Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

Μύθοι για τους ανθρώπους

Μύθοι για τους ανθρώπους

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Yuanyuan Liu, The exit (2024)

 

Είναι ένα θέμα αυτό με το οποίο θα ασχοληθώ εδώ που συχνά ενοχλεί, προκαλεί έριδες και καταλήγει σε διαστρεβλώσεις. Και ο λόγος είναι ότι όταν γίνεται μία προσπάθεια να αναδειχθούν τα παιχνίδια των αφηγήσεων, οι πολιτικές των λόγων και τα αποτελέσματά που διαμορφώνουν και στεγανοποιούν στο κοινωνικό, οι κουρτίνες πέφτουν και φαίνονται τα πράγματα λιγάκι πιο καθαρά, φωτίζονται τυχόν αντιφάσεις, καταρρίπτονται μύθοι, αποδομούνται κακοποιητικές και τοξικές αντιλήψεις, στάσεις και συμπεριφορές. Ερωτήματα όπως «ποιος και γιατί αποκτά φωνή, ορατότητα, αξία;», «ποιος και γιατί θεωρείται και αναπαρίσταται ως σημαντικός, σωστός, λογικός, συγκροτημένος;» είναι που θα προσπαθήσω να απαντήσω εδώ.

Όπως πολλοί από εμάς έτσι κι εγώ έχω – δυστυχώς – εμπλακεί ποικιλοτρόπως ουκ ολίγες φορές με ανθρώπους που θεωρούνται από τους κυρίαρχους λόγους ως διανοούμενοι,  πολιτισμένοι, ηθικοί κ.λπ. Αυτό που συχνά λέμε ως άνθρωποι του πολιτισμού. Ο κατάλογος – πολύ – μακρύς: ποιητές, πεζογράφοι, συστηματικοί αναγνώστες, εκστασιασμένοι θεατές, βιβλιοπώληδες, εικαστικοί, γκαλερίστες, μεταφραστές, εκδότες, διοργανωτές φεστιβάλ, ιδιοκτήτες/διευθυντές περιοδικών, ιδρυτές λογοτεχνικών και πνευματικών στεκιών και λεσχών, μελετητές, κριτικοί, καθηγητές. Με κάποιους απ’ αυτούς (πάλι δυστυχώς) μοιράζομαι, έστω και τυπικά, κοινούς χωροχρόνους. Και προφανώς έχουν αντληθεί ποικίλα συμπεράσματα από αυτές τις εμπειρίες. Αυτή είναι η πρώτη κατηγορία.

Έχω ζωντανά στο μυαλό μου κάποιες σημαντικές εξαιρέσεις (είτε άμεσων είτε έμμεσων συναναστροφών) με κάποιες από τις οποίες διατηρώ ακόμη επαφή, αλλά σε γενικές γραμμές θα πω ότι τα άτομα αυτής της πρώτης κατηγορίας ήταν με μεγάλη διαφορά τα πιο ημιμαθή, άβουλα, δυσλειτουργικά, συμβιβασμένα, κομπλεξικά, με εμφανή συμπλέγματα, αρκετή έπαρση, εγωκεντρικά, αποστειρωμένα – ακόμη κι αν ήθελαν να το κρύψουν επιμελώς δεν τα κατάφερναν – και σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό άσχετα στην πραγματικότητα με το αντικείμενο με το οποίο διατείνονται ότι καταπιάνονται – κάτι που ο ελεύθερος και ειλικρινής διάλογος μπορεί να αποδείξει.[1]

Υπάρχει όμως και μία δεύτερη κατηγορία – στην οποία συγκαταλέγονται άτομα διαφόρων ιδιοτήτων, τόσο σχετικών με την τέχνη όσο και με άλλα πεδία.

Με ανθρώπους που βρίσκονται σε αυτήν την κατηγορία μου συνέβησαν οι πιο ενδιαφέρουσες, σημαντικές και πολύτιμες – άμεσες και έμμεσες – επαφές που είχα ποτέ. Οι άνθρωποι αυτοί δεν θεωρούνται από την κοινή, δηλαδή την κατεστημένη, γνώμη ως σοβαροί, συγκροτημένοι, μορφωμένοι (ή με «λάθος» τρόπο μορφωμένοι), δεν τους πιστώνονται τέτοιου είδους γνωρίσματα. Μάλλον συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ήταν άτομα που στερούνταν ορατότητας, «αλληλεξάρτησης» και «αναγνώρισης» (βλ. Butler, 2017) ή είχαν περιορισμένη, είτε στην ολότητα της προσωπικότητάς τους είτε σε επί μέρους δραστηριότητές τους, άτομα περιθωριακά (ηθελημένα και μη), ποικιλοτρόπως ευάλωτα, απόκληροι, τραυματισμένα, παραβατικά, διωκόμενα, ατίθασα, ποικιλοτρόπως παρεκκλίνοντα, εναλλακτικά, συγκρουσιακά.[2] Μακάρι να μπορούσα να αναφέρω αναλυτικά όλα όσα θέλω επ' αυτών.

Τα άτομα αυτής της δεύτερης κατηγορίας είχαν ως επί το πλείστον έναν πηγαίο αυθορμητισμό, μία «αυθεντική» απλότητα, έναν γαλήνιο και γειωμένο μινιμαλισμό, μία υποβόσκουσα αγνότητα, μία τρυφερότητα, μία οξεία κριτική σκέψη και διάθεση, άπλετη (παθητική και μη) δημιουργικότητα, όχι πάντοτε δήθεν ριζοσπαστική και συγκρουσιακή νοοτροπία και κουλτούρα που ακόμη κι αν δεν το συνειδητοποιούσαν έρχονταν άμεσα σε μεγάλη ρήξη με τους κυρίαρχους λόγους και επιτελούσαν με τη δράση τους πολύ ικανοποιητικά τη λειτουργία της «γραμμής φυγής» που επιχειρεί εναγωνίως να «λειάνει» τους «ραβδωτούς» χώρους, τα συμπαγή και εξουσιαστικά περιβάλλοντα της νεοφιλελεύθερης δυτικής μας κοινωνίας, ήταν «νομαδικά» υποκείμενα που συνεχώς διέφυγαν του ελέγχου και της επιτήρησης, για να μιλήσω με ντελεζιανά λόγια (βλ. Deleuze & Guattari, 2017· Ντελέζ & Παρνέ, 2022). Στέκονταν με παρρησία απέναντι στην αλλοτρίωση, την ομοιογένεια και την τυποποίηση, ποιότητες πλήρως φυσικοποιημένες που δεν αμφισβητούνται – σχεδόν – από κανέναν.

Χωρίς να είναι ποτέ τίποτα απόλυτο (όπως ήδη έχω διευκρινίσει), αφού τα πάντα είναι ρευστά, σχετικά και ευμετάβλητα, και φυσικά χωρίς ωραιοποιήσεις, αφού ο ρεαλισμός δεν αντέχει τέτοια παραπλανητικά παιχνιδάκια, μπορεί κανείς να συνεχίσει αυτή την τυπολογία. Προχωρώ λοιπόν. 

Τα άτομα της πρώτης κατηγορίας εκφράζουν έντονα την πειθαρχική οργάνωση του εαυτού, την αυταρχική και συντηρητική στάση και συμπεριφορά, την υπεροψία, την ελιτίστικη διάθεση, τον στείρο και άκαμπτο ορθολογισμό, τη νοοτροπία της ξεροκεφαλιάς (παρότι αρκετοί είχαν – επιβεβαιωμένες – γνώσεις, δεν αμφισβητείται αυτό). Είχαν πάντα την ανάγκη να κερδίσουν κάτι με την παρουσία τους, κάτι να πάρουν πίσω με το έργο τους, με τη σκέψη τους, με τον λόγο τους, είχαν πάντα το δόγμα έτοιμο για κήρυγμα  Δεν είχαν ιδέα ότι είναι ικανοί να σφάλουν, να κάνουν λάθος, πως το λένε. Και φυσικά όταν έρχονταν σκούρα τα πράγματα άρχιζαν τις υποτιμητικές και απαξιωτικές συμπεριφορές, τραμπούκισμα με αστική ευγένεια και πάει λέγοντας. Άτομα που έχουν τυφλή πίστη και εμπιστοσύνη στις δομές, στις σταθερές θέσεις, στα αποδιδόμενα αποκτήματα, στις περιορισμένες, ελεγχόμενες από τα ίδια και από τα πάνω αλληλεπιδράσεις. Άτομα, πολλά από αυτά, με υπερβάλλουσα λατρεία στην τρέχουσα γνώμη (με την οποία υποτίθεται ότι διαφωνούν προγραμματικά), άτομα ως επί το πλείστον αναξιοπρεπή και με ελαττωματική ηθική (και με ηθική που αρέσκεται κυρίως να βρίσκει ελαττώματα στους άλλους).

Τα άτομα της δεύτερης κατηγορίας ήταν πάντα κάτι άλλο. Τα όποια – σοβαρά – ελαττώματά τους εντοπίζονταν όχι αποκλειστικά αλλά κυρίως σε επίπεδο μικρών ζητημάτων. Η γενικότερη στάση τους αντανακλούσε μια πολιτική της άρνησης, της παρέκκλισης, της ανυπακοής, της υβριδικότητας, της αντίστασης. Ακόμη κι αν δεν μπορούσαν να εξηγήσουν λεπτομερειακά το τι και το γιατί, ακόμη κι αν όλο αυτό συντελούνταν κυρίως διαισθητικά και με εμπειρικά εργαλεία, είχαν κατανοήσει πώς κινείται ο κόσμος, πώς λειτουργεί.

Αυτά τα άτομα, άτομα που η λογική της κατεστημένης πραγματικότητας θεωρεί άχρηστα, περιττά, λάθος ή κομπάρσους στην καλύτερη περίπτωση, μου έχουν χαρίσει τις πιο σημαντικές – σε γνωστικό και αισθητικό επίπεδο – στιγμές. Με έχουν εμπνεύσει, με έχουν κινητοποιήσει, μου έχουν δείξει, με τον ωμό, ακατέργαστο, μη θεωρητικό τους τρόπο, δρόμους που η θεωρία μπορεί επίσης να δείξει. Αυτό αποδεικνύει περίτρανα την υπέροχη της έντασης της ζωής τους και του τρόπου σκέψης τους έναντι αυτών της πρώτης κατηγορίας, οι οποίοι αισθάνονται μία ιδιαίτερα θετική έκπληξη με τον εαυτό τους επειδή διαβάζουν και γράφουν, ενώ στην πραγματικότητα οι περισσότεροι «διαβάζουν» και «γράφουν». Και φυσικά κάνουν το μέγα λάθος να πιστεύουν με θέρμη ότι είναι οι μόνοι των οποίων τα διαβάσματα και τα γραπτά έχουν αξία.

Το παράδειγμα αυτών των ανθρώπων σπάει το καλούπι αυτών της πρώτης κατηγορίας οι οποίοι εγκλωβίζονται σε σχήματα που τους κάνουν να μην μπορούν να δουν δίπλα τους και μέσα τους, που αρκούνται στο επιφαινόμενο, που ικανοποιούνται μόνο με το χειροκρότημα και μόνο αν αυτό προέρχεται από ομοίους τους, που ζητούν συνεχώς το φως – αρκεί να είναι ψεύτικο.

Πλέον, μιλώ για εμένα. Σχετικά με τα άτομα της πρώτης κατηγορίας, ως ποιητής, δυσκολεύομαι πολύ να θεωρήσω τον εαυτό μου ομότεχνο με αυτούς. Δεν γράφουμε από την ίδια αφετηρία, δεν γράφουμε για τους ίδιους λόγους, δεν γράφουμε για να αγγίξουμε τους ίδιους προορισμούς, δεν γράφουμε για τους ίδιους αναγνώστες, δεν κυνηγάμε τις ίδιες αφηγήσεις. Και πολύ συχνά ντρέπομαι που, έστω και τυπικά, θεωρούμαστε ομότεχνοι. Αλλά και ως άνθρωπος που μελετά ενεργά και εντατικά τα γράμματα, που σκαλίζει το πνευματικό, που αναζητά, δεν θεωρώ ότι εισχωρούμε μέσα στο πρόβλημα για τους ίδιους λόγους, δεν θεωρώ ότι επιχειρούμε να φωτίσουμε τα ίδια σημεία, ότι έχουμε την ανάγκη της – όποιας – αλλαγής.

Και αυτό είναι προφανώς απολύτως εντάξει. Αυτό έλειπε! Ωστόσο, ορισμένα μονοπώλια καλό και απαραίτητο είναι να επισημαίνονται και να αποδομούνται, καλό και απαραίτητο είναι ορισμένοι μύθοι για τους ανθρώπους να αποδομούνται.

Εμένα, μου αρέσουν οι άνθρωποι που σκέφτονται τον εαυτό, τη δράση και τη ζωή τους σχεσιακά με τους άλλους κι όχι αυτοί που αρέσκονται στην κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική ευγονική. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που αναπτύσσονται (συνειδητά ή μη) με σκοπό να συμπαρασύρουν κι άλλους κι όχι μόνο για το προσωπικό τους όφελος. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που τους αρέσουν ανιδιοτελώς οι άνθρωποι. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που επιδιώκουν τη διαφυγή από τον κόσμο που έχουμε κι όχι αυτοί που αισθάνονται καλά σε αυτόν και θέλουν να διευρύνουν τα όριά του. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που με τη δράση τους λειτουργούν ως ρωγμές, ως αντιστάσεις κι όχι οι άνθρωποι που αποτελούν την αιτία γι' αυτήν τη δράση. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που προσπαθούν να δημιουργήσουν κρυψώνες μέσα στα χαλάσματα αυτού του κόσμου. Δίπλα σε τέτοιους ανθρώπους εμπνέομαι, νιώθω ήρεμος και δημιουργικός – δηλαδή ζωντανός.

 

 

ΥΓ. Όπως συμβαίνει με πολλά κοντράστ, έτσι κι εδώ, αυτό είναι μάλλον απ’ την ανάποδη. Οι λεγόμενοι πνευματικοί άνθρωποι παρουσιάζουν συχνά έλλειψη ενδιαφέροντος ακόμη και για όσα διατείνονται ότι τους ενδιαφέρουν. Απλώς, επειδή αποφεύγουν τον ανεμπόδιστο και εξαντλητικό διάλογο, επειδή αυτοεκτίθενται στεκόμενοι στο όριο της έκθεσης και επειδή επιλέγουν ελεγχόμενες και πολύ συγκεκριμένες συναναστροφές, αυτό είναι δύσκολο να διαφανεί. Είναι αυτοί κυρίως που χρειάζονται «φροντιστήριο» πάνω σε ποικίλα θέματα και όχι αυτοί της δεύτερης κατηγορίας – χωρίς ατό να σημαίνει ότι και σε αυτούς δεν εντοπίζονται ελλείψεις, ανεπάρκειες και αδυναμίες. Επιπλέον, η συνολική παρουσία αυτών των ατόμων κάνουν μεγάλο κακό στο πεδίο των τεχνών, των γραμμάτων και του πνεύματος. Δημιουργούν γι' αυτό το πεδίο αναπαραστάσεις που μόνο εν μέρει ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, το δηλητηριάζουν και το απομονώνουν από το κοινωνικό και το πολιτικό – ενίοτε και από το αισθητικό. Αυτό το πεδίο είναι στην πραγματικότητα πολύ διαφορετικό και τα ιστορικά αλλά και τωρινά παραδείγματα που το πιστοποιούν αυτό αμέτρητα. Λέω λοιπόν και προτρέπω: ας σκύψουμε – όσοι ενοχλούμαστε με αυτή την κατάσταση – πάνω σε όλα αυτά τα παραδείγματα, ας έρθουμε αντιμέτωποι με τον αγνό πλούτο τους χωρίς να οφείλουμε να δεχθούμε άκριτα μεμονωμένα χαρακτηριστικά, αλλά να επιδιώξουμε την ανοικτή, ποιοτική και παραγωγική σύνθεση.

 

Βιβλιογραφία

 

Butler, J. (2017). Σημειώσεις για μια επιτελεστική θεωρία της συνάθροισης (Μ. Λαλιώτης, Μτφρ., Ρ. Σινοπούλου, Επιμ.). Αθήνα: Angelus Novus.

Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.



[1] Εδώ υπάρχει μία μεγάλη παρεξήγηση αναφορικά με τους λεγόμενους ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων, των διανοούμενων, των ανθρώπων του πολιτισμού και του πνεύματος. Εξηγούμαι. Αυτά τα άτομα θεωρείται – και ισχύει βέβαια μέχρι ενός σημείου – ότι έχουν μεγάλη και βαθιά σχέση με τη θεωρία και γενικότερα ότι έχουν έντονη σχέση με τα γράμματα, ότι ασχολούνται με την πνευματική καλλιέργεια. Η θεωρία, η – με βάση αυτήν – μικρότερη ή περισσότερη αποχή από την πράξη είναι πολύ κρίσιμη και σημαντική για τη διαμόρφωση ενός συγκροτημένου υποκειμένου και τη διακίνηση ιδεών ικανών να μετασχηματίσουν τα κακώς κείμενα του κόσμου. Όμως, προσοχή εδώ. Η γνώση της θεωρίας (και η θεωρητική επάρκεια κατ’ επέκταση) δεν πρέπει να συμβαίνει για επιβεβαίωση και διαιώνιση του εαυτού, για αστυνόμευση και εξουσιαστική συμπεριφορά έναντι άλλων, αλλά για τον μετασχηματισμό του εαυτού και του κόσμου. Η θεωρία και γενικότερα η ενασχόληση με τα γράμματα και το πνεύμα επ’ ουδενί δεν πρέπει να μετατρέπει το άτομο σε ένα περίκλειστο υποκείμενο, να εγκλωβίζει το τελευταίο σε ένα ναρκισσιστικό παραλήρημα, αλλά αντίθετα να το μετατρέπει σε ανοικτό και πλουραλιστικό, ανεκτικό και κριτικό, συμπαραστατικό και διορατικό. Σε αντίθετη περίπτωση, η ενασχόληση με τη θεωρία και το πνεύμα, όσο εντατική κι αν είναι, απενεργοποιείται, καταντά μουσειακή περιήγηση, κλινική ενασχόληση με μούμιες, δηλαδή ένα μεγάλο μηδενικό. Προσωπικά, έχοντας μία ροπή προς την θεωρία (όχι μόνο της λογοτεχνίας αλλά και ευρύτερα της θεωρίας) και δίνοντας ένα ποιοτικό προβάδισμα σε αυτήν – και δεν είναι λίγες οι φορές που έχω επικριθεί γι' αυτό (τόσο μη παραγωγικά δηλαδή από στενόμυαλες αντιλήψεις όσο και παραγωγικά δηλαδή μέσα από στοιχειοθετημένες και ενδιαφέρουσες διαλεκτικές) – θεωρώ αποτελεσματικότερη μία υβριδική, συνδυαστική δράση, δηλαδή όταν η θεωρία συνομιλεί με τις ατομικές και συλλογικές επιτελέσεις, εξηγεί τα σημεία της καθημερινής ζωής, σκύβει πάνω από μικρότερα και μεγαλύτερα προβλήματα, διευρύνει την κατανόηση των αισθήσεων και λειτουργεί ως μικροσκόπιο και οδοστρωτήρας για το ακατέργαστο υλικό που μας προσφέρει η ζωή.

[2] Συχνά, τέτοιοι άνθρωποι ήταν οι σημαντικότεροι, οι διαυγέστεροι καλλιτέχνες και διανοούμενοι.