιοθέτηση μέσων που αποκλείουν αλλά με δημοκρατικό, ανοικτό διάλογο και καρποφόρα ανταλλαγή απόψεων – όσοι είμαστε αντίθετοι, δεν θέλω να εννοηθεί ότι παροτρύνω σε μια τέτοια στάση. Απλώς εκφράζω έναν, κατά την προσωπική μου κρίση, ρεαλισμό.

 

Βιβλιογραφία

 

Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Ionesco, E. (2007). Η ελεγεία ενός παράλογου κόσμου (Μ. Σκάρα, Μτφρ.). Αθήνα: Ροές.

Κατσιγιάννης, M. (2024). Επετειακότητα και τέχνη. Σαλιγκάρι. Ανακτήθηκε 27 Ιουνίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_68.html

Κατσιγιάννης, M. (2025). Για την πρακτική της διδασκαλίας: από την πειθαρχική εξουσία στον εκβιασμό της ψυχοπολιτικής. Βαβυλωνία. Ανακτήθηκε 27 Ιουνίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_91.html

Marcuse, H. (1984). Παρατηρήσεις για έναν επαναπροσδιορισμό της κουλτούρας. Στο M. Marcuse, T. W. Adorno, M. Horkheimer & L. Lowenthal, (Επιμ.), Τέχνη και μαζική κουλτούρα (Ζ. Σαρίκας, Μτφρ.) (σσ. 27-47). Αθήνα: Ύψιλον.

Μαρκούζε, Χ. (1998). Η αισθητική διάσταση: Για μια κριτική της μαρξιστικής αισθητικής (Β. Τομανάς, Μτφρ.). Θεσσαλονίκη: Νησίδες.

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

Χαν, Μ.-Τ. (2023). Ψυχοπολιτική: ο νεοφιλελευθερισμός και οι νέες τεχνικές εξουσίας (Β. Τσαλής, Μτφρ). Αθήνα: Opera.



[1] Να πω στο σημείο αυτό ότι και στις δύο πλευρές (εντός της καθεμίας) δεν υπάρχει ιδεολογική ενότητα.

[2] Βλ. Χαν, 2023, βλ. επίσης, Κατσιγιάννης, 2025.

[3] Μια απαραίτητη διευκρίνηση εδώ. Το παρόν κείμενο δεν ασχολείται με τα «έργα» που παράγει η τεχνητή νοημοσύνη, δεν τα κρίνει αισθητικά (ούτε αλλιώς), αλλά περιορίζεται στην ανάλυση της ιδέας της σχέσης της τέχνης με την τεχνητή νοημοσύνη, καθώς και στον τρόπο που αυτή επιτελείται.

[4] Βέβαια να πούμε στο σημείο αυτό ότι πολλοί που στέκονται κριτικά στη σχέση τέχνης και τεχνητής νοημοσύνης έχουν τέτοια χαρακτηριστικά.

[5] Έναν κατακερματισμό όμως που διόλου δεν σχετίζεται με τη νοηματοδότηση που έκαναν οι Φουκώ και Ντελέζ για παράδειγμα (εξ ου και η αναξιοπρέπεια), αφού αυτός της τεχνητής νοημοσύνης δεν σχετίζεται με την αποκέντρωση του νοήματος, το παιχνίδι της σημασίας, την υβριδικότητα και τη δυνητικότητα ως βασικούς άξονες προσανατολισμού, αλλά με την κανονικοποίηση της ανθρώπινης ύπαρξης στα πρότυπα, κυριολεκτικά, μιας μηχανής. 

[6] Βλ. Κατσιγιάννης, 2024