Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Τέχνη, αλλά χωρίς αυταρχισμό

 Τέχνη, αλλά χωρίς αυταρχισμό


του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Στην εικόνα απεικονίζεται ο καλλιτέχνης Yves Klein να δημιουργεί τη γνωστή του σειρά «Fire Paintings»


Υπάρχουν θέματα τα οποία τα θεωρώ τόσο δεδομένα που δεν σκέφτομαι καν να μιλήσω γι' αυτά. Νομίζω ότι πολλοί άνθρωποι (αν όχι όλοι) έχουν ο καθένας μία σειρά από τέτοια θέματα στο μυαλό τους. Κάτι σαν το προσωπικό ιδεολογικό αλφάβητο το οποίο άπαξ και το κατέκτησες δεν ασχολείσαι ξανά μαζί του – συνειδητά τουλάχιστον. Ένα τέτοιο θέμα-αλφάβητο λοιπόν για μένα είναι αυτό του παρόντος κειμένου το οποίο συνοψίζεται στο ακόλουθο λιτό κι επίμονο ερώτημα: «Υπάρχει λάθος τέχνη;». Θέση μου – και είναι αυτή που θα υποστηρίξω εδώ – είναι ότι προφανώς και δεν υπάρχει λάθος τέχνη ούτε φυσικά και λάθος στην τέχνη. Προχωρώ.

Δεν υπάρχει λάθος και σωστή φωτογραφία, ποίημα, μουσική, πίνακας κ.λπ. Υπάρχουν μόνο διαφορετικές (αντικρουόμενες και μη) αντιλήψεις περί της τέχνης και της εφαρμογής της. Αυτό είναι το σύμπαν της τέχνης. Η άποψη βέβαια ότι υπάρχει λάθος αισθητική διεργασία και λάθος αισθητικό αποτέλεσμα είναι ευρέως διαδεδομένη (όπως πολλές λανθασμένες και κακοποιητικές στην πραγματικότητα απόψεις) και δεν αποτελεί στην πραγματικότητα παρά το αφήγημα συντηρητικών, δογματικών, ουσιοκρατικών και φορμαλιστικών, μεταξύ πολλών άλλων, αντιλήψεων τόσο για την ίδια την τέχνη ειδικά όσο και για τον κόσμο, τον άνθρωπο και τη ζωή ευρύτερα. 

Ωστόσο, προσοχή εδώ. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο καλλιτέχνης λειτουργεί και δρα εν κενώ. Εξηγώ τι εννοώ.

Δεν υπάρχει καλλιτεχνική δημιουργία που δεν ακολουθεί ένα σύνολο κανόνων, που δεν διέπεται από ένα (λιγότερο ή περισσότερο) δομημένο σύστημα οργάνωσης, επεξεργασίας και σχεδιασμού. Αυτό όμως που συμβαίνει είναι ότι οι όποιοι κανόνες υπάρχουν, υπάρχουν πάντα και μόνο υπό το καθεστώς της ρευστότητας, της υποκειμενικότητας και της σχετικότητας. Η ιδέα περί ενός καθολικού κανόνα για την κάθε τέχνη είναι πλήρως εσφαλμένη, βαθιά αποκαρδιωτική και πολιτικά επικίνδυνη, αφού αυτό που εκπροσωπεί είναι η ομοιομορφία, η μονοφωνία, η τυποποιημένη σκέψη και δράση, η συντήρηση, η νομοκρατία και η αποφυγή κάθε είδους διαφοράς (από τη στιγμή που η τελευταία εκλαμβάνεται ως – δυνητική – απειλή).

Έτσι, όταν κάποιος λέει ότι ένα συγκεκριμένο έργο τέχνης είναι λάθος, άσχημο, μη ωραίο και ό,τι άλλο,  καθώς τα αντίθετα αυτών, το μόνο που κάνει είναι να εκφράζει την προσωπική του κρίση, έτσι όπως αυτή έχει διαμορφωθεί μέσα από τα αόρατα, ρευστά και σχεσιακά πλέγματα της κοινωνικής κατασκευής (βλ. Μπέργκερ & Λούκμαν, 2003), τη συλλογική συνείδηση της «ερμηνευτικής κοινότητας» (βλ. Fish, 1980, 2019) με την οποία αλληλεπιδρά και στην οποία ανήκει. Δεν εκφράζει δηλαδή κάποια φυσική στάση, κάποια καθολική, αυθύπαρκτη άποψη, αλλά μόνο το παραπάνω. Με άλλα λόγια, το οντολογικό, ταυτοτικό και υπαρξιακό πρόβλημα για την τέχνη επαφίεται – όπως άλλωστε συμβαίνει και με κάθε πρόβλημα – στον πόλεμο των λόγων. Δεν υφίσταται αλήθεια για το τι εστί τέχνη, αλλά μόνο σχέσεις εξουσίας και «καθεστώτα αλήθειας» (βλ. Foucault, 1970, 1987̇ Φουκό, 1987, 1991̇ Μπαλαμπανίδου, 2019).

Σίγουρα, ο καλλιτέχνης όταν δημιουργεί (τόσο στο προ-πρακτικό όσο και στο πρακτικό επίπεδο), αναπόφευκτα ακολουθεί μια φόρμα, έναν οδηγό. Ωστόσο, ο καλλιτέχνης, όταν είναι πραγματικά τέτοιος και όχι ένας μίμος, ένας ενοχικός και φοβικός ακόλουθος, επιτελεί το έργο του με βάση τη σύνθεση της κουλτούρας, της ιδεολογίας, της ιδιοσυγκρασίας του και των ποικίλων επιρροών του. Από αυτή τη σύνθεση δεν προκύπτει μόνο το έργο, το αποτέλεσμα δηλαδή της καλλιτεχνικής του έρευνας και αναζήτησης, αλλά και οι κανόνες με βάση τους οποίους αυτό κατασκευάστηκε.

Ωστόσο, διάφοροι καλλιτέχνες, θεωρητικοί, κριτικοί και εκπαιδευτικοί ακόμη, στην κατά τα αποτελέσματα μάταιη προσπάθειά τους να αντιληφθούν ουσιαστικά και να κατανοήσουν βαθύτερα την τέχνη, θέτουν διάφορα κριτήρια ως προς τα χαρακτηριστικά της αισθητικής. Αυτή η τάση – που μπορεί πολύ εύκολα να χαρακτηριστεί δογματισμός – θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί ένα είδος ευγονικής (βλ. Κατσιγιάννης, 2025).

Η όποια προσπάθεια οριζόντιας και ολοκληρωτικής επιβολής εξωτερικών κανόνων και νορμών γύρω από την καλλιτεχνική δημιουργία συμβάλει (κάτι που επιτυγχάνεται με θεαματικό τρόπο μάλιστα) στον αποκλεισμό απόψεων, έργων, νοοτροπιών και ανθρώπων και προωθούν το ελιτίστικο, δογματικό, αυταρχικό και περιχαρακωμένο δίκτυο σχέσεων και αντιλήψεων που διαχρονικά μαστίζει την τέχνη (τόσο ως κοινότητα όσο και ως δράση). Η προσπάθεια επιβολής εξωτερικών κανόνων και νορμών γύρω από την καλλιτεχνική δημιουργία εμποδίζει την παραγωγή της επιθυμίας, φράζει την εναλλακτική κίνηση, καταστρέφει την πολυχρωμία, την εξερεύνηση και την ζωηράδα, την ανυπακοή, την παρέκκλιση και την απειθαρχία για χάρη μιας δήθεν ασφάλειας και μιας δήθεν ησυχίας. Η αυταρχική, συντηρητική, ουσιοκρακτική και κανονιστική αυτή θεώρηση επιχειρεί να οριοθετήσει σκληρά το ανατρεπτικό πεδίο που είναι η τέχνη και να καθιερώσει (και να καθολικοποιήσει στη συνέχεια) το τι, το πώς και γιατί ενός έργου τέχνης.

Όμως, η πραγματικότητα της τέχνης κινείται σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση. Η τέχνη δεν υπάρχει, δεν «είναι» και ο άνθρωπος την αναζητά, την βρίσκει είτε μερικώς (βλ. «μέτριοι» καλλιτέχνες για την κατεστημένη άποψη) είτε στην ολότητά της (βλ. «καλοί» καλλιτέχνες για την κατεστημένη άποψη) και την εφαρμόζει, αλλά επινοείται, εξελίσσεται αδιάκοπα, μεταβάλλεται διαρκώς με τρόπους κρυφούς και μη, αναδιοργανώνεται, αποσυντίθεται και επανασυστήνεται, πολλές φορές με τρόπο και λόγο μαγικό δίχως παρελθόν, παρόν και μέλλον. Η τέχνη ζει επειδή ζούμε εμείς, είναι δικό μας κατασκεύασμα και όχι ένα παιχνίδι κρυμμένου θησαυρού στο οποίο υπάρχουν νικητές και χαμένοι. Αυτή είναι όλη η ουσία του λόγου μου.

Τέχνη μπορεί να γίνει το οτιδήποτε, με αναρίθμητους τρόπους και μεθόδους και για οποιονδήποτε λόγο. Δεν χρειάζεται ο εκάστοτε καλλιτέχνης τη νομιμοποίηση και την έγκριση από τον νόμο κανενός ανθρώπου  που αυτοαποκαλέστηκε χωροφύλακας και τροχονόμος – τοξικότητα εδώ. Το πεδίο της τέχνης είναι το κατεξοχήν πεδίο που ενσαρκώνει τις έννοιες του πειραματισμού, της ανοικτότητας, της υβριδικότητας και της ενδεχομενικότητας. Είναι το πεδίο της κατασκευής, της καταστροφής και της γέννησης, της βίας και της φροντίδας. Υπό αυτή την έννοια, η τέχνη ως έννοια και πρακτική είναι θα λέγαμε εγγενώς «ριζωματική», μια «γραμμή φυγής», είναι ριζοσπαστική, συγκρουσιακή, προκαλεί και αναδύει μέσω υβριδικών διεργασιών τα «γίγνεσθαι» (βλ Deleuze & Guattari, 2017̇ Ντελέζ & Παρνέ, 2022), επανανοηματοδοτεί τις μορφές και τα περιεχόμενα, επαναπροσδιορίζει ολόκληρη την ταυτότητα του καλλιτέχνη καθώς και τους συνομιλητές του (βλ. Κατσιγιάννης, 2026).

Η τέχνη είναι πάντοτε το «άλλο», ο «άλλος», ο «άλλος» τόπος, ο «άλλος» χωροχρόνος, η δύναμη που ζορίζεται από τις πραγματικότητες και τις ζορίζει με τη σειρά της πίσω. Είναι η μάχη του ανθρώπου για την ύπαρξη, για τις αισθήσεις, για τη φαντασία της ζωής αλλιώς και αλλού. Με άλλα λόγια, η τέχνη προσιδιάζει στην ερωτική διαδικασία, στη γέννηση, στον θάνατο, αφού μαζί της το υποκείμενο ανασυντάσσεται πλήρως και αναγεννάται. Και μαζί με αυτό αναγεννάται και ολόκληρος ο κόσμος του.

Η τέχνη ανήκει στον καθένα από μας όσο και όπως θέλει. Δεν υπάρχουν προϋποθέσεις, δεν υπάρχουν δισταγμοί, δεν υπάρχουν προαπαιτούμενα, δεν υπάρχουν περιορισμοί, δεν υπάρχουν κανόνες, δεν υπάρχουν όρια. Αν υπάρχουν όλα αυτά τότε η τέχνη – και τα έργα της – βαλσαμοποιείται, νεκρώνεται, αποαπειλητικοποιείται. Ο καθένας από μας μπορεί να ασκήσει οποία τέχνη θέλει, για όσο θέλει, όπως θέλει και για οποίο λόγο θέλει. Μόνο έτσι μπορούμε να συστηθούμε ως ελπιδοφόρα ανθρωπότητα, ως «νομαδικά» υποκείμενα (βλ. Deleuze & Guattari, 2017̇), μόνο έτσι μπορούμε να τροφοδοτήσουμε θετικά τη σχεσιακότητα που μας χαρακτηρίζει και μας προσδιορίζει, μόνο έτσι έχουμε τη δυνατότητα να φανταστούμε ότι η πολυσημία, η κινητήρια δύναμη του κόσμου δηλαδή, μπορεί πράγματι να επιτελεστεί εύστοχα και με θετικά αποτελέσματα για όλους και για κάθε τι.

Στο σημείο αυτό και ολοκληρώνοντας τις σκέψεις μου γράφω τούτο. Ο πιο ανοικτός χώρος είναι,  χωρίς καμία δεύτερη σκέψη, αυτός της τέχνης κι έτσι πρέπει να παραμείνει – ένα από τα ελάχιστα «πρέπει» που μου αρέσουν πολύ και που τα εκφέρω με πραγματική απόλαυση. 


Βιβλιογραφία


Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Fish, S. (1980). Is There a Text in This Class? The Authority of Interpretive Communities. Cambridge, MA: Harvard UP.

Foucault, M. (1970). Η τάξη του λόγου (μτφρ. Μ. Χρηστίδης). Αθήνα: Ηριδανός

Foucault, M. (1987). Η αρχαιολογία της γνώσης (μτφρ. Κ. Παπαγιώργης ). Αθήνα: Εξάντας.

Κατσιγιάννης Μ. (2025). Η θέση της αφήγησης στη διδασκαλία της λογοτεχνίας στην προσχολική εκπαίδευση. Κριτική Εκπαίδευση, (6). https://doi.org/10.26247/kritekp.6.2586

Κατσιγιάννης, M. (2026). Ριζωματικές επιτελέσεις στο πεδίο της τέχνης: ένας ανοικτός επαναπροσδιορισμός της τέχνης με το κοινωνικό. Χάρτης. Ανακτήθηκε 30 Ιουνίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/04/blog-post.html

Μπαλαμπανίδου (Zafira Balabanidou) Ζ. (2019). Έμφυλοι λόγοι, σχολικά μαθηματικά και υποκειμενικότητα: Η περίπτωση της Φωτεινής. Έρευνα στη Διδακτική των Μαθηματικών, (13), 6–24. https://doi.org/10.12681/enedim.21964

Μπέργκερ, Π. Λ., & Λούκμαν, Τ. (2003). Η κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας (Κ. Αθανασίου, Μετ., Γ. Κουζέλης & Δ. Μακρυνιώτη, Επιμ.). Νήσος.

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.

Φις, Σ. (2019). Ερμηνεύοντας το Variorum. Στο K. M. Newton (επιμ.), Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα: Ανθολόγιο κειμένων (Α. Κατσικερός & Κ. Σπαθαράκης, Μτφρ.) (σσ. 357-366). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης.

Φουκό, Μ. (1987). Εξουσία, γνώση και ηθική (μτφρ. Ζ. Σαρίκας). Αθήνα: Ύψιλον.

Φουκώ, Μ. (1991). Η Μικρο-φυσική της εξουσίας (μτφρ. Λ. Τρουλινού), Ύψιλον.

 

 Πρώτη δημοσίευση: τοβιβλίο.net | Διάβασέ το!, 5 Ιουλίου 2026