Η συγγραφική νοοτροπία του Τζορτζ Όργουελ ως παρακαταθήκη
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
Η σκέψη και η συζήτηση γύρω από τον Τζορτζ Όργουελ εγείρει πάντοτε ζητήματα υπαρξιακής φύσης γύρω από την τέχνη ως λειτουργία. Τι είναι και πώς δρα η πολιτική γραφή; Η αισθητική είναι – και πρέπει να μείνει – καθαρή; Ποιος είναι ο σκοπός του καλλιτέχνη; Τέτοιου είδους θεμελιακά ερωτήματα απασχολούν νομίζω σχεδόν κάθε άνθρωπο που έρχεται αντιμέτωπος με το έργο του Τζορτζ Όργουελ είτε πρόκειται για τα λογοτεχνικά του κείμενα είτε πρόκειται για τα δοκιμιακά του κείμενα.
Ο Όργουελ είναι προφανώς και εμφανώς ένας πολιτικός, στρατευμένος συγγραφέας στις αξίες της αριστερής και δημοκρατικής κουλτούρας και νοοτροπίας και τα ιδανικά μιας καλύτερης, ανοικτής, δικαιότερης και ανθρώπινης κοινωνίας. Πορεύθηκε στη ζωή του χωρίς την υιοθέτηση δογμάτων, ορθοδοξιών, ιδεοληψιών και κομματικών εμμονών και κήρυξε έναν λογοτεχνικό λόγο ενάντια στη βαρβαρότητα του ολοκληρωτισμού – με τα πλέον χαρακτηριστικά του έργα 1984 και Η φάρμα των ζώων.
Ο Μπαμπασάκης σημειώνει σχετικά: «ένας ανοιχτομάτης επικριτής των κακώς κειμένων, δίχως ποτέ να περνάει στην όχθη της απόλυτης άρνησης, και δίχως, επίσης, πότε να ενστερνίζεται μονοκόμματες λαμαρίνες ιδεών, δογματικά πακέτα και σύνολα ιδεολογημάτων» (Όργουελ, 2021: 198).
Ή όπως το θέτει και ο ίδιος ο Όργουελ με την πασίγνωστη δήλωσή του: «κάθε γραμμή σοβαρού έργου που έχω γράψει από το 1936 γράφτηκε, άμεσα ή έμμεσα, εναντίον του ολοκληρωτισμού και υπέρ του δημοκρατικού σοσιαλισμού, όπως τον καταλαβαίνω» (Orwell, 2011: 19).
Ο Όργουελ, γράφει ο Μπαμπασάκης, ήταν «κόκκινο πανί για τους αντιδραστικούς και μαύρο πρόβατο για όσους λογίζονταν ως σύντροφοί» του (Όργουελ, 2021: 198). Αυτό είναι κάτι που όλοι γνωρίζουμε. Όμως, όπως επίσης όλοι γνωρίζουμε, ο Όργουελ δεν πτοήθηκε στιγμή, προσπάθησε και κατάφερε «να φτάσει στις αλήθειες της ζωής, της κοινωνίας και της πολιτικής, και να τις εκφράσει με έναν τρόπο που έκανε τους φίλους της αλήθειας να τον λατρέψουν και τους εχθρούς της να τον μισήσουν και να τον διαβάλλουν», συμπληρώνει ο Μπαμπασάκης (Όργουελ, 2021: 202-203).
Η γραφή του Όργουελ είναι η πιο αντιπροσωπευτική ίσως σε ολόκληρο το λογοτεχνικό φάσμα σε ζητήματα που αφορούν την κοινωνική οργάνωση μέσω του ολοκληρωτισμού, τη βαθιά επιτήρηση και τον τοξικό έλεγχο της σκέψης, την παραβίαση ακόμη και των πιο θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την απόλυτη ανελευθερία, αλλά και τις συνθήκες του ακραίου παραλόγου. Με την πένα του εντόπισε και στηλίτευσε έντονα την κυριολεκτική πολιτική παρακμή – αλλά και την κυριολεκτική πολιτική παρακμή που έρχεται μετά το όνειρο και αυτό είναι ακόμη πιο βαρύ. Ο τρόπος του, εύγλωττος και εύληπτος, καθιστά τη λογοτεχνία και τη σκέψη του κατανοητή ακόμη και στον πιο άσχετο ή/και ανώριμο πολιτικά αναγνώστη.
Ο φόβος προς τον ολοκληρωτισμό, για τον Όργουελ, δεν περιορίζεται μόνο στο αμιγώς πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο, αλλά απειλεί και την ίδια την ύπαρξη της λογοτεχνίας ως τέχνης και του συγγραφέα ως καλλιτέχνη, αφού «η λογοτεχνία είναι καταδικασμένη εάν χαθεί η ελευθερία της σκέψης» (Όργουελ, 2021: 67). Αυτό ακριβώς δηλαδή που συμβαίνει στα ολοκληρωτικά καθεστώτα: η δημιουργία, ο αυθορμητισμός και «η φαντασία [...] δεν μπορεί να μεγαλώσει μες στην αιχμαλωσία» (Όργουελ, 2021: 68).
Στο δοκίμιό του Λογοτεχνία και ολοκληρωτισμός γράφει, μεταξύ άλλων, γι' αυτό το ζήτημα: «αν ο ολοκληρωτισμός θριαμβεύσει σε ολόκληρο τον κόσμο, η λογοτεχνία, όπως την ξέραμε μέχρι σήμερα, φτάνει σε ένα τέλος» (Όργουελ, 2022: 241). Και συνεχίζει ζητώντας την προσοχή των ενδιαφερόμενων: «όποιος νιώθει την αξία της λογοτεχνίας, όποιος βλέπει τον κεντρικό ρόλο που παίζει στην εξέλιξη της ανθρώπινης Ιστορίας, πρέπει να δει ως ζήτημα ζωής και θανάτου την αντίσταση στον ολοκληρωτισμό, είτε αυτός μας επιβάλλεται απέξω είτε από μέσα» (Όργουελ, 2022: 242).
Ο Όργουελ άφησε πολύ έντονα το στίγμα του σε αυτού του είδους τη λογοτεχνική πρόθεση και πρακτική και γι' αυτό πολεμήθηκε και συνεχίζει μέχρι και σήμερα να δέχεται δηλητηριώδεις και συχνά ανεδαφικές επικρίσεις και κριτικές. Το ότι πολεμήθηκε όσο λίγοι δεν πρόκειται για κάποιο νέο, όλοι το γνωρίζουν ότι δεν είναι λίγοι αυτοί που τον κατατάσσουν στις αμφιλεγόμενες προσωπικότητες είτε του λογοτεχνικού στερεώματος είτε και γενικότερα. Ωστόσο, έχει πολύ μεγάλη σημασία να κοιτά κανείς πρώτα και να ελέγχει ποιος και από ποια ιδεολογικο-πολιτική θέση και κατεύθυνση μιλά. Συνεχίζω.
Το μεγάλο ζήτημα για τον Τζορτζ Όργουελ είναι η ισορροπία μεταξύ του πολιτικού και του αισθητικού. Κάτι που απασχολεί αρκετούς συγγραφείς ανεξάρτητα από το αν εν τέλει επιτυγχάνουν μια τέτοια ισορροπία. Αυτό είναι το μεγάλο συγγραφικό άγχος του Όργουελ, εκεί εντοπίζεται η ουσία της συγγραφικής του νοοτροπίας. Για να καταλάβει κανείς τη συγγραφική νοοτροπία του Όργουελ νομίζω ότι οφείλει πρώτα να καταλάβει το θεμέλιο πάνω στο οποίο υπάρχει, δρα και δημιουργεί. Το θεμέλιο αυτό συνοψίζεται στην κοσμοθεωρητική άποψη ότι τα πάντα είναι πολιτικά, τα πάντα είναι ζητήματα πολιτικής ερμηνείας και ιδεολογικής επεξεργασίας:
Τα πάντα είναι πολιτική. Όχι απαραίτητα με την καθιερωμένη έννοια, αλλά με την έννοια ότι το κάθε υποκείμενο επιτελεί ποικίλες πρακτικές οι οποίες δεν είναι ούτε ανεξάρτητες ούτε περιφερειακές στην ιδεολογική του βάση. Αντίθετα, πηγάζουν ευθέως απ’ αυτή και συνομιλούν, αναγκαστικά, μαζί της. Επομένως, δεν υφίσταται η κατάσταση και θέση ενός απολίτικου, μη ιδεολογικού, ουδέτερου λόγου: κάθε λόγος κατασκευάζεται και κατασκευάζει σκόπιμα ιδεολογικά φορτισμένες «αλήθειες», οι οποίες, ανεξάρτητα από το τι λένε, βρίσκονται εντός του δυναμικού πεδίου των σχέσεων εξουσίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο (και λόγο), οι ανθρώπινες σχέσεις [...] οφείλουν να ιδωθούν και να αναλυθούν στη βάση μιας μάχης συμφερόντων, όπου κάθε υποκείμενο και κάθε πλευρά, εκπροσωπεί κι επιτελεί όχι μια καθολική, αναλλοίωτη «αλήθεια», αλλά μια άποψη για το πώς επιλέγει να εννοήσει και να αναπαραστήσει το κάθε τι (Κατσιγιάννης, 2025).[1]
Στην βάση αυτή κινείται ο Όργουελ και, επομένως, η τέχνη γι' αυτόν δεν μπορεί παρά να αποτελεί μια εγγενώς πολιτική δραστηριότητα. Το βασικό του μέλημα είναι η αλλαγή της πρόσληψης της πολιτικής γραφής: «αυτό που πάνω απ' όλα θέλησα [...] είναι να μετατρέψω την πολιτική γραφή σε τέχνη» (Orwell, 2011: 19). Μας λέει ο ίδιος: «κανένα βιβλίο δεν είναι αυθεντικά ελεύθερο πολιτικών προκαταλήψεων. Η άποψη πώς η τέχνη δεν έχει καμιά δουλειά με την πολιτική αποτελεί η ίδια μια πολιτική στάση (Orwell, 2011: 16)». Και αλλού: «η προπαγάνδα με κάποια μορφή υφίσταται σε κάθε βιβλίο [...] κάθε έργο τέχνης έχει ένα νόημα και ένα σκοπό – πολιτικό, κοινωνικό και θρησκευτικό» (Orwell, 2011: 72).
Στη σκέψη του Όργουελ λοιπόν το αισθητικό δεν βρίσκεται εκτός του πολιτικού (και το αντίθετο), δεν πρόκειται δηλαδή για μια προαιρετική διαλεκτική, αλλά για ενοποίηση που έτσι, και ως τέτοια, επιτελείται από το συγγραφικό υποκείμενο. Δεν δύναται να συμβαίνει διαφορετικά. Ο Όργουελ αντιτίθεται στο δόγμα (και σε αυτό) η τέχνη για την τέχνη και προωθεί ένα διαφορετικό λογοτεχνικό μοντέλο, το οποίο δεν αναγνωρίζει καμία ουδετερότητα, καμία καθαρότητα στην τέχνη: «οι αισθητικές μας κρίσεις χρωματίζονται πάντα από τις προκαταλήψεις και τα πιστεύω μας» (Orwell, 2011: 72).
Διαβάζω σχετικά με αυτό από τον ίδιο: «ο καθένας γράφει γι' αυτά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Το πρόβλημα είναι απλώς με ποια πλευρά τάσσεται κανείς και με ποιον τρόπο την προσεγγίζει. Κι όσο πιο πολύ συνειδητές είναι οι πολιτικές κλίσεις σου, τόσο πιο πολλές πιθανότητες έχεις να δράσεις πολιτικά χωρίς να θυσιάσεις την αισθητική και πνευματική σου ακεραιότητα» (Orwell, 2011: 19).
Με άλλα λόγια, για τον Όργουελ η τέχνη κάνει κι αυτή, με τον δικό της τρόπο, πολιτική:
πάντοτε υποστήριζα ότι κάθε καλλιτέχνης είναι προπαγανδιστής. Δεν εννοώ πολιτικός προπαγανδιστής. Εάν διαθέτει την οποιαδήποτε ειλικρίνεια ή ταλέντο, δεν μπορεί να είναι αυτό. Το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής προπαγάνδας έχει να κάνει με το να λες ψέματα, όχι μόνο σε σχέση με τα γεγονότα, αλλά και σε σχέση με τα ίδια σου τα συναισθήματα. Όμως κάθε καλλιτέχνης είναι προπαγανδιστής με την έννοια ότι προσπαθεί, άμεσα ή έμμεσα, να προβάλλει μία οπτική της ζωής η οποία του φαίνεται ποθητή» (Όργουελ, 2022: 215).
Στον Όργουελ, αλλά και σε πολλούς άλλους συγγραφείς, το κέντρο βάρους βρίσκεται στον πόλο του πολιτικού, όχι του αισθητικού, όπως ο καθένας είναι σε θέση να διακρίνει σχετικά. Αποκαλύπτεται εξάλλου ο ίδιος: «κοιτώντας αναδρομικά όλο μου το έργο, βλέπω ότι κατά κανόνα όταν μου' λειπε ένας πολιτικός στόχος έγραφα άψυχα βιβλία και ξεστράτιζα σε φανταχτερά κατεβατά, σε προτάσεις δίχως νόημα, σε διακοσμητικά επίθετα και γενικά σε αερολογίες» (Orwell, 2011: 22).
Όμως, χρειάζεται μεγάλη προσοχή εδώ. «Η πολιτική ευθύτητα» δεν αρκεί από μόνη της όπως δεν αρκεί από μόνη της και «η αισθητική ευσυνειδησία» (Orwell, 2011: 72), μας προειδοποιεί ο συγγραφέας. Όταν κυριαρχεί η τελευταία το λογοτεχνικό κείμενο παραπαίει στην υποτιθέμενη καθαρή αισθητική και στον φορμαλισμό, υιοθετεί ο συγγραφέας το δόγμα η τέχνη για την τέχνη. Όταν κυριαρχεί το πρώτο παρατηρείται συχνά μια στρεβλή, περιχαρακωμένη και εξίσου δογματική «πολιτική πειθαρχία» και μετατρέπεται η λογοτεχνία σε ένα άκαρπο και στεγνό περιβάλλον, σε μια «άγονη πεδιάδα» (Orwell, 2011: 72).
Αυτή η μεγάλη έγνοια και μέριμνα του συγγραφέα αναφορικά με την εύρεση του πολυπόθητου εκείνου τρόπου που θα θέσει σε ισορροπία το αισθητικό με το πολιτικό μπορεί να διαφανεί και από το πώς αυτο-κρίνεται και επί του πεδίου:
όταν κάθομαι να γράψω ένα βιβλίο, δεν λέω στον εαυτό μου «Πρόκειται να κάνω ένα έργο τέχνης». Το γράφω επειδή υπάρχει κάποιο ψέμα που θέλω ν' αποκαλύψω, κάποιο γεγονός στο οποίο θέλω να επισύρω την προσοχή, και το πρωταρχικό μου μέλημα είναι να δημιουργήσω ένα ακροατήριο. Αλλά δεν θα μπορούσα να καταπιαστώ με το γράψιμο ενός βιβλίου ή ακόμα ενός εκτεταμένου άρθρου σε περιοδικό, αν αυτό δεν αποτελούσε συγχρόνως και μια αισθητική εμπειρία. Οποιοσδήποτε εξετάσει προσεκτικά το έργο μου θα δει ότι ακόμα κι όταν αποτελεί μια ξεκάθαρη προπαγάνδα περιέχει πολύ από εκείνο το στοιχείο που ένας επαγγελματίας πολιτικός θα το θεωρούσε άσχετο με την πολιτική» (Orwell, 2011: 19-20).
Συνεπώς, η
ρευστή διαδικασία της λογοτεχνικής δημιουργίας, της γραφής (γι' αυτό
επικίνδυνη, γι' αυτό γοητευτική), απαιτεί από το συγγραφικό υποκείμενο έναν
ιδιότυπο έλεγχο στα πάθη τόσο στα μεν (αισθητική αξία και επεξεργασία) όσο και
στα δε (πολιτική κατεύθυνση, θέση και τοποθέτηση). Αυτό μας δίδαξε και μας
διδάσκει ο Τζορτζ Όργουελ.
Βιβλιογραφία
Κατσιγιάννης,
M. (2025). Λογοτεχνικό τοπίο και ανθρώπινες σχέσεις. Art in Vivo. Ανακτήθηκε 19 Φεβρουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_76.html
Orwell. G. (2011). Δοκίμια (Γ. Λυκιαρδόπουλος & Στ. Ροζάνης,
Μτφρ.). Έρασμος.
Όργουελ, Τζ.
(2021). Βιβλία εναντίον τσιγάρου (Γ.
Ί. Μπαμπασάκης, Μτφρ.). Μεταίχμιο.
Όργουελ, Τζ.
(2022). Ό,τι μου κάνει κέφι (Ο.
Πάππος, Μτφρ.). Μεταίχμιο.
Πρώτη δημοσίευση: τοβιβλίο.net | Διάβασέ το!, 20.02.2026
[1] Περισσότερα γι’ αυτό, βλ. τη
σχετική βιβλιογραφία (Peter L. Berger & Thomas Luckmann, Michel Foucault,
Judith Butler κ.λπ.).
