Το περιεχόμενο διατίθεται υπό την άδεια Creative Commons BY-NC-ND (Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα)
Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026
Κριτική του Κώστα Θερμογιάννη στον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net για την ποιητική συλλογή "Κοινωνιόλεκτος" (Ιδιωτική έκδοση, 2026), του Μιχάλη Κατσιγιάννη
Κριτική του Open Mind για την ποιητική συλλογή "Επ’ αυτού" (Ανεξάρτητες Εκδόσεις Γλαρόλυκοι, 2025), του Μιχάλη Κατσιγιάννη
Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026
«Κοινωνιόλεκτος» – Ποιητική συλλογή του Μιχάλη Κατσιγιάννη
Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026
Σκέψεις για την πεζή ποίηση
Σκέψεις για την πεζή ποίηση
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
Το ερώτημα «Ποιος αποφασίζει για τη «φύση», την κατάσταση και τη λειτουργία των πραγμάτων;» φαίνεται να είναι το πιο κεντρικό ερώτημά που προσπαθεί διαχρονικά να απαντήσει η πεζή ποίηση. Η τελευταία, όπως και κάθε πειραματική λογική και πρακτική, δεν είναι μία εύκολη υπόθεση, κυρίως επειδή αποδομεί πράγματα και έννοιες που θεωρούνται απολύτως φυσικές και ως τέτοιες είναι αποδέκτες και χρησιμοποιούμενες. Ωστόσο, όπως θα δείξω στη συνέχεια, έχω την άποψη ότι το εργαλείο της πεζής ποίησης μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα καρποφόρο και επαναστατικό τόσο στο επίπεδο της μελετητικής ασχολίας όσο και στο επίπεδο της λογοτεχνικής δημιουργίας.
Λιγότερο ή περισσότερο, η ποίηση, σε αντίθεση με την πεζογραφία, χαρακτηρίζεται από έναν βαθμό αφαίρεσης, από αοριστία, από επανάληψη, από έναν διφορούμενο λόγο. Στην ποίηση δεν υπάρχει η εφαρμογή της έννοιας του συγκεκριμένου, απουσιάζει ορατά και αυτό που υπάρχει στη θέση του συγκεκριμένου είναι μόνο μια αίσθηση, μια αύρα αυτού, μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα που το μεταφέρει και το εκφέρει χωρίς όμως ποτέ να το προσδιορίζει. Αυτά είναι θα λέγαμε τα βασικά χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τον ποιητικό από τον πεζό λόγο.[1]
Ωστόσο, παρά το γεγονός της διακριτότητας αυτών των δύο πόλων μέσω των οποίων πραγματώνεται η λογοτεχνική γραφή, είναι ξεκάθαρο ότι δεν πρόκειται για μια σταθερή και αμετάβλητη κατάσταση. Υπάρχουν αρκετά είδη αλλά και τρόποι γραφής (που συνεχώς ανανεώνονται, εξελίσσονται και διευρύνονται) που συστήνονται πειραματικά και λειτουργούν ως υβρίδια στην κατασκευή του λογοτεχνικού λόγου, αποσκοπώντας με τη θεωρία και την πράξη τους να απορρυθμίσουν και να αποδιοργανώσουν την αντίληψη αλλά και τη συζήτηση γύρω από την υποτιθέμενη φύση των λογοτεχνικών ειδών και τρόπων.
Κάποια από αυτά τα υβρίδια είναι η πεζή ποίηση και το μικρο-διήγημα για παράδειγμα (δύο είδη που είναι παραπάνω από συγγενή και τα όρια των οποίων είναι πραγματικά δυσδιάκριτα). Εδώ όμως ο λόγος είναι για την πεζή ποίηση.[2]
Προκαταρκτικά θα πω, με την βοήθεια του Ντελέζ (βλ. Deleuze & Guattari, 2017̇ Ντελέζ & Παρνέ, 2022), ότι η πεζή ποίηση είναι κάτι παραπάνω από καλλιτεχνική πρακτική. Πρέπει να τη συλλάβουμε ως κουλτούρα. Η πεζή ποίηση δεν συμβιβάζεται με την «δενδροειδή» κουλτούρα της λογοτεχνικής σφαίρας, τις «δυαδικές μηχανές» που επιβάλλουν πρότυπα και τρόπους ύπαρξης, δεν μπορεί να ζήσει στον «ραβδωτό χώρο» που δημιουργούν και να υποφέρει την εξουσιαστική του ορμή. Αντίθετα, προσπαθεί, θα λέγαμε, να «ριζωματικοποιήσει» τις νοοτροπίες και να «λειάνει» τον άκαμπτο χώρο στον οποίο υπάρχει. Η πεζή ποίηση στέκεται διαρκώς στο «μέσον», δεν συγκλίνει σε κανέναν από τους δύο πόλους του δίπολου, είναι ουδέτερη, αχαρακτήριστη, μη διακριτή: είναι μια υβριδική διαλεκτική.
Η πεζή ποίηση, για ορισμένους ίσως παραδόξως, δεν είναι ένας λογοτεχνικός πειραματισμός που συνίσταται κυρίως στη μορφή, αφού το στοιχείο της πεζογραφίας υπεισέρχεται βαθιά στο περιεχόμενο του ποιήματος. Τα πιο βασικά χαρακτηριστικά του ποιητικού λόγου, όπως αυτά περιγράφηκαν παραπάνω, εξακολουθούν να είναι τα κυρίαρχα. Ωστόσο, η ουσιαστική προσθήκη του στοιχείου της πεζογραφίας δίνει έναν όχι άλλο τόνο αλλά μια άλλη διάσταση εντός της υπάρχουσας κεντρικής διάστασης του ποιητικού λόγου. Δεν είναι ότι υιοθετείται από μέρους της ποίησης η ψυχή της πεζογραφίας, για να το θέσω έτσι, αλλά ότι αυτή αντανακλάται με κάποιον τρόπο στον ποιητικό λόγο.
Η Karen McCarthy Woolf ξεκλειδώνει σε μεγάλο βαθμό το μυστήριο, θέτοντας το ζήτημα με έναν πολύ σαφή και εύληπτο τρόπο παρομοιάζοντας την πεζή ποίηση με μια διαδρομή με το ταξί. Γραφεί χαρακτηριστικά: «ταξιδεύεις με ταξί από το σημείο Α στο σημείο Β· το πεζό ποίημα διαδραματίζεται σε αυτόν τον αιωρούμενο χώρο ανάμεσα σε δύο προορισμούς» (McCarthy Woolf, χ.η.)
Το στοιχείο της πεζογραφίας θολώνει και παραμορφώνει το στίγμα του ποιήματος σε συνολικό βαθμό, μετασχηματίζοντας το από όνειρο σε ονειρικό σημείωμα, σε ένα περισσότερο οργανωμένο (από τη συμβατική ποίηση, ελεύθερη και μη) –προφορικού πάντα στυλ – παραλήρημα.[3] Η πεζή ποίηση μπορεί να ιδωθεί σαν ένα είδος όχι μόνο αισθητικής καταγραφής, αλλά και αισθητικής συνομιλίας. Αποκτά δηλαδή μια άνεση σε ό,τι αφορά την αναπαράσταση αλλά και τη διαχείριση του λόγου, διευρύνει τους τρόπους για να το επιτύχει και δρα υπό την οπτική μιας ελευθεριακής αναζήτησης ως προς αυτό.
Εδώ είναι νομίζω και το πιο σημαντικό: η πεζή ποίηση ενώ διατηρεί (ακόμη και στο ακέραιο) την αναγκαστική και αναγκαία πυκνότητα και τον μινιμαλισμό του ποιητικού λόγου ταυτόχρονα δημιουργεί μια περιβαλλοντοποίηση αυτού, τον απομακρύνει, μέχρι ενός σημείου, από την άκαμπτη δομή του μονόλογου (που χαρακτηρίζει τη συμβατική ποίηση), τον επαναφέρει στο επίγειο και στο συνομιλιακό και τον μεταφέρει σε ένα επίπεδο που προσιδιάζει στη διαλογική (όχι απαραίτητα αφηγηματική) διάσταση που χαρακτηρίζει την πεζογραφία. Με άλλα λόγια, η πεζή ποίηση, ερωτοτροπώντας με την πεζογραφία (ένας έρωτας που για αρκετούς είναι απαγορευμένος), αποφασματικοποιεί σε κάποιο βαθμό την ποιητική λειτουργία και τη μετενσαρκώνει σε ένα δημόσια εκτεθειμένο και ευάλωτο πληθυντικό σώμα.
Η πεζή ποίηση λοιπόν επιδιώκει τη σύσταση και την αναπαράσταση του λόγου της, μέσω μιας πιο εξωστρεφούς κοινωνικότητας απ' ότι συμβαίνει με τη συμβατική ποιητική γραφή και επιχειρεί να ορατοποιήσει τον διάλογο που θέλει να διεξάγει, χωρίς ωστόσο να απο-ποιητικοποιείται για χάρη του βάθους της αναλυτικότητας της πεζογραφίας και χωρίς να υιοθετεί και την αντίστοιχη μεταχείριση στις λέξεις. Αυτό άλλωστε δεν θα αποτελούσε παρά μια φοβική, ενοχική και άστοχη πεζογραφία. Μένω σε αυτό.
Είναι μεγάλης σημασίας ο τρόπος αντιμετώπισης από μέρους της πεζής ποίησης του στοιχείου της πεζογραφίας. Σίγουρα, η πεζή ποίηση συντάσσεται με άλλη λογική και ακολουθεί άλλα σχήματα και κατευθύνσεις από την συμβατική ποίηση. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η πεζή ποίηση, λόγω της «πεζότητάς» της απομακρύνεται από την ποιητικότητα και πρέπει γι' αυτό να θεωρηθεί ότι είναι μια άτολμη ή/και καμουφλαρισμένη πεζογραφία. Το στοιχείο της πεζογραφίας δεν εισάγεται αυτούσιο και απαράλλαχτο στην πεζή ποίηση και γι' αυτόν τον λόγο απαιτείται διαφορετική προσέγγιση και χρήση από τον ποιητή της πεζής ποίησης.
Οπτικά, το πεζό ποίημα σίγουρα μοιάζει με ένα πεζό κείμενο. Όμως, στην πραγματικότητα δεν πρόκειται περί αυτού. Εξάλλου, όπως ειπώθηκε και παραπάνω, η πεζή ποίηση βρίσκεται αιωρούμενη μεταξύ των δύο πόλων: δεν είναι ούτε ποίηση (με τη συμβατική έννοια) ούτε πεζογραφία (με τη συμβατική έννοια). Τι είναι; Είναι πεζή ποίηση, ένα αυτόνομο και ανεξάρτητο υβρίδιο λόγου που ενεργεί στην ανοικτότητα και την πολλαπλότητα.
Με άλλα λόγια, η πεζή ποίηση είναι εκείνος ο ποιητικός τρόπος που προσπαθεί να συσταθεί, να οργανωθεί και να εκφραστεί συμπεριληπτικά, ενοποιώντας στοιχεία που φαινομενικά είναι διαμετρικά αντίθετα, στοχεύοντας στην απομάκρυνση από έναν περιχαρακωμένο τρόπο δημιουργίας.
Η πεζή ποίηση, εμφανώς πιο κοινωνική και λιγότερο κλειστή από τη συμβατική ποίηση, καταλαβαίνουμε ότι λειτουργεί με έναν υβριδικό διπλό τρόπο εκφοράς λόγου, που στέκεται μεταξύ της διαλογικότητας και της κατάργησής της. Η πεζή ποίηση προσφέρει μια ανανέωση στην ποιητική τέχνη που δεν παύει (ίσα-ίσα) τα δομικά της στοιχεία, αλλά τα δυναμιτίζει: η αοριστία, ο κατακερματισμός και η αποσπασματικότητα (στοιχεία που συγκροτούν τον ποιητικό λόγο) του ποιητικού λόγου συμβαδίζουν με ορισμένες ποιότητες της πεζογραφίας και εμπλουτίζονται από τη γενικότερη «φύση» της τελευταίας, αποκτώντας έτσι μια μορφολογική και περιεχομενική ποικιλία και ανοικτότητα που προσδίδουν στο σύνολο του ποιητικού λόγου μια αισθητική, θα λέγαμε, ποιητικής πλαδαρότητας.
Στην πεζή ποίηση λοιπόν, η τάση και η ορμή για διαλογικότητα και κοινωνικότητα διαδραματίζουν πολύ κρίσιμο ρόλο. Ανεξάρτητα από το γεγονός του τρόπου που αυτές επιτελούνται, εκείνο που φαίνεται κυρίως να μετρά στην πεζή ποίηση είναι, σε αντίθεση με τη συμβατική ποίηση, η πρόθεση και η αίσθηση του ποιητή ότι ο εκφερόμενος λόγος δεν είναι κεκαλυμμένα ιδιωτικός και πλασματικά δημόσιος, δηλαδή δημόσιος μόνο ή κυρίως υπό την έννοια ότι είναι δημοσιευμένος, αλλά πραγματικά δημόσιος. Ο ποιητής αυτής της ποίησης δεν δρα απλώς μέσα στον κόσμο σαν εκφωνητής ή κρυφός παρατηρητής, αλλά επιχειρεί να δώσει ορατότητα στη δράση του εντός του κόσμου, προσπαθεί να είναι αποκομμένος από αυτόν όντας δίπλα στους ανθρώπους και τα πράγματα, όντας εντός της ροής του κόσμου.
Με άλλα λόγια, ο ποιητικός λόγος, όπως κι αν κατασκευαστεί, είτε είναι «νοθευμένος» είτε «όχι», από την στιγμή που είναι και δρα ως τέτοιος θα βρίσκεται πάντοτε στο πεδίο του αόρατου, στο καθεστώς του μη συγκεκριμένου. Η πεζή ποίηση δεν το αποδομεί αυτό, δεν είναι αυτός ο σκοπός της. Αυτό που κάνει είναι ότι αναγκάζει το μη συγκεκριμένο να εμφανιστεί. Ως τέτοιο μεν, αλλά να εμφανιστεί.
Θα μπορούσε να συνοψίσει κανείς όλα τα παραπάνω με δυο κεντρικά σημεία. Η πεζή ποίηση λειτουργεί, πρώτον, σαν να γνωρίζει ότι έχει πραγματικούς, σωματικούς αποδέκτες, τους οποίους δεν αντιλαμβάνεται απλώς ή κυρίως ως βοηθητικούς παράγοντες για το «σκηνικό» της ή ως χειροκροτητές, αλλά επιδιώκει να βρεθεί και να επικοινωνήσει μαζί τους «πρόσωπο με πρόσωπο», και, δεύτερον, η πεζή ποίηση λειτουργεί σαν να επιθυμεί τη μετάδοση του συνόλου της πέρα από τον βαθμό του υπονοούμενου και του περικειμένου, χωρίς ωστόσο να αφίσταται αυτής της «φυσικής» της θέσης. Με άλλα λόγια, ο ποιητής της πεζής ποίησης θέλει τον αναγνώστη όχι τόσο με τον ρόλο του μάρτυρα, αλλά με αυτόν του συμμέτοχου. Γι' αυτούς ακριβώς τους λόγους η πεζή ποίηση αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί έναν πειραματισμό άξιο προσοχής και μελέτης, που όμως προκαλεί έριδες και συγκρούσεις (πολλές φορές άκαρπες). Αλλά μάλλον αυτό είναι και το ζητούμενο.
Καταληκτικά, τόσο σε επίπεδο πρόθεσης όσο και σε επίπεδο πραγμάτωσης, η πεζή ποίηση στέκεται ανάμεσα στην ποίηση και την πεζογραφία, δανείζεται προοπτικές και εργαλεία και από τους δύο πόλους και το αποτέλεσμά της δεν είναι παρά μια μίξη των δύο, ένα υβρίδιο, άτακτο, ακατάτακτο και απεριόριστο που προσφέρει εναλλακτικούς τρόπους λογοτεχνικής δημιουργίας, έκφρασης και συνομιλίας.
Τέλος, να
αναφέρω αυτό που, κατά την γνώμη μου, είναι το πιο σημαντικό απ' όλα και που με
αυτό ξεκίνησα το κείμενό μου. Η πεζή ποίηση, όπως και κάθε λογοτεχνικός πειραματισμός,
οφείλει να ιδωθεί ως μια βαθιά αναζωογονητική και συγκρουσιακή λογοτεχνική
αντίληψη, συμπεριφορά, πρόθεση και πρακτική που δεν περιορίζεται μόνο σε έναν
επαναστατικό φορμαλισμό, αλλά ριζοσπαστικοποιεί τον λογοτεχνικό χώρο και την
τέχνη της γραφής, αμφισβητεί τις νόρμες, υπονομεύει τους κανόνες και συμβάλει
στην σκληρή μάχη διαρκείας για την ανάδειξη του μοναδικού ρεαλιστικού καθεστώτος
πάνω και εντός του οποίου συμβαίνει οτιδήποτε συμβαίνει (τόσο εντός όσο και
εκτός λογοτεχνίας): της κοινωνικής κατασκευής, της ιδεολογικο-πολιτικής δράσης,
της φυσικοποίησης και της αποφυσικοποίησης.[4]
Βιβλιογραφία
Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (Β. Πετσογιάννης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.
Glatch, S. (2025). What is a Prose Poem? Understanding Prose Poetry. Writers.com. Ανακτήθηκε 27 Φεβρουαρίου 2026, από: https://writers.com/prose-poetry-definition
Hetherington, P. & Atherton, C. (2020). What Sets Prose Poetry Apart from the Lyric?. Literary Hub. Ανακτήθηκε 27 Φεβρουαρίου 2026, από: https://lithub.com/what-sets-prose-poetry-apart-from-the-lyric/
Κατσιγιάννης Μ. (2025). Περί του μηχανισμού της πεζογραφίας. τοβιβλίο.net. Ανακτήθηκε 27 Φεβρουαρίου 2026, από: https://tovivlio.net/%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%af-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%bc%ce%b7%cf%87%ce%b1%ce%bd%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%bf%cf%8d-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%80%ce%b5%ce%b6%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b1%cf%82/
Lehman, D. (2003). The Prose Poem: An Alternative to Verse. The American Poetry Review, 32(2), 45–49. http://www.jstor.org/stable/20682182
McCarthy Woolf, Κ. (χ.η.). Poetry: What is a prose poem?. Mslexia. Ανακτήθηκε 27 Φεβρουαρίου 2026, από: https://mslexia.co.uk/magazine/blog/poetry-prose-poem/
Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.
Σχοινά, Κ. Δ. (2012). Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης στην ουδέτερη ζώνη του πεζού ποιήματος. Poeticanet. Ανακτήθηκε 27 Φεβρουαρίου 2026, από: https://www.poeticanet.gr/poiitiki-antithesewn-a-16.html?category_id=98
Todorov,
Τ. (χ.η.). Η ποίηση χωρίς το στίχο (Β. Καπλάνη, Μτφρ.). Ήχοι απόηχοι. Ανακτήθηκε 27 Φεβρουαρίου 2026, από: https://ehoiapoehoi.blogspot.com/p/v-d-r-v.html
[1] Περισσότερα γι’ αυτό βλ.:
Κατσιγιάννης, 2025.
[2] Για άλλες αναλύσεις επί του θέματος βλ.: Lehman, 2003· Σχοινά, 2012· Hetherington & Atherton, 2020· Glatch, 2025· McCarthy Woolf, χ.η.̇ Todorov, χ.η.
[3] Να ειπωθεί ότι κάθε φορά που το
παρόν κείμενο αναφέρεται στην αντίθεση μεταξύ πεζής και μη ποίησης (δηλαδή
συμβατικών, καθιερωμένων μορφών) δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι πρόκειται για
σταθερές της ποιητικής διάστασης, αλλά απλώς επιχειρείται η σκιαγράφηση των
γενικότερων διαφορών που παρουσιάζονται.
[4] Περισσότερα γι’ αυτό, βλ. τη
σχετική βιβλιογραφία (Peter L. Berger & Thomas Luckmann, Michel Foucault,
Judith Butler κ.λπ.).
Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026
Η συγγραφική νοοτροπία του Τζορτζ Όργουελ ως παρακαταθήκη
Η συγγραφική νοοτροπία του Τζορτζ Όργουελ ως παρακαταθήκη
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
Η σκέψη και η συζήτηση γύρω από τον Τζορτζ Όργουελ εγείρει πάντοτε ζητήματα υπαρξιακής φύσης γύρω από την τέχνη ως λειτουργία. Τι είναι και πώς δρα η πολιτική γραφή; Η αισθητική είναι – και πρέπει να μείνει – καθαρή; Ποιος είναι ο σκοπός του καλλιτέχνη; Τέτοιου είδους θεμελιακά ερωτήματα απασχολούν νομίζω σχεδόν κάθε άνθρωπο που έρχεται αντιμέτωπος με το έργο του Τζορτζ Όργουελ είτε πρόκειται για τα λογοτεχνικά του κείμενα είτε πρόκειται για τα δοκιμιακά του κείμενα.
Ο Όργουελ είναι προφανώς και εμφανώς ένας πολιτικός, στρατευμένος συγγραφέας στις αξίες της αριστερής και δημοκρατικής κουλτούρας και νοοτροπίας και τα ιδανικά μιας καλύτερης, ανοικτής, δικαιότερης και ανθρώπινης κοινωνίας. Πορεύθηκε στη ζωή του χωρίς την υιοθέτηση δογμάτων, ορθοδοξιών, ιδεοληψιών και κομματικών εμμονών και κήρυξε έναν λογοτεχνικό λόγο ενάντια στη βαρβαρότητα του ολοκληρωτισμού – με τα πλέον χαρακτηριστικά του έργα 1984 και Η φάρμα των ζώων.
Ο Μπαμπασάκης σημειώνει σχετικά: «ένας ανοιχτομάτης επικριτής των κακώς κειμένων, δίχως ποτέ να περνάει στην όχθη της απόλυτης άρνησης, και δίχως, επίσης, πότε να ενστερνίζεται μονοκόμματες λαμαρίνες ιδεών, δογματικά πακέτα και σύνολα ιδεολογημάτων» (Όργουελ, 2021: 198).
Ή όπως το θέτει και ο ίδιος ο Όργουελ με την πασίγνωστη δήλωσή του: «κάθε γραμμή σοβαρού έργου που έχω γράψει από το 1936 γράφτηκε, άμεσα ή έμμεσα, εναντίον του ολοκληρωτισμού και υπέρ του δημοκρατικού σοσιαλισμού, όπως τον καταλαβαίνω» (Orwell, 2011: 19).
Ο Όργουελ, γράφει ο Μπαμπασάκης, ήταν «κόκκινο πανί για τους αντιδραστικούς και μαύρο πρόβατο για όσους λογίζονταν ως σύντροφοί» του (Όργουελ, 2021: 198). Αυτό είναι κάτι που όλοι γνωρίζουμε. Όμως, όπως επίσης όλοι γνωρίζουμε, ο Όργουελ δεν πτοήθηκε στιγμή, προσπάθησε και κατάφερε «να φτάσει στις αλήθειες της ζωής, της κοινωνίας και της πολιτικής, και να τις εκφράσει με έναν τρόπο που έκανε τους φίλους της αλήθειας να τον λατρέψουν και τους εχθρούς της να τον μισήσουν και να τον διαβάλλουν», συμπληρώνει ο Μπαμπασάκης (Όργουελ, 2021: 202-203).
Η γραφή του Όργουελ είναι η πιο αντιπροσωπευτική ίσως σε ολόκληρο το λογοτεχνικό φάσμα σε ζητήματα που αφορούν την κοινωνική οργάνωση μέσω του ολοκληρωτισμού, τη βαθιά επιτήρηση και τον τοξικό έλεγχο της σκέψης, την παραβίαση ακόμη και των πιο θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την απόλυτη ανελευθερία, αλλά και τις συνθήκες του ακραίου παραλόγου. Με την πένα του εντόπισε και στηλίτευσε έντονα την κυριολεκτική πολιτική παρακμή – αλλά και την κυριολεκτική πολιτική παρακμή που έρχεται μετά το όνειρο και αυτό είναι ακόμη πιο βαρύ. Ο τρόπος του, εύγλωττος και εύληπτος, καθιστά τη λογοτεχνία και τη σκέψη του κατανοητή ακόμη και στον πιο άσχετο ή/και ανώριμο πολιτικά αναγνώστη.
Ο φόβος προς τον ολοκληρωτισμό, για τον Όργουελ, δεν περιορίζεται μόνο στο αμιγώς πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο, αλλά απειλεί και την ίδια την ύπαρξη της λογοτεχνίας ως τέχνης και του συγγραφέα ως καλλιτέχνη, αφού «η λογοτεχνία είναι καταδικασμένη εάν χαθεί η ελευθερία της σκέψης» (Όργουελ, 2021: 67). Αυτό ακριβώς δηλαδή που συμβαίνει στα ολοκληρωτικά καθεστώτα: η δημιουργία, ο αυθορμητισμός και «η φαντασία [...] δεν μπορεί να μεγαλώσει μες στην αιχμαλωσία» (Όργουελ, 2021: 68).
Στο δοκίμιό του Λογοτεχνία και ολοκληρωτισμός γράφει, μεταξύ άλλων, γι' αυτό το ζήτημα: «αν ο ολοκληρωτισμός θριαμβεύσει σε ολόκληρο τον κόσμο, η λογοτεχνία, όπως την ξέραμε μέχρι σήμερα, φτάνει σε ένα τέλος» (Όργουελ, 2022: 241). Και συνεχίζει ζητώντας την προσοχή των ενδιαφερόμενων: «όποιος νιώθει την αξία της λογοτεχνίας, όποιος βλέπει τον κεντρικό ρόλο που παίζει στην εξέλιξη της ανθρώπινης Ιστορίας, πρέπει να δει ως ζήτημα ζωής και θανάτου την αντίσταση στον ολοκληρωτισμό, είτε αυτός μας επιβάλλεται απέξω είτε από μέσα» (Όργουελ, 2022: 242).
Ο Όργουελ άφησε πολύ έντονα το στίγμα του σε αυτού του είδους τη λογοτεχνική πρόθεση και πρακτική και γι' αυτό πολεμήθηκε και συνεχίζει μέχρι και σήμερα να δέχεται δηλητηριώδεις και συχνά ανεδαφικές επικρίσεις και κριτικές. Το ότι πολεμήθηκε όσο λίγοι δεν πρόκειται για κάποιο νέο, όλοι το γνωρίζουν ότι δεν είναι λίγοι αυτοί που τον κατατάσσουν στις αμφιλεγόμενες προσωπικότητες είτε του λογοτεχνικού στερεώματος είτε και γενικότερα. Ωστόσο, έχει πολύ μεγάλη σημασία να κοιτά κανείς πρώτα και να ελέγχει ποιος και από ποια ιδεολογικο-πολιτική θέση και κατεύθυνση μιλά. Συνεχίζω.
Το μεγάλο ζήτημα για τον Τζορτζ Όργουελ είναι η ισορροπία μεταξύ του πολιτικού και του αισθητικού. Κάτι που απασχολεί αρκετούς συγγραφείς ανεξάρτητα από το αν εν τέλει επιτυγχάνουν μια τέτοια ισορροπία. Αυτό είναι το μεγάλο συγγραφικό άγχος του Όργουελ, εκεί εντοπίζεται η ουσία της συγγραφικής του νοοτροπίας. Για να καταλάβει κανείς τη συγγραφική νοοτροπία του Όργουελ νομίζω ότι οφείλει πρώτα να καταλάβει το θεμέλιο πάνω στο οποίο υπάρχει, δρα και δημιουργεί. Το θεμέλιο αυτό συνοψίζεται στην κοσμοθεωρητική άποψη ότι τα πάντα είναι πολιτικά, τα πάντα είναι ζητήματα πολιτικής ερμηνείας και ιδεολογικής επεξεργασίας:
Τα πάντα είναι πολιτική. Όχι απαραίτητα με την καθιερωμένη έννοια, αλλά με την έννοια ότι το κάθε υποκείμενο επιτελεί ποικίλες πρακτικές οι οποίες δεν είναι ούτε ανεξάρτητες ούτε περιφερειακές στην ιδεολογική του βάση. Αντίθετα, πηγάζουν ευθέως απ’ αυτή και συνομιλούν, αναγκαστικά, μαζί της. Επομένως, δεν υφίσταται η κατάσταση και θέση ενός απολίτικου, μη ιδεολογικού, ουδέτερου λόγου: κάθε λόγος κατασκευάζεται και κατασκευάζει σκόπιμα ιδεολογικά φορτισμένες «αλήθειες», οι οποίες, ανεξάρτητα από το τι λένε, βρίσκονται εντός του δυναμικού πεδίου των σχέσεων εξουσίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο (και λόγο), οι ανθρώπινες σχέσεις [...] οφείλουν να ιδωθούν και να αναλυθούν στη βάση μιας μάχης συμφερόντων, όπου κάθε υποκείμενο και κάθε πλευρά, εκπροσωπεί κι επιτελεί όχι μια καθολική, αναλλοίωτη «αλήθεια», αλλά μια άποψη για το πώς επιλέγει να εννοήσει και να αναπαραστήσει το κάθε τι (Κατσιγιάννης, 2025).[1]
Στην βάση αυτή κινείται ο Όργουελ και, επομένως, η τέχνη γι' αυτόν δεν μπορεί παρά να αποτελεί μια εγγενώς πολιτική δραστηριότητα. Το βασικό του μέλημα είναι η αλλαγή της πρόσληψης της πολιτικής γραφής: «αυτό που πάνω απ' όλα θέλησα [...] είναι να μετατρέψω την πολιτική γραφή σε τέχνη» (Orwell, 2011: 19). Μας λέει ο ίδιος: «κανένα βιβλίο δεν είναι αυθεντικά ελεύθερο πολιτικών προκαταλήψεων. Η άποψη πώς η τέχνη δεν έχει καμιά δουλειά με την πολιτική αποτελεί η ίδια μια πολιτική στάση (Orwell, 2011: 16)». Και αλλού: «η προπαγάνδα με κάποια μορφή υφίσταται σε κάθε βιβλίο [...] κάθε έργο τέχνης έχει ένα νόημα και ένα σκοπό – πολιτικό, κοινωνικό και θρησκευτικό» (Orwell, 2011: 72).
Στη σκέψη του Όργουελ λοιπόν το αισθητικό δεν βρίσκεται εκτός του πολιτικού (και το αντίθετο), δεν πρόκειται δηλαδή για μια προαιρετική διαλεκτική, αλλά για ενοποίηση που έτσι, και ως τέτοια, επιτελείται από το συγγραφικό υποκείμενο. Δεν δύναται να συμβαίνει διαφορετικά. Ο Όργουελ αντιτίθεται στο δόγμα (και σε αυτό) η τέχνη για την τέχνη και προωθεί ένα διαφορετικό λογοτεχνικό μοντέλο, το οποίο δεν αναγνωρίζει καμία ουδετερότητα, καμία καθαρότητα στην τέχνη: «οι αισθητικές μας κρίσεις χρωματίζονται πάντα από τις προκαταλήψεις και τα πιστεύω μας» (Orwell, 2011: 72).
Διαβάζω σχετικά με αυτό από τον ίδιο: «ο καθένας γράφει γι' αυτά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Το πρόβλημα είναι απλώς με ποια πλευρά τάσσεται κανείς και με ποιον τρόπο την προσεγγίζει. Κι όσο πιο πολύ συνειδητές είναι οι πολιτικές κλίσεις σου, τόσο πιο πολλές πιθανότητες έχεις να δράσεις πολιτικά χωρίς να θυσιάσεις την αισθητική και πνευματική σου ακεραιότητα» (Orwell, 2011: 19).
Με άλλα λόγια, για τον Όργουελ η τέχνη κάνει κι αυτή, με τον δικό της τρόπο, πολιτική:
πάντοτε υποστήριζα ότι κάθε καλλιτέχνης είναι προπαγανδιστής. Δεν εννοώ πολιτικός προπαγανδιστής. Εάν διαθέτει την οποιαδήποτε ειλικρίνεια ή ταλέντο, δεν μπορεί να είναι αυτό. Το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής προπαγάνδας έχει να κάνει με το να λες ψέματα, όχι μόνο σε σχέση με τα γεγονότα, αλλά και σε σχέση με τα ίδια σου τα συναισθήματα. Όμως κάθε καλλιτέχνης είναι προπαγανδιστής με την έννοια ότι προσπαθεί, άμεσα ή έμμεσα, να προβάλλει μία οπτική της ζωής η οποία του φαίνεται ποθητή» (Όργουελ, 2022: 215).
Στον Όργουελ, αλλά και σε πολλούς άλλους συγγραφείς, το κέντρο βάρους βρίσκεται στον πόλο του πολιτικού, όχι του αισθητικού, όπως ο καθένας είναι σε θέση να διακρίνει σχετικά. Αποκαλύπτεται εξάλλου ο ίδιος: «κοιτώντας αναδρομικά όλο μου το έργο, βλέπω ότι κατά κανόνα όταν μου' λειπε ένας πολιτικός στόχος έγραφα άψυχα βιβλία και ξεστράτιζα σε φανταχτερά κατεβατά, σε προτάσεις δίχως νόημα, σε διακοσμητικά επίθετα και γενικά σε αερολογίες» (Orwell, 2011: 22).
Όμως, χρειάζεται μεγάλη προσοχή εδώ. «Η πολιτική ευθύτητα» δεν αρκεί από μόνη της όπως δεν αρκεί από μόνη της και «η αισθητική ευσυνειδησία» (Orwell, 2011: 72), μας προειδοποιεί ο συγγραφέας. Όταν κυριαρχεί η τελευταία το λογοτεχνικό κείμενο παραπαίει στην υποτιθέμενη καθαρή αισθητική και στον φορμαλισμό, υιοθετεί ο συγγραφέας το δόγμα η τέχνη για την τέχνη. Όταν κυριαρχεί το πρώτο παρατηρείται συχνά μια στρεβλή, περιχαρακωμένη και εξίσου δογματική «πολιτική πειθαρχία» και μετατρέπεται η λογοτεχνία σε ένα άκαρπο και στεγνό περιβάλλον, σε μια «άγονη πεδιάδα» (Orwell, 2011: 72).
Αυτή η μεγάλη έγνοια και μέριμνα του συγγραφέα αναφορικά με την εύρεση του πολυπόθητου εκείνου τρόπου που θα θέσει σε ισορροπία το αισθητικό με το πολιτικό μπορεί να διαφανεί και από το πώς αυτο-κρίνεται και επί του πεδίου:
όταν κάθομαι να γράψω ένα βιβλίο, δεν λέω στον εαυτό μου «Πρόκειται να κάνω ένα έργο τέχνης». Το γράφω επειδή υπάρχει κάποιο ψέμα που θέλω ν' αποκαλύψω, κάποιο γεγονός στο οποίο θέλω να επισύρω την προσοχή, και το πρωταρχικό μου μέλημα είναι να δημιουργήσω ένα ακροατήριο. Αλλά δεν θα μπορούσα να καταπιαστώ με το γράψιμο ενός βιβλίου ή ακόμα ενός εκτεταμένου άρθρου σε περιοδικό, αν αυτό δεν αποτελούσε συγχρόνως και μια αισθητική εμπειρία. Οποιοσδήποτε εξετάσει προσεκτικά το έργο μου θα δει ότι ακόμα κι όταν αποτελεί μια ξεκάθαρη προπαγάνδα περιέχει πολύ από εκείνο το στοιχείο που ένας επαγγελματίας πολιτικός θα το θεωρούσε άσχετο με την πολιτική» (Orwell, 2011: 19-20).
Συνεπώς, η
ρευστή διαδικασία της λογοτεχνικής δημιουργίας, της γραφής (γι' αυτό
επικίνδυνη, γι' αυτό γοητευτική), απαιτεί από το συγγραφικό υποκείμενο έναν
ιδιότυπο έλεγχο στα πάθη τόσο στα μεν (αισθητική αξία και επεξεργασία) όσο και
στα δε (πολιτική κατεύθυνση, θέση και τοποθέτηση). Αυτό μας δίδαξε και μας
διδάσκει ο Τζορτζ Όργουελ.
Βιβλιογραφία
Κατσιγιάννης,
M. (2025). Λογοτεχνικό τοπίο και ανθρώπινες σχέσεις. Art in Vivo. Ανακτήθηκε 19 Φεβρουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_76.html
Orwell. G. (2011). Δοκίμια (Γ. Λυκιαρδόπουλος & Στ. Ροζάνης,
Μτφρ.). Έρασμος.
Όργουελ, Τζ.
(2021). Βιβλία εναντίον τσιγάρου (Γ.
Ί. Μπαμπασάκης, Μτφρ.). Μεταίχμιο.
Όργουελ, Τζ.
(2022). Ό,τι μου κάνει κέφι (Ο.
Πάππος, Μτφρ.). Μεταίχμιο.
Πρώτη δημοσίευση: τοβιβλίο.net | Διάβασέ το!, 20.02.2026
[1] Περισσότερα γι’ αυτό, βλ. τη
σχετική βιβλιογραφία (Peter L. Berger & Thomas Luckmann, Michel Foucault,
Judith Butler κ.λπ.).
Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026
Σημειώσεις για τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Σημειώσεις για τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες
του Μιχάλη Κατσιγιάννη
![]() |
| Bertrand Daullé, Jorge Luis Borges |
Ισχύει για κάθε είδος και μορφή τέχνης, ισχύει επομένως και για τη λογοτεχνία: καλή γραφή είναι η γραφή εκείνη που δεν ακολουθεί τις μορφές ζωής που έχουν ήδη παραχθεί και δεν συμβιβάζεται μαζί τους προσπαθώντας απλώς να τις διαχειριστεί, αλλά εκείνη που αγαπά και αναλαμβάνει πολλά ρίσκα. Δηλαδή; Καλή γραφή είναι η γραφή που παράγει καινούργιες μορφές ζωής, που στέκεται πάντοτε στο όριο της συνείδησης, που πασχίζει για την υβδριδικότητα, που αναζητά και προωθεί την ετερότητα, που διασχίζει τις ροές της ζωής βρισκόμενη εντός τους. Αυτή είναι αναμφίβολα η καλή λογοτεχνία και νομίζω ότι ένα πολύ αντιπροσωπευτικό της παράδειγμα είναι, μεταξύ άλλων, ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες.
Διηγηματογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος, ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί μια δίχως τέλος πηγή άντλησης έμπνευσης και δημιουργικότητας για πολλούς ανθρώπους. Με το έργο του άφησε το δικό του ξεχωριστό αποτύπωμα στην παγκόσμια λογοτεχνία και, κατά την γνώμη μου, την έστρεψε προς άλλες, καινούργιες κατευθύνσεις και της έδωσε ξεχωριστές προοπτικές που ανέτρεψαν πολλά πράγματα.
Η λογοτεχνία του Μπόρχες βρίσκεται καθαρά σε μια φιλοσοφική διάσταση, ο λόγος της γραφής του δεν περιορίζεται μονάχα στο αισθητικά ευρηματικό, αλλά συνομιλεί βαθιά και ανοικτά θα έλεγε κανείς με ποικίλα κοσμοθεωρητικά ζητήματα, πολλές φορές μάλιστα και μέσα από την οδό μιας πλήρους ορατότητας. Αυτή η λογοτεχνικο-φιλοσοφική του διάθεση, οπτική και πρακτική αναβαθμίζει τα κείμενά του, ενδυναμώνει την ήδη υπάρχουσα σε αυτά φαντασία, αλλά και την εκτρέπει προς την ενσωμάτωση υψηλότερων ποιοτήτων και μετατρέπει την λογοτεχνική δημιουργία σε κάτι πολύ σημαντικότερο από αυτό που διαχρονικά οι περισσότεροι υποπτεύονται ότι είναι.
Τι είναι ο
Μπόρχες; Απαντώ με το τι πιστεύω ότι κάνει:
τι έκανε ακριβώς ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες ως συγγραφέας; Τι προσπάθησε; Ο Μπόρχες, με το πολυσχιδές του λογοτεχνικό – και μη – έργο, δίδαξε ασφάλεια ή μάλλον το γεγονός ότι η γραφή είναι ασφάλεια, παρέχει ασφάλεια και χαρίζει ασφάλεια. Όμως, τι θα πει αυτό; Εδώ, η ασφάλεια έχει την έννοια της σαγήνης, της γαλήνης που ο/η αναγνώστης/στρια δέχεται ποικιλοτρόπως μέσα από τη γραφή και απομακρύνεται από το βιωμένο, το άλλοτε πραγματικό και ρεαλιστικό, και αφήνεται στις δυνάμεις της φαντασίας και της ονειροπόλησης μέχρι που χάνεται στα βάθη της πλήρους ακινησίας, της μεγάλης σιωπής, και εκεί κρύβεται η σπουδαιότερη ενεργητικότητα (Κατσιγιάννης, 2025).[1]
Στα κείμενα του Μπόρχες διαβρώνεται ο μηχανισμός της λογικής ικανότητας ως παντοδύναμο και αξιόπιστο εργαλείο πρόσληψης του κόσμου και ως μέσο ανταπόκρισης σε αυτόν. Χρειάζεται μια προσοχή σε αυτό το σημείο: δεν υπάρχει αντικατάσταση μεθοδολογικών εργαλείων, αλλά επανανοηματοδότηση και επανακατασκευή των υπάρχοντων. Η γραφή του Μπόρχες θολώνει τα όρια (που προσπαθεί η ορθολογική, θετικιστική νοοτροπία στην πραγματικότητα να συντηρήσει και να τονώσει), μεταξύ του μαγικού και του υπαρκτού, του αφηρημένου και του συγκεκριμένου, του κανονικού και εδραιωμένου και του εναλλακτικού και ενδεχομενικου. Το θεμέλιο της λογοτεχνίας του: η γραφή του Μπόρχες είναι αντιουσιοκρατική, ανατρέπει το μοναδικό, το καθολικό, το οικουμενικό.
Στον Μπόρχες υπάρχει μια μηχανή (ή είναι ο ίδιος μια μηχανή) που ονειροποιεί τον κόσμο και τον θέτει εκτός ορίων τόσο ως προς το πεδίο της σκέψης όσο και ως προς το πεδίο της δράσης. Αυτή είναι η βάση του έργου του, ο καμβάς πάνω στον οποίο ξεκινά να δημιουργεί. Τι θα πει αυτό; Η αποδόμηση των εγκλωβιστικών και εξουσιαστικών δίπολων, ψεύτικο και αληθινό, σωστό και λάθος, λογικό και παράλογο, εφικτό και αδύνατο, άπειρο και συγκεκριμένο και άλλα πολλά, δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να επανανοηματοδοτεί τον τρόπο της διαλεκτικής του με τον κόσμο ως σύνολο. Το δυνητικό κυριαρχεί, η απειρότητα εκλαμβάνεται ως θετική και αναπόφευκτη, η μορφή ζωής που κατασκευάζεται από τον συγγραφέα λειτουργεί πάντοτε στο μέσον των δρόμων, στα σύνορα των λόγων, και οι τρόποι συσχέτισής της με τις υβριδικές συνθήκες πάνω και μέσα στις οποίες δρα την καθιστούν απρόσωπη, μη ανιχνεύσιμη και μη ελέγξιμη.
![]() |
| Marcelo Neira, Borges (2014) |
Πρόκειται για μια ριζοσπαστική επανανοηματοδότηση του ανολοκλήρωτου. Ιδού ο ιδιαίτερος ρεαλισμός του Μπόρχες: ο κόσμος στο όριο της γέννησης και της καταστροφής, ο κόσμος ως συνεχόμενη ροή, η δύναμη της φαντασίας που είναι, μένει ως τέτοια και δεν χάνεται μόνο εφόσον μεταβάλλεται συνεχώς. Σε αυτόν τον τύπο κόσμου που κατασκευάζει ο Μπόρχες, τα πλάσματά του βρίσκονται σε μια φαινομενική αδράνεια (αυτή του Μπέκετ), στερούνται συνήθως την έκπληξη ή μάλλον την προσλαμβάνουν ως προϋπάρχουσα στα γεγονότα με κάποιον τρόπο και αναμειγνύονται διαρκώς με τα ερεθίσματα, όποια κι αν μπορούν να είναι αυτά.
Επίσης, στα κείμενα του συγγραφέα η δράση δεν επαφίεται αποκλειστικά στα πρόσωπα και τις ενέργειές τους, δηλαδή η όποια δράση δεν είναι αποκλειστικά έργο της κατονομασίας. Κρίσιμος βαθμός συμμετοχής αποδίδεται και στον (με την ευρύτερη έννοια) χωροχρόνο εντός του οποίου συντελείται το σύνολο των δράσεων των υποκειμένων και των πραγμάτων. Αυτό, η επιτελεστικοποίηση δηλαδή του αφηγηματικού πλαισίου, η διαχείρισή του όχι μόνο ως σκηνικού, αλλά και ως συγκροτητικού στοιχείου των συμβάντων της γραφής, είναι ένα πολύ σημαντικό λογοτεχνικό τέχνασμα του Μπόρχες.
Ο χωροχρόνος λειτουργεί ως μια προσωποποίηση της αίσθησης της απειρότητας, της αιωνιότητας που διατρέχει ολόκληρο το έργο του συγγραφέα. Δεν είναι δηλαδή ότι απλώς συμβάλει στην ενεργητική κινητοποίηση του αφηγηματικού πλαισίου, αλλά ζωντανεύει το ίδιο το υπόβαθρο του αφηγηματικού πλαισίου, δραστικοποιεί το πρώτο επίπεδο θα λέγαμε πάνω στο οποίο συμβαίνουν τα φανερά λογοτεχνικά τεκταινόμενα. Με άλλα λόγια, ο χωροχρόνος στον Μπόρχες αποτελεί ο ίδιος από μόνος του μια δράση, τη θεμελιώδη δράση που υποδέχεται τις άλλες δράσεις, αυτές των προσώπων και των πραγμάτων και, υπό αυτή την έννοια, ίσως να έχει και τη μεγαλύτερη αξία.
![]() |
| Jorge Luis Borges, self portrait |
* Αναζητήστε κι άλλα κείμενά μου
για τον συγγραφέα στο παρόν ιστολόγιο.
[1]
Βλ.: Κατσιγιάννης, M. (2025). Χόρχε Λουίς Μπόρχες: ένας λόγος για τη λογοτεχνία
εκ των έσω. Βακχικόν. Ανακτήθηκε 14 Φεβρουαρίου
2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_39.html
Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026
Στην επικράτεια του κέρδους και της άγνοιας
Στην επικράτεια του κέρδους και της άγνοιας
του Μιχάλη
Κατσιγιάννη
![]() |
| Lesser Ury, Woman at writing desk (1898) |
Το κείμενο αυτό αποτελεί την τρίτη επιστροφή μου αμιγώς στο ζήτημα της λογοτεχνικής κριτικής (για τις άλλες δύο αναλύσεις μου, βλ. Κατσιγιάννης, 2025α, 2025β). Η λογοτεχνική κριτική ήταν πάντοτε μία αμφιλεγόμενη ασχολία, ένα πολεμικό πεδίο εντός του οποίου συχνά παρατηρούμε να προκαλείται χάος. Ωστόσο, όσο επιμένει κανείς να το αναλύει διεξοδικά, όσο εισχωρεί εντός του πεδίου αυτού με κριτικές διαθέσεις, τα πράγματα δεν ξεμπλέκονται φυσικά, αλλά αποσαφηνίζονται σε μεγάλο βαθμό.
Ξεκινώ με μία προσωπική παρατήρηση σχετικά με το πώς αντιλαμβάνομαι και επιτελώ την κριτική. Δεν γράφω για ό,τι διαβάζω. Σέβομαι τα κείμενα και τους δημιουργούς τους, καθώς και την ίδια την πρακτική της (λογοτεχνικής) κριτικής. Έτσι, αρνούμαι να γράψω τόσο για ό,τι διαβάζω όσο και για ό,τι μου πλασάρεται ως αριστούργημα. Προσωπικά, αντιλαμβάνομαι την κριτική και αναλυτική έκφραση ως στάση, συμπεριφορά και κουλτούρα. Θεωρώ την κριτική ένα πολύ σημαντικό εργαλείο και τα κείμενα με τα οποία καταπιάνομαι τα νοηματοδοτώ ως σημεία ζωής των δημιουργών που τα παρήγαγαν, αλλά και σημεία ζωής δικά μου. Γράφω λοιπόν για ό,τι κατάφερε να με συγκινήσει, να με πείσει να συνομιλήσω μαζί του, να αφεθώ στις σκέψεις που έχει να μου προσφέρει, να περιπλανηθώ στις διαδρομές της νοοτροπίας του και να αλλάξω όσο και αν γίνεται μέσα από αυτό. Γράφω για κείμενα στα οποία προσδίδω εγώ ο ίδιος αξία και λόγο ύπαρξης.
Ας δούμε όμως τι συμβαίνει γενικώς. Τι κάνουν αυτοί που γράφουν για ό,τι διαβάζουν; Τι κάνουν αυτοί που διαβάζουν σαν να πρέπει να διαβάσουν; Τι κάνουν αυτοί που γράφουν σαν να δουλεύουν (με την αρνητική έννοια);
Απαντώ με μία θέση που νομίζω ότι δεν μπορεί εύκολα να αμφισβητηθεί: είναι απίθανο σε κάποιον να αρέσει ό,τι διαβάζει και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που να γράφει γι' αυτά. Επομένως, ο κριτικός – ακόμη κι αν δεν αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοιος με σκοπό την παροχή άλλοθι στον τρόπο που επιτελεί το έργο του – που γράφει για ό,τι διαβάζει εκπίπτει σε μια υποκριτική και διαμεσολαβητική εργασία, δεν είναι παρά ένας βιβλιο-έμπορος που επιτελεί το έργο εξυπηρέτησης διαπροσωπικών/φιλικών και εμπορικών/οικονομικών συμφερόντων. Δεν έχει προφανώς ως ανάγκη να εκφραστεί για ένα κείμενο μέσα από ένα κείμενο κι ούτε τον απασχολεί πραγματικά να μας το συστήσει. Αντίθετα, ενδιαφέρεται για μια προώθηση προϊόντος και μάλιστα τυποποιημένου στυλ. Για τον βιβλιο-έμπορο κριτικό αξία έχει μόνο ό,τι δύναται να ιδωθεί υπό την οπτική της κατανάλωσης και να μετατραπεί σε εμπόρευμα (βλ. Bauman, 2005).
Στην Ελλάδα σήμερα είναι πολύ λίγοι οι κριτικοί που ασχολούνται με κάποιο κείμενο όχι υπό όρους παρουσίασης. Αυτό επηρεάζει και την επιλογή των κειμένων που κατά καιρούς βλέπουμε να κρίνονται, να σχολιάζονται και να προτείνονται. Θέλω να πω, η κριτική ενός κειμένου ως παρουσίαση προσιδιάζει σε εύκολα, τυποποιημένα και νορμοποιημένα κείμενα, σε κείμενα που κατά μία έννοια προκαλούν αυτού του είδους την ασχολία μαζί τους. Με τον ίδιο τρόπο, η κριτική ενός κειμένου όχι ως παρουσίαση, μάλλον εύλογα προτιμά να εμπλακεί με κείμενα άλλα, τελείως διαφορετικά που ακριβώς εξαιτίας της κακής κριτικής που κυκλοφορεί και κυριαρχεί παραμένουν είτε αθέατα είτε διαστρεβλωμένα.
Ο βιβλιο-έμπορος κριτικός κάνει σε μεγάλο βαθμό κακό. Είναι αλήθεια αυτό. Ο κριτικός αυτός δεν έχει τα γνωστικά (με την ευρύτερη έννοια) και ίσως και άλλα εργαλεία να αποκωδικοποιήσει μια καλλιτεχνική παρέμβαση, να εμβαθύνει σε μια αισθητική εμπειρία και αγνοεί την αρχιτεκτονική τόσο της γραφής όσο και της ανάγνωσης καθώς και όλων εκείνων των άπειρων και αόριστων σημείων που ανάλογα με τη συναρμολόγηση που τους γίνεται κάθε φορά (κάθε φορά είναι πάντοτε μία άλλη φορά, ακόμη κι όταν μία φορά είναι ίδια με μια άλλη, είναι πάντοτε διαφορετική), παράγεται το λογοτεχνικό κείμενο.
Με άλλα λόγια, ο βιβλιο-έμπορος κριτικός παρουσιάζει σοβαρή άγνοια και αδυναμία να λειτουργήσει μέσα σε (και με) την πολλαπλή και απρόσωπη γλώσσα της λογοτεχνίας, είναι γυμνός (με την αρνητική έννοια) μπροστά της. Έτσι, ο κριτικός αυτός καταστρέφει τη δημιουργία τόσο ως έννοια (αέναη και μεταβαλλόμενη) όσο και ως αποτέλεσμα, αφού εισχωρεί στη διάστασή της χωρίς να είναι σε θέση να την κατανοήσει, πόσο μάλλον να την (δια)χειριστεί.
Σκέφτομαι συχνά αυτή την κατάσταση και μετά σκέφτομαι ότι η κατάσταση αυτή δεν έχει μεγάλη επισκεψιμότητα από πολλές σκέψεις. Γενικότερα, υπάρχει είτε μια αδιαφορία είτε μια ανακούφιση γι' αυτή την κατάσταση. Συνεχίζω όμως.
Για να γράψει κανείς ένα κείμενο για ένα κείμενο, δεν οφείλει απλώς να διαβάσει το δεύτερο κείμενο. Η τελευταία αυτή πράξη είναι με πολύ απλά λόγια το έργο του αναγνώστη. Αν και το ξέρουμε καλά από αρκετούς κριτικούς, όπως τον Hawthorn για παράδειγμα, ότι η κριτική δεν είναι παρά η κοινοποίηση μιας προσωπικής ανάγνωσης (1993), η πρακτική της γραφής για μια γραφή νομίζω ότι επιβάλλει και ένα άλλο όχι είδος άλλα μάλλον επίπεδο συνομιλίας με το κείμενο, ένα εμβριθές επαναληπτικό κοίταγμα σε αυτό από άλλες οπτικές γωνίες τόσο νοητές όσο και μη. Έχω την άποψη ότι αυτή η παρατήρηση οφείλει να είναι πλήρως κατανοητή.
Η κριτική ως πρακτική είναι μια μετάβαση από την αναγνώριση και την ανάγνωση μιας γραφής στην δομημένη κατασκευή μιας γραφής για μια γραφή. Τι σημαίνει αυτό; Η γραφή για μια γραφή δεν είναι τίποτα πέρα από την προέκταση της αναγνωστικής συνθήκης από το μέρος του ιδιωτικού (όχι του προσωπικού) και της εσωστρέφειας στο μέρος του δημόσιου και της εξωστρέφειας. Γράφοντας για ένα κείμενο επανασυγκροτώ την ανάγνωσή μου, αλλά την σχεδιάζω κιόλας στρεφόμενος προς το πεδίο του ορατού λόγου και της εμφανούς εξερεύνησης. Απομονολογοποιώ δηλαδή τον λόγο μου και μετασχηματίζω τη διαλεκτική, της δίνω δηλαδή σαφή, ορατό και ξεκάθαρο προσανατολισμό: αποκτώ συνομιλητές με την κυριολεκτική έννοια και με κυριολεκτική μορφή, ανεξάρτητα από τον τρόπο της παρουσίας τους και της επαφής μου μαζί τους.
Η γραφή της κριτικής φεύγει, εγκαταλείπει το βλέμμα της ανάγνωσης στον βαθμό που το υποκείμενο αποσύρεται από το μοναχικό γέλιο και την ονειρική περιπλάνηση και προσχωρεί σε ένα είδος εργασίας που προσιδιάζει στην κούραση της ημέρας, της επικοινωνίας και αντικαθιστά την καλώς εννοούμενη αδράνεια που ενυπάρχει στην αναγνωστική διαδικασία με ένα είδος διαρκούς εγρήγορσης. Έχει σημασία αυτή η παρατήρηση. Με την πρακτική της κριτικής, ο κριτικός αφήνει αυτό το «ελαφρύ, αθώο ναι» της ανάγνωσης και επιχειρεί να προσεγγίσει τη «διακινδύνευση» στην οποία υπάρχει ο συγγραφέας και να δοκιμάσει το έργο ως ανοικτή βία και απώλεια (βλ. Blanchot, 2018).
Ο κριτικός, από τη στιγμή που αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο, οφείλει να μας μιλήσει, δεν μπορεί να καταρρεύσει ούτε και μπορεί να αποσυρθεί στον εαυτό του χωρίς τουλάχιστον να μας δείξει τόσο τον δρόμο όσο και την μεθοδολογία της επιστροφής. Ο κριτικός οφείλει (προς τους πάντες: στο λογοτεχνικό κείμενο, στο δικό του κείμενο, στον εαυτό του και στους αναγνώστες) να έχει (λιγότερο ή περισσότερο ρευστή) άποψη και θέση όχι μόνο αίσθηση και εντύπωση. Η κριτική λοιπόν τι είναι; Είναι η μεταφορά της ανάγνωσης υπό τους όρους της εξουσίας και της συγκεκριμενοποίησης των σημείων της αορατότητας. Με άλλα λόγια, η έξοδος από το αχανές πεδίο του παραληρηματικού αγγίγματος και η είσοδος στην κλίμακα του λόγου και της διαβάθμισης των ποιοτήτων του.
Η γραφή για τη γραφή (γιατί αυτό είναι εν τέλει η κριτική) δεν είναι ότι γίνεται από ενική πληθυντική, άλλα ότι ξεσκεπάζει την πληθυντικότητα της συνθήκης της ανάγνωσης και την κάνει να δρα στο φως. Δεν είναι η ονειρική εμπειρία πια που κινητοποιεί τη σκέψη, άλλα το γεγονός ότι η σκέψη είναι πλέον μια πραγματική, υλική επαφή στο υπαρκτό πλαίσιο του χωροχρόνου της ζωής του κριτικού. Με άλλα λόγια, η γραφή της κριτικής είναι η καταγραφή μιας ονειρικής εμπειρίας μέσα από τα φίλτρα της συνειδητοποίησης αυτής.
Ο λόγος της κριτικής δεν είναι ένας λογοτεχνικός λόγος, άλλα ένας μετα-λογοτεχνικός λόγος, μια μετα-γλώσσα, δηλαδή ένας λόγος, είτε γενικός είτε ειδικός, για τη λογοτεχνία και τα κείμενά της, ο οποίος μπορεί να πάρει ποικίλες υποστάσεις και να λειτουργήσει μέσω ποικίλων εκφραστικών διεξόδων. Αυτό δεν τον καθιστά μη προσωπικό, άλλα σίγουρα τον αποσύρει από μία αμιγώς εμπειρική και ιμπρεσιονιστική καταγραφή. Έτσι, ο κριτικός δεν είναι ότι πρέπει απλώς να μας εκθέσει την ανάγνωσή του (αυτό είναι ό,τι συμβαίνει κατά κόρον σήμερα), αλλά ότι πρέπει να μας την εξηγήσει (την ανάγνωσή του) με κάποιον τρόπο. Πρέπει δηλαδή να μας εκθέσει στην πρότερη έκθεσή του.
Υπό το πρίσμα όλων των παραπάνω, εκείνο το οποίο κρίνεται και αξιολογείται σε ένα κριτικό κείμενο δεν είναι μόνο το λογοτεχνικό κείμενο το οποίο κρίνεται, δηλαδή το κείμενο που προκάλεσε το κείμενο του κριτικού, άλλα και το ίδιο το κείμενο του κριτικού, η δομή, η κατασκευή, η διαδρομή και ο λόγος του.
Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς πώς ακριβώς λειτουργεί ο βιβλιο-έμπορος κριτικός, βλέπει κανείς την πρόθεσή του. Ποια είναι; Να τοποθετηθεί το λογοτεχνικό κείμενο στο πάνθεον της αγοραπωλησίας, άλλα όχι απλώς αυτό. Δεν φτάνει μόνο αυτό. Πρέπει οι αναγνώστες του να μην σκεφτούν να το συλλάβουν αλλιώς, έξω από την καταναλωτική και καπιταλιστική διάθεση και οπτική. Το κείμενο του βιβλιο-έμπορου κριτικού είναι μια διαφήμιση για το κείμενο ενός συγγραφέα που έτσι πρέπει να καταστεί αντιληπτό τόσο το ένα όσο και το άλλο.
Αυτή η κατάπτωση που βιώνει σήμερα η κριτική αναμφίβολα χαλά τη λογοτεχνία, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ο μοναδικός παράγοντας στον οφείλεται η κατάσταση της σημερινής λογοτεχνίας. Πολλά από τα κείμενα που εκδίδονται, εκδίδονται για να μεταχειριστούν από την σημερινή κριτική όπως αυτή ξέρει, δηλαδή υπό το πρίσμα του καπιταλισμού και σαν καταναλωτικά προϊόντα. Αυτό άλλωστε είναι κάτι που το ξέρουμε και από τον Ντελέζ (Ντελέζ, & Παρνέ, 2022).
Τέλος, σημειώνω ότι η κριτική οφείλει να ξανασκεφτεί τον εαυτό της, να ξανασκεφτεί για τον εαυτό της και να συστηθεί στον κόσμο εκ νέου. Έχει πραγματικά πάρα πολλά που πρέπει να σκεφτεί και να αναθεωρήσει. Είναι δύσκολο αυτό, αλλά τι είναι και εύκολο; Η σημερινή κοινωνία, κάθε της τομέας, λειτουργεί σε αυτή την κατεύθυνση: τους κέρδους, της καταναλωτικής ηθικής, της χυδαίας διαφήμισης και προβολής, της επιφανειακής συσχέτισης, του άκρατου λιντσαρίσματος στο άλλο, στο διαφορετικό. Όμως, το γεγονός ότι πρόκειται για δύσκολο εγχείρημα, αυτό δεν θα πει ότι δεν πρέπει να επιχειρηθούν αναγκαίες ενέργειες. Πρέπει να επιχειρηθούν αναγκαίες ενέργειες τουλάχιστον από αυτούς που πραγματικά δυσφορούν με αυτό το σύστημα της κριτικής. Ο χώρος της λογοτεχνικής κριτικής χρειάζεται σειρά αναζωογονητικών επεμβάσεων αν δεν θέλουμε να συνεχίσουμε να τον βλέπουμε να απολαμβάνει την κατρακύλα.
Βιβλιογραφία
Bauman, Z. (2005). Σπαταλημένες ζωές: οι απόβλητοι της
νεοτερικότητας (Μ. Κρασαρίνης, Μτφρ., Π. Λέκκας, Επιμ.). Αθήνα: Κατάρτι.
Blanchot, M.
(2018). Ο χώρος της λογοτεχνίας (Δ.
Δημητριάδης, Μτφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.
Hawthorn, J.
(1993). Ξεκλειδώνοντας το κείμενο: Μια
εισαγωγή στην έννοια της θεωρίας της λογοτεχνίας (Μ. Αθανασοπούλου, Μτφρ.).
Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Κατσιγιάννης,
M. (2025α). Η λογοτεχνική κριτική ως μέσο και ως πεδίο. Θράκα. Ανακτήθηκε 11 Φεβρουαρίου 2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_5.html
Κατσιγιάννης,
M. (2025β). Λογοτεχνία και κριτική: μια σύντομη αλλά απαραίτητη επιστροφή. Ologramma. Ανακτήθηκε 11 Φεβρουαρίου
2026, από: https://michaliskatsigiannis.blogspot.com/2025/11/blog-post_84.html
Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (Κ. Β. Μπούντας, Μτφρ., Δ. Τουλάτου, Επιμ.). Αθήνα: Εκκρεμές.
.jpg)





.jpeg)
.jpg)
.jpeg)

.jpg)