Έχει η λογοτεχνία το δικαίωμα να σιωπά;
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
| Pierre Bonnard, Young Woman Writing (1908) |
Ζούμε, ως ανθρωπότητα, σε ταραγμένους καιρούς.
Υπάρχουν παντού φυτίλια που όσα δεν έχουν ήδη εκραγεί είναι έτοιμα να το
πάθουν. Ζούμε καταστάσεις τις όποιες θα ονομάσω πολύ εύκολα ως κακό σουρεαλισμό
(και με ενοχές προς τον σουρεαλισμό). Τα πάντα αναποδογυρνούν και καταστρέφονται,
βιώνουμε μια αποσύνθεση του κοινωνικού, μια βαθιά διάβρωση του πολιτικού, μια
εξαφάνιση του αισθητικού. Ζούμε, ως ανθρωπότητα, σε πολύ ταραγμένους καιρούς.
Η ιδέα της (ατομικής) ευθύνης (και της ευθυνοποίησης)
και ο διαστρεβλωτικός λόγος περί αυτής από τον νεοφιλελευθερισμό έχει κατακλείσει
τον κοινωνικό χώρο, έχει επιβάλει τη νοοτροπία και την ατζέντα του και έχει
δημιουργήσει, σε μεγάλο βαθμό, το αίσθημα της παραίτησης, της ματαίωσης
και της μοιρολατρίας. Και το πιο σημαντικό: ο ατομικισμός που προβάλλει και
επιβάλλει ο νεοφιλελεύθερος λόγος λειτουργεί σε ένα (τελείως καταχρηστικά, βλ.
Butler, 2017: 242-245) προ-πολιτικό, προ-πραξιακό επίπεδο, φράζει τις
δυνατότητες, διακόπτει την παραγωγή της επιθυμίας, αποκρούει τις ελπίδες (και,
σε κάποιο σημείο, τις μετατρέπει σε ευχές) και κατ' αυτόν τον τρόπο καταφέρνει
την απουσία εμφάνισης της όποιας αντίστασης πριν καν αυτή χρειαστεί να υπάρξει
και μετά από σύγκρουση να ηττηθεί και να διωχθεί. Η νεοφιλελεύθερη κοινωνία
παράγει, με άλλα λόγια, πειθήνιες, συγκαταβατικές και καταφατικές υποκειμενικότητες
που σκέφτονται και δρουν εξαρχής σύμφωνα με τα δόγματα και τις κυρίαρχες νόρμες
και αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, αποκλειστικά, σε κάθε τους εμφάνιση και
εμπειρία.
Θέτω τα βασικά μου ερωτήματα. Σε αυτούς τους προβληματικούς
και επικίνδυνους καιρούς έχει το αισθητικό τη δυνατότητα της φυγής από τα
προβλήματα; Έχει την δυνατότητα να κλείνει τα μάτια μπροστά σε μια όλο και εντεινόμενη
γενικευμένη αδικία και κατάπτωση της ανθρώπινης ζωής σε πάμπολλους τομείς και
με σειρά τρόπων και μεθόδων; Έχει η λογοτεχνία το δικαίωμα να σιωπά;
Το ερώτημα αυτό για να απαντηθεί υπάρχουν πρώτα
ορισμένες προϋποθέσεις που πρέπει να εκπληρωθούν. Αν θέλει κανείς να προβεί σε
μια σοβαρή ανάλυση – πόσο μάλλον να προχωρήσει και σε κριτική – θα πρέπει να διευκρινίσει
τι ακριβώς εννοεί όταν αναφέρεται στο δικαίωμα της λογοτεχνίας, του συγγραφέα
δηλαδή να σιωπά. Απαντώ.
Όπως κάθε κοινωνική ομάδα, είτε είναι άτυπα
συγκροτημένη είτε όχι, έτσι και αυτή των λογοτεχνών δεν αποτελεί μια συμπαγή
μάζα. Δεν είναι όλοι οι λογοτέχνες το ίδιο ως προς την ιδεολογικο-πολιτική τους
συγκρότηση. Δεν είναι οι λογοτέχνες ένα ομοιόμορφο και ομοιογενοποιημένο πληθυσμιακό
σύνολο – και ευτυχώς προσθέτω. Συνεπώς, το ερώτημα ‘έχει η λογοτεχνία το
δικαίωμα να σιωπά’ απευθύνεται προφανώς στο σύνολο του λογοτεχνικού κόσμου αλλά
στους λογοτέχνες εκείνους που δεν έχουν ριζοσπαστικές ευαισθησίες, άγχη και
αναζητήσεις σχετικά με τη σημερινή (και όχι μόνο) κατάσταση πραγμάτων,
καταλαβαίνει κανείς ότι δεν λέει κάτι θετικά σημαντικό.
Άποψή μου είναι ότι για όσους λέει κάτι θετικά
σημαντικό το ερώτημα αυτό οφείλουν να διευρύνουν τον κύκλο του ενδιαφέροντος,
της κριτικής και της αποδοχής και να επιχειρήσουν να εμπλέξουν στη συζήτηση όσο
το δυνατόν περισσότερες γνώμες. Με άλλα λόγια, να αντιπαλέψουν αυτή τη
δηλητηριώδη τάση της αντιπολιτικής που, όπως θα δείξω στη συνέχεια, δεν
αποτελεί παρά μια δυνατή και αποτελεσματική ψευδαίσθηση. Προχωρώ λοιπόν.
Η αποστασιοποίηση του συγγραφέα (ποιητή και
πεζογράφου) από τα γεγονότα που διαδραματίζονται αποτελεί μια ξεκάθαρα φοβική αλλά
και ελιτίστικη προσέγγιση και στάση, μια βαθιά αντιδραστική και αντικοινωνική
νοοτροπία που αναλώνεται και εγκλωβίζεται στην άχαρη και εσφαλμένη αντίληψη του
φορμαλισμού, του επικίνδυνου δόγματος ‘η τέχνη για την τέχνη’. Αυτό άλλωστε
είναι προφανές. Αυτή η ιδέα και πρακτική για την τέχνη στην πραγματικότητα
αποδυναμώνει την ίδια την τέχνη, τη νεκρώνει, την αποαπειλητικοποιεί.
Όπως κι αν εξεταστεί η λογοτεχνία (αλλά και η τέχνη συνολικά) ως διαδικασία και λειτουργία αλλά και το σύνολο της ανθρώπινης δραστηριότητας, η αρχή και το συμπέρασμα είναι ότι τα πάντα είναι πολιτικά. Τα πάντα είναι ήδη πολιτικά:[1]
Τα πάντα
είναι πολιτική. Όχι απαραίτητα με την καθιερωμένη έννοια, αλλά με την έννοια
ότι το κάθε υποκείμενο επιτελεί ποικίλες πρακτικές οι οποίες δεν είναι ούτε
ανεξάρτητες ούτε περιφερειακές στην ιδεολογική του βάση. Αντίθετα, πηγάζουν
ευθέως απ’ αυτή και συνομιλούν, αναγκαστικά, μαζί της. Επομένως, δεν υφίσταται
η κατάσταση και θέση ενός απολίτικου, μη ιδεολογικού, ουδέτερου λόγου: κάθε
λόγος κατασκευάζεται και κατασκευάζει σκόπιμα ιδεολογικά φορτισμένες
«αλήθειες», οι οποίες, ανεξάρτητα από το τι λένε, βρίσκονται εντός του
δυναμικού πεδίου των σχέσεων εξουσίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο (και λόγο), οι
ανθρώπινες σχέσεις […] οφείλουν να ιδωθούν και να αναλυθούν στη βάση μιας μάχης
συμφερόντων, όπου κάθε υποκείμενο και κάθε πλευρά, εκπροσωπεί κι επιτελεί όχι μια
καθολική, αναλλοίωτη «αλήθεια», αλλά μια άποψη για το πώς επιλέγει να εννοήσει
και να αναπαραστήσει το κάθε τι (Κατσιγιάννης, 2025).
Κάθε λογοτεχνικό κείμενο δηλώνει λιγότερο ή
περισσότερο μια συμπαγή, πολιτική στάση και κατεύθυνση, ακόμη κι αν αυτή δεν είναι
εύκολα εντοπίσιμη και ακόμη κι αν ο ίδιος ο συγγραφέας δεν έχει συνείδηση αυτού
του γεγονότος. Δεν πρόκειται για ζήτημα κρίσης, αποτίμησης και συζήτησης, αλλά
για μια αναπόφευκτη, αναπόδραστη κατάσταση. Και ο λόγος είναι εξαιρετικά απλός.
Οτιδήποτε συντελείται στην κοινωνία (με την ευρύτερη έννοια) συντελείται από τα
υποκείμενα τα οποία την αποτελούν, δηλαδή από ιδεολογικο-πολιτικούς δρώντες. Ο
κόσμος υπάρχει και λειτουργεί στη βάση της φυσικοποίησης και της αποφυσικοποίησης:
είναι κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά κατασκευασμένος από τους ποικίλους
λόγους και τις ποικίλες πρακτικές που εμφανίζονται και ενεργούν, οικοδομώντας
έτσι ένα παλίμψηστο πολλαπλότητας, πολυσημίας και πολυχρωμίας.[2]
Συνεπώς, κάθε κατάσταση, οπότε και κάθε περιγραφή της,
αποτελεί προϊόν μιας ιδεολογικο-πολιτικής σύγκρουσης, ζύμωσης και τοποθέτησης.
Όταν λοιπόν δημιουργεί ο συγγραφέας, δημιουργεί αναπόφευκτα με βάση την κοσμοθεωρητική
του θέση, δηλαδή όπως ακριβώς, όταν ζει, ζει με βάση την κοσμοθεωρητική του
θέση.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι αναπαραστάσεις ενός
οποιουδήποτε λογοτεχνικού κειμένου δεν είναι ανεξάρτητες από την κοινωνία και
την ιδεολογικο-πολιτική θέση του συγγραφέα, δεν μπορούν να διαχωριστούν ούτε
από την ατμόσφαιρα στην οποία σκέφτεται και υπάρχει ούτε από την ατμόσφαιρα
στην οποία θα ήθελε να σκέφτεται και να υπάρχει. Ο συγγραφέας, με το έργο του,
εκφράζει, είτε άμεσα είτε έμμεσα, το πώς βιώνει ό,τι βιώνει στην κοινωνία του
και το πώς κρίνει αυτή την κατάσταση (άλλοτε σε επίπεδο ψυχογραφήματος και εσωτερικότητας,
άλλοτε σε επίπεδο συγκρουσιακής εξωστρέφειας).
Όταν λοιπόν λέω ότι η αποστασιοποίηση του συγγραφέα
από την (τρέχουσα και μη) κοινωνικο-πολιτική κατάσταση είναι απολύτως προβληματική
και κατακριτέα, αυτό δεν σημαίνει ότι εννοώ πως ο συγγραφέας οφείλει απαραίτητα
να επιδοθεί στην άσκηση μιας στερεοτυπικής και με την κλασική έννοια πολιτικής,
στρατευμένης τέχνης. Όχι βέβαια, δεν είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, χωρίς φυσικά
να θεωρείται μια κακή επιλογή.[3]
Και φυσικά ούτε εννοώ τη διαστρέβλωση ότι, αφού η τέχνη ενέχει εγγενώς το
πολιτικό, τότε δεν χρειάζεται από μέρους του συγγραφέα κάποια επιπρόσθετη, εμπρόθετη
ενέργεια. Τι εννοώ λοιπόν;
Ο συγγραφέας εκείνο το οποίο οφείλει να κάνει ώστε να
μην αυτοαποκλείεται από τον κύκλο της εντιμότητας και της αξιοπρέπειας, αλλά
και να μην συμβάλει και συντηρεί στη νέκρωση και απενεργοποίηση της τέχνης (του),
είναι να φροντίζει να μην αποσυνδέεται, με συνειδητό τρόπο, από την κριτική
σκέψη και παρατήρηση, να μην αποσπάται από την ποικιλότροπη πάλη για έναν αντιδογματικό
και ανοικτό κόσμο, να μην αφίσταται του εναλλακτικού οράματος. Να φροντίζει, με
τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, να μέριμνα γι' αυτό.
Η ανατρεπτική, καταγγελτική (ακόμα και προτασιακή) και
προοδευτική γραφή μπορεί να επιτελεστεί ποικιλοτρόπως. Αυτό είναι κάτι που το
ξέρουμε καλά. Αλλιώς παρουσιάζεται και δρα η πολιτικότητα σε ορισμένους συγγραφείς
και τελείως αλλιώς σε άλλους – εδώ φέρνουμε ποικίλα παραδείγματα στο νου. Ωστόσο,
και οι μεν και οι δε μεταφέρουν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, εμπλέκονται στην
ίδια ακριβώς ατμόσφαιρα. Ο συγγραφέας χρειάζεται να βρίσκεται μέσα στον κόσμο,
να ψάχνει αφηγήσεις ανθρώπων, πραγμάτων, σχέσεων και συνδετικών κρίκων, να
μελετά τα σημεία, να αφουγκράζεται τις αλλαγές και τις μεταστροφές, να
εμβαθύνει σε απόψεις και αναλύσεις: να προσπαθεί την ισορροπία μεταξύ του
αισθητικού και του πολιτικού, να έχει επίγνωση του μηχανισμού του βλέμματός του
και να λειτουργεί τόσο ως ερμηνευτής όσο και ως μετασχηματιστής. Αυτό είναι ο
συγγραφέας στην ουσία: ένας εθνογράφος.
Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας να επιδίδεται σε μια τέχνη
που βρίθει από κοινωνικότητα, περίσκεψη, περιέργεια και σωματικότητα και όχι σε
μια τέχνη αποστειρωμένη και μουσειακή (που, όπως ειπώθηκε παραπάνω, είναι και
αυτή εξίσου πολιτική απλώς όχι – με κάποιον τρόπο – ανατρεπτική και
εναλλακτική, δηλαδή είναι συμβιβασμένη και προσαρμοσμένη με τα κακώς κείμενα).
Άλλωστε, το ξέρουμε και αυτό καλά: η λογοτεχνία, η
πραγματική λογοτεχνία δεν είναι τίποτα πέρα από μια επιτελεστική δράση
αντίστασης και άρνησης, μια «επιτελεστική υλοποίηση» (βλ. Butler, 2017: 212-213)
της «αλήθειας» της αποκλεισμένης οπτικής, της παρεκκλίνουσας κοσμοθεώρησης. Με
την γραφή του, ο συγγραφέας πραγματοποιεί μια πολιτική της εμφάνισης,
εισέρχεται στη σφαίρα του κοινού λόγου και επιχειρεί να δώσει ορατότητα στη
σκέψη του. Η γραφή απονομιμοποιεί τις ισχύουσες «νόρμες» περί του «ανθρώπινου»
που συγκροτούν οι κυρίαρχοι λόγοι και η ως έχει δυναμική συνθήκη των σχέσεων εξουσίας
(βλ. Butler, 2017). Με άλλα, ντελεζιανά, λόγια, η γραφή είναι μια «γραμμή φυγής»
(Ντελέζ, 2024· Ντελέζ, & Παρνέ, 2022), μια γραμμή αντίστασης δηλαδή
(Ντελέζ, 2025: 105).
Σήμερα, η λογοτεχνία, ο λόγος της και τα υποκείμενα
της μοιάζουν να αγνοούν την αλλοτριωμένη και αλλοτριωτική κατάσταση στην οποία
ζούμε, μοιάζουν να μην θέλουν να εμπλακούν σε «πολιτικές διαδικασίες», αφού δεν
είναι «πολιτικοί» και, τέλος, αγνοούν πλήρως, στην πλειονότητά τους, όλα όσα
συμβαίνουν γύρω μας και δυσκολεύουν την ζωή. Αυτή η κατάσταση ως θλιβερή πρέπει
να αναγνωρίζεται.
Η αποστασιοποίηση του συγγραφέα από την καθημερινή ζωή
(τόσο τη δική του όσο και τη γενική), έχω την άποψη ότι δεν πρέπει να
εκλαμβάνεται ως μια επιλογή θεματολογίας, ως μια σκέψη και πράξη που
περιορίζεται στο πεδίο του αισθητικού. Αυτή η επιλογή της αποστασιοποίησης
μετατρέπει την καλλιτεχνική δημιουργία σε μια (με την αρνητική έννοια)
χειρουργική διαδικασία, σε μια κάκιστη ανατομία. Της αφαιρεί όλα εκείνα τα
ζωτικά για την ίδια στοιχεία που χωρίς αυτά αποτελεί απλώς μια μη δημιουργία – και
ορισμένες φορές μια κραυγαλέα αντι-δημιουργία.
Το ερώτημα ‘έχει η λογοτεχνία το δικαίωμα να σιωπά’
ομολογώ ότι είναι ένα αρκετά αντιδημοφιλές ερώτημα. Και ίσως πάντα να ήταν. Έχει
αισθητά λίγους αποδέκτες παρά το γεγονός ότι κατά καιρούς απευθύνεται – και
κατά καιρούς προσπαθεί να απευθύνεται – με μαζικό και αρκετά συμπεριληπτικό
τρόπο. Χρειάζεται, πιστεύω, να ενδυναμωθεί η φωνή αυτού του ερωτήματος, αλλά
δεν φτάνει φυσικά μόνο αυτό. Η τυποποιημένη αναπαραγωγή ενός αιτήματος, ακόμα
και μιας απαίτησης, είναι απλώς αντίδραση (και αντίδραση για την αντίδραση). Η
διατύπωση αυτού του ερωτήματος και οι προσπάθειες απάντησής του χρειάζεται να είναι
κάτι πέρα από αυτό: χρειάζεται να είναι μορφή αντίστασης, άρνησης και ρήξης,
όπως ακριβώς δηλαδή είναι και η πραγματική λογοτεχνία. Χρειάζεται, επίσης, να
αναλυθεί – και να αναλύεται διαρκώς και με συνεχή εμπλουτισμό της εργαλειοθήκης
– το ανομοιογενές περιεχόμενο και η ανομοιογενής στόχευσή του.
Αυτό σημαίνει ότι το ερώτημα ως τέτοιο είναι ένα ανοικτό
πεδίο σύγκρουσης και ζύμωσης αντιλήψεων, προθέσεων, στρατηγικών, πρακτικών,
σχεδιασμών και οπτικών. Οι απαντήσεις που δίνονται πρέπει να ιδωθούν ως σπόροι
και άνθη που διαμορφώνουν μια πολύχρωμη εικόνα, το μείγμα της οποίας συνίσταται
στην πολλαπλότητα, στην υβριδικότητα και στην ενδεχομενικότητα. Επομένως, η
συζήτηση γύρω από το ερώτημα αυτό οφείλει να διεξάγεται με πλήρη απουσία θέσεων
(αλλά και θέσεων) από τα πάνω, με την καθολική απόρριψη της αορατότητας και της
μη αναγνώρισης, με την καθολική υιοθέτηση της νοοτροπίας της μη βίας, να αναζητήσει
τη σύνθεση της ετερότητας – χωρίς ωστόσο η τελευταία να μετατραπεί (από κάποιο
σημείο κι έπειτα) σε ένα ομοιογενές σύνολο αλλά να παραμείνει ως τέτοια – και
όχι τον αποκλεισμό και την αφομοίωση.
Κλείνοντας, σημειώνω τούτο. Το ερώτημα ‘έχει η λογοτεχνία
το δικαίωμα να σιωπά’ αποσκοπεί, κατά την κρίση μου, σε μια αλλαγή προσανατολισμού
και κατεύθυνσης της λογοτεχνίας σε συνολικό βαθμό. Επιχειρεί να στρέψει το
βλέμμα, το σώμα και τη ροή της ίδιας της ζωής της γραφής, όχι προς έναν άλλο
κόσμο ή προς τον υπάρχοντα κόσμο, αλλά εντός του κόσμου, να λειτουργήσει σαν
μικροσκόπιο στο μικρο-επίπεδο των ζώων μας και να παραμείνει εκεί, δημιουργική
και (διανοητικά πρωτίστως και κυρίως) εξεγερμένη.
Βιβλιογραφία
Butler, J. (2017). Σημειώσεις για μια επιτελεστική θεωρία της συνάθροισης (Μ. Λαλιώτης, Μτφρ., Ρ. Σινοπούλου, Επιμ.). Αθήνα: Angelus Novus.
Κατσιγιάννης, M. (2025). Λογοτεχνικό τοπίο και ανθρώπινες σχέσεις. Art in Vivo. Ανακτήθηκε 20 Μαΐου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_76.html
Ντελέζ, Ζ (2024). Κριτικά και κλινικά (Χ. Κολύρη, Μτφρ., Γ. Ρήγας, Επιμ.). Αθήνα:Κέδρος.
Ντελέζ, Ζ. (2025). Δύο καθεστώτα τρελών: Κείμενα και συνεντεύξεις 1975-1995 (Κ. Μπούντας, Μτφρ., Ντ. Λαπουζάντ, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.
Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.
Orwell. G. (2011). Δοκίμια (Γ. Λυκιαρδόπουλος & Στ. Ροζάνης, Μτφρ.). Έρασμος.
Όργουελ, Τζ. (2021). Βιβλία εναντίον τσιγάρου (Γ. Ί. Μπαμπασάκης, Μτφρ.). Μεταίχμιο.
Όργουελ, Τζ. (2022). Ό,τι μου κάνει κέφι (Ο. Πάππος, Μτφρ.).
Μεταίχμιο.
[1] Ειδικότερα για τη σχέση
λογοτεχνίας και τέχνης ευρύτερα και πολιτικής βλ.: Όργουελ, 2021, Όργουελ,
2022, Orwell, 2011
[2]
Περισσότερα γι’ αυτό, βλ.: τη σχετική βιβλιογραφία (Peter L. Berger &
Thomas Luckmann, Michel Foucault, Judith Butler κ.λπ.).
[3] Η συζήτηση γύρω από τα θετικά
και τα αρνητικά (τα οποία, κατά τη γνώμη μου, υπερισχύουν) της στερεοτυπικά
στρατευμένης τέχνης είναι αναμφίβολα μία μεγάλη συζήτηση, που δεν θα πραγματοποιηθεί
εδώ.
Πρώτη δημοσίευση: τοβιβλίο.net | Διάβασέ το!, 22 Μαΐου 2026