Μερικές σκέψεις για τα «Ποιήματα» (Νεφέλη, 1980), του Ηλία Πετρόπουλου
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
Ηλίας Πετρόπουλος το όνομα. Γνωστό. Η προσωπικότητα πασίγνωστη. Η ριζοσπαστική, συγκρουσιακή και ανατρεπτική δράση του επίσης. Έτσι ξεκινώ να γράφω για τον στοχαστή, ποιητή, κριτικό, λαογράφο και μελετητή του ελληνικού πολιτισμού Ηλία Πετρόπουλο. Ο Πετρόπουλος υπήρξε ένας από τους (πιο) καταραμένους της ελληνικής σκηνής (λαογραφικής αλλά και ευρύτερα), ένα μαύρο πρόβατο για τη διαχρονικά και έντονα καθυστερημένη και προβληματική ελληνική κοινωνία, ένα (κατα)κόκκινο πανί για τους πάσης φύσεως συντηρητικούς, αυταρχικούς, δογματικούς και καθεστωτικούς, από τους οποίους κυνηγήθηκε άγρια – χωρίς όμως ποτέ να καταφέρουν να τον στιγματίσουν αρνητικά.[1]
Υπερασπίστηκε και μίλησε για εκείνα τα είδη και τις μορφές δράσης που λειτουργούν ως ρωγμές στα συμπαγή εξουσιαστικά συστήματα, ένωσε τη φωνή τους με όλες εκείνες τις επιτελέσεις που επιχειρούν τη διάβρωση του περιχαρακωμένου και περίκλειστου κόσμου που καταδυναστεύει την προοπτική αλλαγής, τη δημιουργικότητα, την ελευθερία να πράττει κανείς με οδηγό τη βούλησή του, την αδογμάτιστη συσχέτιση με τον «άλλο».
Ο Πετρόπουλος, σαν άλλος Μπουκόβσκι, τίμησε και χρύσωσε το περιθώριο στο οποίο βρέθηκε και έζησε, αναζωογόνησε την κουλτούρα του δρόμου και επανανοηματοδότησε με θετικό τρόπο τους απόβλητους μιας ολόκληρης κοινωνίας. Η ζωή του και τα γραπτά του, πρωτοποριακά, προσεγμένα και εναλλακτικά, εμπνέουν μέχρι και σήμερα τα μυαλά εκείνα που δεν καθησυχάζονται με τις έτοιμες – και από τα πάνω λύσεις – και δεν αρέσκονται με την κυρίαρχη καταπιεστική κοινωνική οργάνωση και τους λόγους που επικρατούν. Το έργο του να ιδωθεί, έχω την άποψη, ως ένα εργαλείο αποδόμησης των λόγων της εξουσίας, της κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής δυσφορίας, της επιφανειακής συσχέτισης και της δογματικής σκέψης.
Εδώ, θα
ασχοληθώ με το βιβλίο του «Ποιήματα» (Νεφέλη, 1980), το οποίο χωρίζεται σε
τρεις ενότητες. Η πρώτη ενότητα, με τίτλο «Σώμα», γράφτηκε το 1969. Η δεύτερη
ενότητα, με τίτλο «Αυτοκτονία», γράφτηκε το 1970 και η τρίτη ενότητα, με τίτλο
«Πέντε ερωτικά ποιήματα», γράφτηκε το 1974.
Η ποίηση του Πετρόπουλου, ποίηση αντι-ποίηση προφανώς και ξεκάθαρα κοινωνική, εκκινεί από μέσα, από τον εαυτό, από τον προσωπικό χώρο και λόγο, από τα ιδιωτικά, θα μπορούσαμε να πούμε, κίνητρα χωρίς όμως πολλά εξομολογητικά στοιχεία, για να φτάσει να ανοιχτεί στο συλλογικό, στις κοινές σκέψεις, ανησυχίες, ανάγκες και θελήσεις που μοιράζονται οι άνθρωποι και από τις οποίες πότε ανυψώνονται πότε κατακρεουργούνται και θρυμματίζονται και πάλι από την αρχή. Με άλλα λόγια, η γραφή του Πετρόπουλου δεν είναι παρά η εξερεύνηση της ίδιας της ζωής, των ποιοτήτων και των ειδών του κόσμου.
Ο ποιητικός λόγος του Πετρόπουλου χαρακτηρίζεται από μια χαλαρή εμμεσότητα, σίγουρα προκλητικότητα, χιούμορ, τη γνωστή του εριστικότητα, άρνηση και μια – πότε λιγότερο πότε περισσότερο – γλαφυρή υποβόσκουσα επαναστατικότητα. Οι σελίδες του βιβλίου του κατακλύζονται αναμφίβολα από ερωτικό πάθος, προσμονή και λατρεία, υπαρξιακή αγωνία και περίσκεψη πάνω στη ζωή και τον άνθρωπο και έντονη σωματικότητα. Το τελευταίο αυτό στοιχείο είναι κοινό και κυρίαρχο και στις τρεις ενότητες του βιβλίου.
Κάθε φορά,
με διαφορετικό τρόπο (αλλά με ίδιο – σχεδόν – λόγο), το σώμα και οι αισθήσεις,
οι εκρήξεις και οι πλάνες του, είναι ο φορέας της πραγματικότητας και των
θέσεων του ποιητή, αλλά και το μέσο εκείνο με το οποίο προσλαμβάνει τα
ερεθίσματα και διαμορφώνει τη σκέψη του: μια τέχνη από το σώμα, με το σώμα, για
το σώμα. Θα μπορούσε κανείς να πει διαβάζοντας τα ποιήματά του ότι ο ρόλος του
σώματος είναι πέρα, πολύ πέρα, από ένα ποιητικό σύμβολο, δεν εξυπηρετεί δηλαδή
απλώς τις καλλιτεχνικές ανάγκες της αφήγησης, της αλληγορίας και του παραδείγματος,
αλλά αποτελεί το προσωπικό του μεθοδολογικό όργανο. Προχωρώ.
Ο κόσμος, έτσι όπως τον ξέρουν οι αντιφρονούντες και οι διαγραμμένοι, κουράζει, εξουθενώνει για την ακρίβεια, και εξαντλεί το νου, το σώμα, τη διαύγεια, την ενέργεια, την εγρήγορση, την ενεργητικότητα. Καταστέλλει, δηλαδή, παθητικοποιεί. Οδεύει το υποκείμενο στην ήττα, στην ηττοπάθεια, στην αδιέξοδη συνθήκη ότι όλα έχουν ολοκληρωθεί – με τη γλαφυρή υποβόσκουσα επαναστατικότητα όμως να ενυπάρχει πάντοτε διακριτικά εντός του ποιητικού λόγου.
Διαβάζω από
την Αυτοκτονία:
Αυτοκτονώ
γιατί εστέρεψαν λύπες και χαρές
Εαυτού
δήμιος ο αυτόχειρ στερείται χιούμορ.
Καταστροφική
(κατά την άνετη γνώμη σας)
Σύνθεση
αντιμαχομένων ψυχικών τάσεων είναι η αυτοκτονία
Και ο
θάνατος εις την νιοστήν.
Το κακό της
αυτοκτονίας βαραίνει τους επιζήσαντες,
Ενώ το καλό θάπτεται με τον αυτόχειρα. (σελ. 24)
Και αλλού
(στην ίδια ενότητα):
Ο φίλος
αυτοκτόνησε̇ ένας ευαίσθητος και καλός και εκλεκτός έλλειψε.
Ούτε λεπτό
δεν έζησα εν γαλήνη.
Ας ντρέπεται
όποιος δεν εσκέφτηκε, έστω μια φορά στη ζωή του, να αυτοκτονήσει.
Ο αυτοκτόνος ένας παθητικά αναρχικός (σελ. 21)
Όμως, η διάσταση της σωματικότητας έχει κι άλλες λειτουργίες και εκφάνσεις στην ποιητική του Ηλία Πετρόπουλου: τον ερωτισμό, την σεξουαλική διέγερση, την σαρκική και πνευματική απόλαυση που μπορεί κάποιος να βιώσει από και με ένα άλλο σώμα. Το ερωτικό και σεξουαλικό στοιχείο στον Πετρόπουλο, απελευθερωμένο από δήθεν ηθικές αγκυλώσεις και συντηρητικά συμπλέγματα, διαλύει την επικίνδυνη, πρακτική και πεζή – με την αρνητική έννοια – σημασία που ως επί το πλείστον του αποδίδεται από τους κυριάρχους λόγους και σηματοδοτεί τη γαλήνη της ανθρώπινης επαφής, την ησυχία έτσι όπως αυτή προκύπτει αβίαστα από τη διανοητικο-σαρκική ένωση: την οφθαλμοφανή επαναστατικότητα αυτών. Και ίσως αυτή η διάσταση, που είναι βέβαια πάντοτε σε διαλεκτική με την προηγούμενη, να είναι και αυτή που δίνει μεγαλύτερη και πιο κρίσιμη αξία ο ποιητής (αφού κυριαρχεί στο βιβλίο τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά).
Διαβάζω από τα Πέντε ερωτικά ποιήματα:
Απόσπασμα από το ποίημα «2»
Μου λέγανε
στο σχολείο ότι
Η τέχνη
εξαγνίζει το γυναικείο κορμί
Και τα
αρχαία αγάλματα λευκά και λευκά
Και να μην
είμαι πονηρός
Και οι ζωγραφιστές
ολόγδυτες καλλονές
Εκείνες της
Αναγεννήσεως παρθένες κόρες αγνές
(Αμάν
δάσκαλε γιατί με θάβεις ζωντανό;)
Η τέχνη δεν
διεγείρει ταπεινάς ορέξεις – επιμένουν
Παιδί μου
ήθος ηθική ηθικότης – επιμένουν τα κνώδαλα
Μα εγώ ο
άθλιος διαβλέπω ερωτικήν διάθεση
Και στο πώς φουμάρει
μια γυναίκα (σελ. 30)
Διαβάζω από το
Σώμα:
Εμπορεύεται
από την αγάπη, η μελαγχολία,
Αλλά και συντρίβει
την αγάπη, η μελαγχολία.
Η ηδονή
απωτάτη εκδίκηση του χρόνου.
Μισάνθρωπους
αποκαλούν τους φίλους της οικουμένης οι μισάνθρωποι.
Η γραμματική
των φιλιών εξίσου απαραίτητη
Με την
γραμματική των λέξεων.
Κακή νίκη η
των σωμάτων συνουσία.
Το μέλλον θα
καταδείξει αν έρως σημαίνει εξαγρίωση
Ηθών και
αισθημάτων.
Αυτά, και
κάποια άλλα που με τρομάζουν και που δεν γράφονται, σκέφτομαι σαν βλέπω γυμνές
γυναίκες (σελ. 14)
Κλείνοντας, θα σημειώσω για τον Ηλία Πετρόπουλο το εξής. Πέρασε τη ζωή του υπηρετώντας – ποικιλοτρόπως – την άρνηση της κατεστημένης πραγματικότητας, δεν εγκλωβίστηκε σε διπολικά σχήματα, δεν ενστερνίστηκε ποτέ δογματισμούς, δεν προσχώρησε ποτέ σε κάθε είδους σέχτες. Ο Πετρόπουλος, επειδή είχε γνώση των πραγμάτων, των ανθρώπων και των καταστάσεων, ήξερε ότι ο κόσμος είναι φοβερά άσχημος και βλαπτικός και γι' αυτό προσπάθησε να τον φανταστεί αλλιώς. Δανείζομαι τα λόγια του Ionesco: «μέσα σε αυτό τον κόσμο που δεν αποτελεί καταφύγιο, ψάχνω το δικό μου καταφύγιο» (2007: 72).[2] Στα «Ποιήματα» (και σε αυτά), νομίζω ότι είναι πολύ ευδιάκριτα όλα αυτά.
[1] Εκτός του ογκώδους και
πολυποίκιλου έργου του, βλ. και τα ακόλουθα:
https://www.youtube.com/watch?v=padQm1N9tco και https://www.youtube.com/watch?v=b1YX489sBN0.
[2] Ionesco, E.
(2007). Η ελεγεία ενός παράλογου κόσμου
(Μ. Σκάρα, Μτφρ.). Αθήνα: Ροές.