Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Οι αναρωτήσεις του συγγραφέα

Οι αναρωτήσεις του συγγραφέα

 

του Μιχάλη Κατσιγιάννη


Joey Guidone

 

Η γραφή, η πραγματική επιτέλεσή της, στρέφεται πάντοτε στον εαυτό της. Γι' αυτόν (αλλά και για άλλους λογούς) η γραφή είναι επικίνδυνη, βίαιη και σκληρή υπόθεση για τον συγγραφέα – ποιητή και πεζογράφο – (βλ. Blanchot, 2018), πέρα από γλυκιά και ευδαιμονική – ή μάλλον εξαιτίας αυτού του συνδυασμού είναι ευδαιμονική. Όσοι παίρνουν στα σοβαρά τη γραφή (τόσο τη δική τους όσο και γενικά τη γραφή) είμαι βέβαιος ότι υπάρχουν αρκετές στιγμές στη ζωή τους που αναρωτιούνται «γιατί όλο αυτό;», που αναρωτιούνται «γιατί» γράφουν, «γιατί» επιδίδονται σε αυτή τη δοκιμασία;

Θα επιχειρήσω να απαντήσω στα παραπάνω απαντώντας στο ερώτημα «τι γίνεται με τη γραφή;» (βλ. επίσης Κατσιγιάννης, 2025). Νομίζω είναι η απάντηση εκεί.[1]

Η γραφή έχει δύο πτυχές ζωής.

Στην πρώτη πτυχή, η γραφή είναι εγωιστική (βλ. Κατσιγιάννης, 2026α), καθαρή φιλοξενία του εγώ από τον εαυτό. Αυτό δεν σημαίνει ότι το εγώ του συγγραφέα δεν είναι κοινωνικό, συλλογικό, πληθυντικό, αλλά ότι σε αυτή τη φάση η ανοικτότητα, η κοινωνικότητά του είναι (αναγκαστικά) περιορισμένης εμβέλειας. Τι εννοώ; Εντός μιας ρευστής και μεταβαλλόμενης συνθήκης, ο συγγραφέας εσωτερικεύει, σκάβει, ερμηνεύει, ελέγχει, κρίνει, αναλύει τα σημεία του κόσμου, στήνει διάλογο ανοικτό μαζί τους με σκοπό να κατανοήσει τόσο τον κόσμο όσο και τις θέσεις του ίδιου εντός του κόσμου (του και γενικώς), αλλά και με σκοπό να δει ξανά και να κατασκευάσει νέες θέσεις και θεάσεις, νέες λειτουργίες, νέες μεθοδολογίες για τη δράση του υποκειμένου, για τη ζωή, για την ύπαρξη

Ωστόσο, υπάρχει και η δεύτερη πτυχή.

Σε αυτήν τη δεύτερη πτυχή, ο συγγραφέας εμφανίζει, για να το θέσω έτσι, την πληθυντικότητα του εγώ του, ορατοποιεί την κοινωνικότητά του, τον πολυφωνικό διάλογο που πραγματοποίησε. Η γραφή συνίσταται και στην εξωτερίκευση, στην επικοινωνία, στη συνομιλία με πρόσωπα αυτή τη φορά αντί για φαντάσματα, είδωλα και ομοιώματα. Ο συγγραφέας – από την στιγμή που παίρνει τη μοιραία απόφαση της δημοσίευσης και της έκδοσης – έχει την ανάγκη να ανοιχτεί προς τα έξω, προς τον κόσμο, να κοιτάξει στα μάτια κάποιον πια και όχι μόνο κάτι, να βρεθεί σε ένα πλήθος, να χαρίσει τις φωνές του, τις αγωνίες και τις ελπίδες του, τους φόβους και τις χαρές του, να μεταδώσει τον τρόπο σκέψης και ζωής του, να συμπράξει με τον άλλο, να επηρεάσει, να συνυπάρξει με άλλα λόγια. Ο συγγραφέας έχει εδώ την (επίσης) ιερή ανάγκη του μοιράσματος, θέλει να παρουσιάσει όλα όσα τον κινητοποίησαν, όλα όσα τον μάγεψαν, τον πλήγωσαν, τον άλλαξαν.

Η λατρεμένη ποιήτρια Μυρτάλη Κανταρτζή,[2] συμπυκνώνει την ουσία αυτής της δεύτερης πτυχής της γραφής πολύ εύστοχα με αμεσότητα και απλότητα:

 

εκδίδει τα ποιήματά της, για να επικοινωνήσει πια με τους ανθρώπους που δεν γνωρίζει. Στόχος της είναι να γλιτώσει τον αναγνώστη από ό,τι οδυνηρό πέρασε η ίδια και να τον κάνει να χαρεί ό,τι πολύτιμο έχει αποκομίσει. Γι’ αυτό, απευθύνεται κυρίως στους νεότερους.[3]

 

Έχω την άποψη ότι όταν συντελείται αυτή η δεύτερη, «κοινωνική» πτυχή της γραφής, όταν δηλαδή ο συγγραφέας φεύγει για λίγο από τον ιδιότυπο αυτοεγκλεισμό, εισχωρεί σε όλους τους χώρους – ή σε περισσότερους – της γραφής, την καταλαβαίνει στην πληρότητά της, λυτρώνεται με και από τα βλέμματα (ακόμη κι αν είναι αρνητικά), κατά κάποιον τρόπο ανασταίνεται, διασπάται και διαιωνίζεται έτσι, διασκορπίζεται η βιοθεωρία του, η λειτουργία του, αποκεντρώνεται η ύπαρξή του. Ο συγγραφέας χαρίζεται. Φυσικά, δεν παύει να είναι μόνος, μόνος με τα μυστικά, τις αισθήσεις, τα φαντάσματα και τις ρουτίνες του, αλλά πια είναι μόνος μαζί με άλλους. Βρίσκεται πλέον σε αυτή την ιδιότυπη συνθήκη, στην οποία και ολοκληρώνεται, επιτυγχάνεται, κατά την κρίση μου, η αποστολή της γραφής, της λογοτεχνίας.

Η γραφή δεν είναι κάτι άλλο πέρα από τις παραπάνω δυο πτυχές: είναι βιωμένα πάθη και αναζητήσεις που εκτίθενται, είναι πραγματικές καταστάσεις και φανταστικά σενάρια που μονολογούν κι έπειτα ζητούν την προσοχή, την ποικιλότροπη κατανόηση και φροντίδα άλλων, που εγκαλούν τις αισθήσεις και τις κουλτούρες άλλων σε μίξη, σε αλληλοτροδόφοτηση, σε διαλεκτική.

Η λογοτεχνία δεν είναι άσκηση, ποτέ δεν ήταν. Είναι (η) ζωή, η πιο υψηλή εμπειρία, η πιο έντονη ποιότητα, η πιο ξέφρενη ταχύτητα και γι' αυτόν τον λόγο έχει μόνο να κερδίσει κανείς από αυτήν. Η γραφή, όταν είναι «αυθεντικός» κόπος και δεν συμβαίνει για άλλους – άσχετους με τη λογοτεχνία – λόγους, είναι ροή, πλέγματα, διασταυρώσεις ειδών και ιδεών και όχι ακίνητη μάζα, σταθερή πυγμή. Δεν ζητά λοιπόν επιβεβαιώσεις και διαβεβαιώσεις ούτε από τον ίδιο τον εαυτό της ούτε από τους αναγνώστες.

Διαβάζω από τον Ντελέζ:

 

Δεν γράφουμε παρά από αγάπη μόνο, κάθε γραφή είναι ένα γράμμα αγάπης. Η Πραγματική-Λογοτεχνία. Δεν θα έπρεπε να πεθαίνουμε παρά μόνο από αγάπη κι όχι από έναν τραγικό θάνατο. Δεν θα έπρεπε να γράφουμε παρά μόνο λόγω αυτού του θανάτου, ή να παύουμε να γράφουμε λόγω αυτής της αγάπης, ή να συνεχίζουμε να γράφουμε, και τα δύο μαζί (2022: 52).

 

Η γραφή ζητά ως ροή που είναι η ίδια, συνδέσεις με άλλες ροές, με άλλες ζωές δηλαδή, με άλλες σελίδες, με άλλες συνθήκες, με άλλες αφηγήσεις, ψάχνει να βρεθεί σε άλλα συμβάντα, να επινοήσει νέους τρόπους ώστε να συνεχίσει να επινοεί. Πρόκειται – και στις δυο πτυχές – για «μια συνάντηση […] επικρατειών, ένα βραχυκύκλωμα, μια διακοπή στον κώδικα όπου ο καθένας απεδαφικοποιείται […] δεν είναι υπόθεση μίμησης αλλά σύνδεσης» (βλ. Ντελέζ & Παρνέ, 2022: 47̇ Ντελέζ, 2024). 

Η γραφή διακρίνεται από ένα είδος ιερότητας, σεβασμού, θάρρους και φροντίδας – και δεν έχω καθόλου την εντύπωση ότι αυτή η άποψη προστίθεται εδώ από εμένα, πρόκειται για μία ευρέως κοινή παραδοχή,  τουλάχιστον για εκείνους που αντιλαμβάνονται όντως τη γραφή. Δεν είναι παίξε-γέλασε η γραφή, για να το πω έτσι λιτά, απλά. Και πως θα μπορούσε εξάλλου, αφού είναι θάνατος και γέννηση,  γέννηση και θάνατος – αυτό το ξέρουμε (βλ. Blanchot, 2018). Με (και μέσα από) τη γραφή, ο συγγραφέας ο πραγματικός ζητά – σε γενικές γραμμές – δύο πράγματα. Την εκούσια, δημιουργική και αισθητική συμμετοχή στο παλίμψηστο των λόγων και την επανακατασκευή και επανανοηματοδότηση της (κατεστημένης) πραγματικότητας αλλά και του εαυτού του (βλ. πρώτη πτυχή) και την ανάγνωση, το μοίρασμα, τη διάθεση του κατασκευασμένου «είναι» του (βλ. δεύτερη πτυχή).

Συνεπώς, θα έλεγα πως τίποτα παραπάνω να μην αναζητά ο συγγραφέας κατά τις φάσεις των αναρωτήσεών του από τη γραφή πέρα από όσα αυτή ήδη έχει και (του/μας) προσφέρει – με το αντίστοιχο ψυχο-πνευματικο-κοινωνικο αντίτιμο βέβαια – και το κάνει εφόσον αυτός συνάπτει μαζί της μία διαλεκτική σχέση υποταγής. Να μην ζητά από τη γραφή – κάτι που δυστυχώς συμβαίνει κατά κόρον – πράγματα τελείως άσχετα με αυτή (όπως για παράδειγμα φήμη, χρήματα, δόξα και λοιπές καπιταλιστικές και νεοφιλελεύθερες ματαιοδοξίες), γιατί πολύ απλά σε αυτή την περίπτωση η γραφή αποχωρεί, χάνεται και απομένουν κάτι θλιβερές – έντυπες ή ψηφιακές – κηλίδες.[4]

Νομίζω, κι έτσι θα ολοκληρώσω, ότι η μοναδική άξια προσδοκία που μπορεί να έχει ένας έντιμος και διψασμένος για λογοτεχνία συγγραφέας από τη γραφή είναι να καταφέρει να της ανήκει ολοκληρωτικά. 

 

Βιβλιογραφία

 

Blanchot, M. (2018). Ο χώρος της λογοτεχνίας (Δ. Δημητριάδης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Κατσιγιάννης, M. (2025). Φυσικές εργασίες/το σκάψιμο, ή αλλιώς για τη γραφή. τοβιβλίο.net. Ανακτήθηκε 24 Αυγούστου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_18.html

Κατσιγιάννης, M. (2026α). Το κρίσιμο «γιατί» της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μιχάλης Κατσιγιάννης. Ανακτήθηκε 24 Αυγούστου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/08/blog-post.html

Κατσιγιάννης, M. (2026β). Η διαλεκτική της πτώσης και του κενού: σχόλια στην ποιητική συλλογή «Στιγμές», της Μυρτάλης Κανταρτζή. Μιχάλης Κατσιγιάννης. Ανακτήθηκε 24 Αυγούστου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/01/blog-post_13.html

Κατσιγιάννης, M. (2026γ). Η αισθητική του απερίγραπτου ως ποιητική δυνατότητα: σχόλια στην ποιητική συλλογή «Καταγραφή», της Μυρτάλης Κανταρτζή. Εξιτήριον. Ανακτήθηκε 24 Αυγούστου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2026/02/blog-post_4.html

Ντελέζ, Ζ. (2024). Κριτικά και κλινικά (Χ. Κολύρη, Μτφρ., Γ. Ρήγας, Επιμ.). Αθήνα: Κέδρος

Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.).Εκκρεμές.



[1] Δεν είναι αυτό που με αφορά εδώ αλλά, τηρουμένων κάποιων αναλογιών, το παρακάτω σχήμα ισχύει και για την ανάγνωση και για την κριτική (βλ. μία σειρά σχετικών δοκίμιών μου εδώ: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/ ).

[2] Για αυτήν την τόσο αγνοημένη μα και τόσο εξαιρετική ποιήτρια, βλ. Κατσιγιάννης, 2026β, 2026γ.

[3] Αυτό το απόσπασμα προέρχεται από το βιογραφικό της σημείωμα, το οποίο υπάρχει στις ποιητικές της συλλογές.

[4] Οι προσωπικές επιδιώξεις ενός ανθρώπου που σχετίζεται με τη γραφή, οι άσχετες με τη γραφή, θα καταστρέψουν τον λογοτεχνικό εαυτό του ή δεν θα του επιτρέψουν να τον γεννήσει. Οι άσχετες με τη γραφή προσωπικές επιδιώξεις ενός ανθρώπου που σχετίζεται με τη γραφή καθίστανται χρήσιμες και ωφέλιμες μόνο στη περίπτωση που ο εν λόγω άνθρωπος τριγυρνά σε παραλογοτεχνικά μονοπάτια ή σε μονοπάτια που μπορεί να μην είναι τέτοια αλλά τα αντιμετωπίζει ως τέτοια. Και στις δύο περιπτώσεις (τα παραδείγματα πολλά προφανώς), ο άνθρωπος αυτός απλώς φιλοξενείται από τη γραφή.