Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Διάβασα τον ‘βράχο του Σίσυφου’, του Κωνσταντίνου Λίχνου

Διάβασα τον ‘βράχο του Σίσυφου’, του Κωνσταντίνου Λίχνου [1]



του Μιχάλη Κατσιγιάννη




Ο Σίσυφος. Ένα μεγάλο θέμα ποικίλων στοχασμών που έτυχε πολλών αξιοποιήσεων, με σημαντικότερη ίσως την προσπάθεια του Αλμπέρ Καμύ. Στο βιβλίο του Κωνσταντίνου Λίχνου, το οποίο αναμφίβολα πρόκειται για ένα κείμενο υβριδικό, που κινείται μεταξύ λογοτεχνικής και δοκιμιακής γραφής και πρόθεσης, ο Λίχνος, παίρνει τη σκυτάλη από μια μεγάλη φιλοσοφική και καλλιτεχνική παράδοση και γράφει για τον δικό του Σίσυφο.

Το βιβλίο περιέχει μια εισαγωγή του συγγραφέα που περιδιαβαίνει τον μύθο και ενημερώνει τον μη σχετικό αναγνώστη γύρω από διάφορες ερμηνείες και αναλύσεις. Αυτή η επιλογή του συγγραφέα καθίσταται σωστή και σημαντική, με την έννοια ότι ξεκαθαρίζει το τοπίο γύρω από τη φιγούρα του Σίσυφου και την εργασία του.

Ένα μαρκουζιανής εμπνεύσεως διήγημα, ‘Ο βράχος του Σίσυφου’, είναι μια σειρά μονολόγων του τελευταίου, μέσα από τους οποίους τίθενται ποικιλοτρόπως κρίσιμα ερωτήματα προς τον αναγνώστη. Η βασική μου θέση είναι ότι το πόνημα του Λίχνου, αποτελεί μία σπουδή πάνω (και μέσα) στα ανθρώπινα. Εργαλειοποιώντας, με τη θετική έννοια, το πρότυπο του Σίσυφου και καθιστώντας τον κεντρικό ήρωα της γραφής, ο συγγραφέας δημιουργεί ένα άλλο παράδειγμα για τον Σίσυφο και εξετάζει φλέγοντα ζητήματα του σύγχρονου (και όχι μόνο) κόσμου, ανοίγοντας έναν διάλογο (μέσα από τη μονολογική διάθεση του Σίσυφου) γύρω από τις συνθήκες διαβίωσης του σημερινού ανθρώπου.

Ως κεντρικό γνώρισμα της συγγραφικής διάθεσης του Λίχνου, αναγνωρίζω την προσπάθεια για ανάδειξη της ταύτισης του σισύφειου τρόπου δράσης και ύπαρξης με τον σημερινό άνθρωπο. Όμως, αναγνωρίζω κι ακόμη ένα, το οποίο διατυπώνεται ρητά κι από τον συγγραφέα. Ο Σίσυφος δεν πρέπει να ιδωθεί ως το απόλυτα κυριευμένο υποκείμενο. Αντίθετα, μπορούμε καλύτερα να αντιληφθούμε την κατάστασή του ως μια διεργασία ανυπακοής, χειραφέτησης και άρνησης. Και αυτού του είδους η προσέγγιση από τον συγγραφέα νομίζω ότι χαροποιεί ιδιαίτερα.

Ένα διήγημα που η προέλευσή του βρίσκεται μάλλον στην κριτική θεωρία, μας καλεί όχι για το αναμενόμενο μόνο, δηλαδή το να μιλήσουμε για τον Σίσυφο και με ό,τι τον συνοδεύει (αλλοτρίωση, παράλογο, ματαίωση, φόβος, αποσύνδεση, απουσία επικοινωνίας, άκαρπη και μη δημιουργική επαναληπτικότητα, μηχανιστική ζωή κ.λπ.). Αλλά μας καλεί σε κάτι πολύ πιο ισχυρό και τολμηρό: να σκεφτούμε για τον Σίσυφο, να σκεφτούμε τον Σίσυφο και να δούμε καλά ότι του μοιάζουμε. Και ακολουθώντας την ερμηνευτική προσέγγιση της γραφής του Λίχνου, να δούμε τι και πώς μπορεί να συμβεί εδώ, στον υλικό (τον μόνο πραγματικό δηλαδή) κόσμο.

Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω ότι βλέπω στον ‘βράχο του Σίσυφου’ πολύ ζωντανή την πρακτική του διαλόγου, και όχι του στησίματος εννοιών. Δηλαδή, ο συγγραφέας επεξεργάζεται μια σειρά από εννοιολογικές προτάσεις, παραστάσεις και ερεθίσματα τα οποία τοποθετεί στο κείμενο όχι με έναν στείρο και διδακτικό τρόπο αλλά προωθώντας μια διαλεκτική συσχέτιση (γεγονός δύσκολο για την πεζογραφία).


[1] Η έκδοση που ακολουθεί το κείμενο είναι η εξής: Λίχνος, Κ. (2024). Ο βράχος του Σίσυφου. Εκδόσεις Γράφημα.